Μαμελουκικό Σουλτανάτο (Κάιρο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μαμελουκικό Σουλτανάτο
سلطنة المماليك
1250–1517


Σημαία

Η έκταση του σουλτανάτου υπό τον σουλτάνο Μουχάμμαντ Α΄ αν-Νασίρ
Πρωτεύουσα Κάιρο
Γλώσσες Αραβική γλώσσα (Αιγυπτιακή Αραβική και Κλασική Αραβική)
Τουρκικές γλώσσες (Ογουζική και Κουμανο-κιπτσακική)
Κιρκασιανές γλώσσες (Δυτική Κιρκασιανή και Ανατολική Κιρκασιανή)
Θρησκεία Σουνιτικό Ισλάμ
Πολίτευμα Σουλτανάτο
Σουλτάνος Σατζάρ αντ-Ντουρ (πρώτος)
Τουμάνμπεης Β΄ (τελευταίος)
Ιστορία
 -  Ίδρυση 1250
 -  Κατάκτηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία 1517

Το Μαμελουκικό Σουλτανάτο (αραβικά: سلطنة المماليك‎‎, σαλτανάτ αλ-Μαμαλίκ) ήταν ένα μεσαιωνικό σουλτανάτο που περιελάμβανε την Αίγυπτο, τη Μέση Ανατολή, και τη Χετζάζη. Διήρκεσε από την πτώση της δυναστείας των Αγιουβιδών (Αγιούμπ) μέχρι την κατάκτηση της Αιγύπτου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1517. Οι ιστορικοί παραδοσιακά χωρίζουν την περίοδο της μαμελουκικής εξουσίας σε δύο περιόδους: την περίοδο 1250-1382, και την περίοδο 1382-1517. Οι δυτικοί ιστορικοί ονομάζουν την πρώτη περίοδο Περίοδο Μπάχρι και την δεύτερη Περίοδο Μπούρτζι, εξαιτίας της πολιτικής κυριαρχίας των καθεστώτων που ήταν γνωστά με τα παραπάνω ονόματα κατά τις αντίστοιχες περιόδους. Σύγχρονοι μουσουλμάνοι ιστορικοί αναφέρονται στις περιόδους αυτές με τα ονόματα Τουρκική και Κιρκάσια αντίστοιχα, για να τονίσουν την αλλαγή στις εθνικές καταβολές της πλειοψηφίας των Μαμελούκων στις παραπάνω ιστορικές περιόδους.

Το μαμελουκικό κράτος έφτασε στην ακμή του όταν στην ηγεσία του υπήρχαν τουρκικής καταγωγής Μαμελούκοι και εισήλθε σε μια παρατεταμένη περίοδο πτώσης και παρακμής υπό την εξουσία των Κιρκάσιων Μαμελούκων. Η ηγετική κάστα του σουλτανάτου αποτελείτο από Μαμελούκους, πρώην σκλάβους, που από άποψη εθνικής προέλευσης στην πλειοψηφία τους ήταν Κουμάνοι και Κιπτσάκοι (από την Κριμαία), Κιρκάσιοι, Αμπχάζιοι, Ογούζοι Τούρκοι και Γεωργιανοί. Παρότι οι Μαμελούκοι αποτελούσαν αντικείμενο αγοραπωλησίας, κοινωνικά ήταν πάνω από τους συνηθισμένους σκλάβους, στους οποίους δεν επιτρεπόταν να φέρουν όπλα και να εκτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα. Οι Μαμελούκοι θεωρούντο "αληθινοί άρχοντες", με κοινωνική θέση πάνω από τους Αιγύπτιους υπηκόους του σουλτανάτου. Παρότι παρήκμασε παρατεταμένα προς το τέλος της ύπαρξής του, στην ακμή του το σουλτανάτο αντιπροσώπευε το ζενίθ πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής δόξας και κύρους στην περιοχή της Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής κατά την ισλαμική εποχή.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Μαμελουκικό Σουλτανάτο είναι σύγχρονος ιστοριογραφικός όρος. Οι αραβικές πηγές για την περίοδο Μπάχρι των Μαμελούκων αναφέρονται στη δυναστεία ως το Κράτος/Βασίλειο των Τούρκων (αραβικά: دولةالاتراك, Νταουλάτ αλ-Ατράκ, ή دولة الترك, Νταουλάτ αλ-Τουρκ, ή الدولة التركية, αλ-Ντάουλα αλ-Τουρκίγια). Άλλες επίσημες ονομασίες που χρησιμοποιούνταν ήταν Κράτος των Κιρκασσίων (αραβικά: دولة الجراكسة, Νταουλάτ Αλ-Τζαρακίσα, το Τζαρακίσα είναι από το Τσερκέζοι, δηλ. Κιρκάσιοι). Μια παραλλαγή του τελευταίου όρου, Κράτος των Κιρκάσσιων Τούρκων (αραβικά: دولة الجراكسة, αλ-Ντάουλα αλ-Τουρκίγια αλ-Τζαρακίσα) τόνιζε το γεγονός ότι οι Κιρκάσσιοι ήταν τουρκόφωνοι.

Κάποιοι άλλοι όροι περιελάμβαναν το Κράτος των Μπαχρίγια (αραβικά: الدولة البحرية, νταουλάτ αλ-Μπαχρίγια) κατά την περίοδο Μπάχρι και το Κράτος των Μπουρίτζγια (αραβικά: الدولة البرجية, νταουλάτ αλ-Μπουρίτζγια) κατά την περίοδο Μπούρτζι, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν σπάνια από Μαμελούκους ιστορικούς του Μεσαίωνα.

Ο όρος Μογγολικό Κράτος (αραβικά: الدولة المغولية, αλ-Ντάουλα αλ-Μουγκουλίγια) χρησιμοποιούταν κατά την περίοδο του σουλτάνου αλ-Αντίλ Κιτμπογά, ο οποίος ήταν μογγολικής καταγωγής.

Την περίοδο 1260-1279 αναφερόταν ως Κράτος/Δυναστεία των Ζαχίρι (αραβικά: الدولة الظاهرية, αλ-ντάουλα αλ-Ζαχιρίγια), από το όνομα της δυναστείας του σουλτάνου Μπαϋμπάρς Α΄ και των υιών του αλ-Σαΐντ Μπαρακάχ και Σολαμίς, ενώ την περίοδο 1279-1382 αναφερόταν ως Κράτος/Δυναστεία των Καλαβούνι (αραβικά: دولة قلاوون, Νταουλατάλ Καλαβούν ή دولة بني قلاوون, Νταουλάτ Μπανί Καλαβούν), από το όνομα της δυναστείας του σουλτάνου Καλαβούν και των διαδόχων του που κυβέρνησαν εκείνη την περίοδο.

Καταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Μαμελούκος σήμαινε ο ανήκων σκλάβος, ξεχωρίζοντάς τον από τους όρους γκάρυα και γκουλάμ, που αναφέρονταν στους οικιακούς δούλους. Μετά από ενδελεχή και εντατική εκπαίδευση σε διάφορα πεδία όπως πολεμικές τέχνες, αυλικό πρωτόκολλο και ισλαμικές επιστήμες, οι σκλάβοι αυτοί κέρδιζαν την ελευθερία τους. Παρόλα αυτά, αναμένετο να παραμένουν πιστοί στον αφέντη τους και να υπηρετούν στον οίκο του. Οι Μαμελούκοι αποτελούσαν ένα τμήμα του κρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού στη Συρία και την Αίγυπτο, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα και την περίοδο των Τουλουνιδών. Τα συντάγματα των Μαμελούκων αποτελούσαν τη ραχοκοκκαλιά του αιγυπτιακού στρατού υπό τους Αγιουβίδες στα τέλη του 12ου και αρχές του 13ου αιώνα, ξεκινώντας από τον σουλτάνο Σαλαντίν που αντικατέστησε το αφρικανικό πεζικό του Χαλιφάτου των Φατιμιδών με Μαμελούκους. Κάθε Αγιουβίδης σουλτάνος και υψηλόβαθμος εμίρης είχε έναν ιδιωτικό στρατό Μαμελούκων.

Οι περισσότεροι από τους Μαμελούκους στην υπηρεσία των Αγιουβιδών ήταν Κιπτσάκοι από την Κεντρική Ασία, που αλλαξοπίστησαν στο σουνιτικό Ισλάμ και έμαθαν Αραβικά. Ήταν αφοσιωμένοι σε υψηλό βαθμό στον αφέντη τους, στον οποίο συχνά αναφέρονταν ως πατέρα, και με τη σειρά τους αντιμετωπίζονταν από τον τελευταίο περισσότερο ως συγγενείς παρά ως δούλοι. Ο σουλτάνος ας-Σαλίχ Αγιούμπ (βασίλεψε 1240–1249), ο τελευταίος των Αγιουβιδών σουλτάνων, είχε αποκτήσει μέχρι το 1229 μ.Χ., περίπου 1.000 Μαμελούκους (κάποιοι από αυτούς είχαν γεννηθεί ελεύθεροι) από τη Συρία, την Αίγυπτο, και την Αραβική Χερσόνησο, ενώ υπηρετούσε ως ναΐμπ (αντιβασιλιάς) της Αιγύπτου κατά την απουσία του πατέρα του, σουλτάνου αλ-Καμίλ. Οι Μαμελούκοι αυτοί έγιναν γνωστοί ως Σαλιχίγια (ενικός: Σαλίχι).

Όταν ο ας-Σαλίχ έγινε σουλτάνος της Αιγύπτου το 1240, απελευθέρωσε από τη δουλεία και προώθησε στον κρατικό μηχανισμό μεγάλους αριθμούς των πρόσφατα στρατολογηθέντων Μαμελούκων του υπό τον όρο ότι θα παρέμεναν πιστοί στην υπηρεσία του. Για να εφοδιάσει τους Μαμελούκους του, ο ας-Σαλίχ άρπαξε με τη βία τα φέουδα των προκατόχων τους εμίρηδων. Ο ας-Σαλίχ προσπάθησε να δημιουργήσει έναν παραστρατιωτικό μηχανισμό στην Αίγυπτο πιστό σε αυτόν, και η επιθετική στρατολόγησή του και προαγωγή των Μαμελούκων του οδήγησε τους συγχρόνους του να βλέπουν την Αίγυπτο ως κυριαρχούμενη από τους Σαλιχίγια, σύμφωνα με τον ιστορικό Ουίνσλοου Ουίλλιαμ Κλίφφορντ. Παρά τη στενή του σχέση με τους Μαμελούκους, υπήρχαν εντάσεις μεταξύ του ας-Σαλίχ και των Σαλιχίγια, και ένας αριθμός Σαλίχι Μαμελούκων φυλακίστηκαν ή εκτοπίστηκαν κατά τη βασιλεία του ας-Σαλίχ. Ενώ ο ιστορικός Στίβεν Χάμφρεϊς ισχυρίζεται ότι η αυξανόμενη κυριαρχία των Σαλιχίγια στο κράτος δεν αποτελούσε προσωπική απειλή για τον ας-Σαλίχ εξαιτίας της πίστης τους σε αυτόν, ο ιστορικός Κλίφφορντ πιστεύει ότι οι Σαλιχίγια ανέπτυξαν μια αυτονομία εντός του κρατικού μηχανισμού που δεν ανταποκρινόταν σε αυτή την οφειλόμενη πίστη στον αφέντη τους. Η αντιπαλότητα μεταξύ των Σαλιχίγια και του ας-Σαλίχ αναπτύχθηκε όταν ο τελευταίος διέταξε τη δολοφονία του αδελφού του, Αμπού Μπακρ αλ-Αντίλ, το 1249, ένα έργο που πολλοί Σαλιχίγια αντιμετώπισαν ως προσβολή και απέρριψαν. Τέσσερις από τους Σαλιχίγια τελικώς συμφώνησαν να εκτελέσουν την αμφιλεγόμενη αυτή επιχείρηση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάρρηση των Μαμελούκων στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγκρουση με τους Αγιουβίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εντάσεις μεταξύ του ας-Σαλίχ και των Μαμελούκων του έφτασαν στο αποκορύφωμά τους το 1249, όταν οι δυνάμεις του Λουδοβίκου Θ΄ της Γαλλίας κατέλαβαν τη Δαμιέττη στην προσπάθειά τους κατάκτησης της Αιγύπτου κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Σταυροφορίας. Ο ας-Σαλίχ πίστευε ότι η Δαμιέττη δεν έπρεπε να έχει εκκενωθεί και φημολογείται ότι είχε απειλήσει με επιβολή τιμωριών τη φρουρά της. Οι φήμες, μεγεθυμένες από την εκτέλεση εξεχουσών προσωπικοτήτων που εκκένωσαν τη Δαμιέττη, προκάλεσαν ανταρσία από τη φρουρά του στρατοπέδου του στην Αλ-Μανσούρα, στην οποία πήραν μέρος πολλοί Μαμελούκοι του ας-Σαλίχ. Η κατάσταση ηρέμησε μετά την παρέμβαση του αταμπέκου του στρατού, Φαχρ αντ-Ντιν ιμπν Σεΐχ αλ-Σουγιούχ.

Καθώς οι σταυροφορίες προχωρούσαν, ο ας-Σαλίχ απεβίωσε και τον διαδέχθηκε ο υιός του αλ-Μουαζάμ Τουράνσαχ, ο οποίος ήταν στην αλ-Τζαζίρα (Άνω Μεσοποταμία) εκείνο τον καιρό. Αρχικώς, οι Σαλιχίγια χαιρέτισαν τη διαδοχή του Τουράνσαχ όταν έφτασε στα αιγυπτιακά σύνορα, ζητώντας την επιβεβαίωση των διοικητικών θέσεων που κατείχαν και καθηκόντων που τούς είχαν ανατεθεί. Παρόλα αυτά, ο Τουράνσαχ προσπάθησε να προκαλέσει την κυριαρχία των Σαλιχίγια στον παραστρατιωτικό κρατικό μηχανισμό, προωθώντας Κούρδους ακολούθους του από την αλ-Τζαζίρα και τη Συρία ως αντιστάθμισμα στους κυρίαρχους, τουρκικής καταγωγής, Σαλιχίγια.

Πριν ο Τουράνσαχ φτάσει στο μέτωπο, οι Μπαχρίγια, ένα μικρό σύνταγμα των Σαλιχίγια, νίκησε τους Σταυροφόρους στη μάχη της Αλ-Μανσούρα και αιχμαλώτισε τον Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας, οδηγώντας τη σταυροφορία σε άδοξο τέλος. Ο Τουράνσαχ προχώρησε στο σχεδιασμό του τοποθετώντας μέλη της ακολουθίας του και δικούς του Μαμελούκους σε διοικητικές θέσεις, επί ζημία των συμφερόντων των Σαλιχίγια. Στις 2 Μαΐου 1250, μια ομάδα δυσαρεστημένων Σαλίχι αξιωματικών δολοφόνησαν τον Τουράνσαχ στο στρατόπεδό του στo Φαρισκούρ (τμήμα σήμερα της Δαμιέττης).

Σύμφωνα με τον Χάμφρεϊς, οι συχνοί πόλεμοι του ας-Σαλίχ εναντίον των Αγιουβιδών συγγενών του πιθανόν εξασθένησε την υποστήριξη των Σαλιχίγια σε άλλα μέλη της δυναστείας των Αγιουβιδών. Παρόλα αυτά, οι Σαλιχίγια ήταν προσεκτικοί να μην εμφανίσουν τη δολοφονία του Τουράνσαχ ως επίθεση εναντίον της νομιμότητας των Αγιουβιδών, αλλά μάλλον ως πράξη εναντίον μιας απόκλισης από τη μουσουλμανική πολιτεία. Περισσότερο απ΄ όλα, ένα σώμα εκλεκτόρων κυριαρχούμενο από τους Σαλιχίγια συνεδρίαξε για να διαλέξει διάδοχο του Τουράνσαχ μεταξύ των αγιουβιδών εμίρηδων, με τις γνώμες να διίστανται μεταξύ του Γιουσούφ αν-Νασίρ της Δαμασκού και του Ουμάρ αλ-Μουγίθ του αλ-Καράκ (Καράκ ή Κεράκ, σημερινή πόλη της Ιορδανίας). Τελικώς, υπήρξε συναίνεση στο πρόσωπο της χήρας του ας-Σαλίχ, Σατζάρ αντ-Ντουρ.

Η Σατζάρ αντ-Ντουρ διασφάλισε την κυριαρχία των Σαλιχίγια στην παραστρατιωτική ελίτ, και εγκαινίασε μια εποχή συγγενικών δεσμών και πατροναρίσματος με αυτούς. Ειδικώς, καλλιέργησε στενούς δεσμούς με τις ομάδες Τζαμντάρι (πληθ. Τζαμνταρίγια) και Μπάχρι (πληθ. Μπαχρίγια) των Σαλιχίγια, διανέμοντας σε αυτούς διοικητικά αξιώματα και άλλα οφέλη. Οι Μπαχρίγια ονομάστηκαν από την αραβική λέξη μπαχρ, που σημαίνει θάλασσα ή μεγάλος ποταμός, επειδή οι στρατώνες τους ευρίσκοντο στο νησί Ράουντα του ποταμού Νείλου. Προέρχονταν κυρίως από τους Κουμανο-κιπτσάκους, που ήλεγχαν τις στέπες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. Οι προσπάθειες της Σατζάρ αλ-Ντουρ και η επιθυμία του στρατού της Αιγύπτου να διατηρήσουν το αγιουβιδικό κράτος κατέστη φανερή όταν ο μαμελούκος Σαλίχι και αταμπέκος του στρατού, Αϋμπάκ, επιχείρησε να διεκδικήσει το σουλτανάτο, αλλά εμποδίστηκε από το να μονοπωλήσει την εξουσία από τον στρατό και τους Μπαχρίγια και Τζαμνταρίγια, που διακήρυξαν ότι μόνο ένας Αγιουβίδης μπορούσε να ασκήσει τη σουλτανική εξουσία. Οι Μπαχρίγια υποχρέωσαν τον Αϋμπάκ να μοιραστεί την εξουσία με τον Μουσά αλ-Ασράφ, εγγονό του αγιουβίδη σουλτάνου αλ-Καμίλ (βασίλεψε 1218-1238 μ.Χ.).

Φατριαστικές διαμάχες για την εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αϋμπάκ ήταν ένας από τους παλαιότερους Μαμελούκους Σαλίχι και κύριο μέλος του εσώτερου κύκλου του ας-Σαλίχ, παρόλο που ήταν απλώς ένας εμίρης άουσατ (μεσαίου βαθμού εμίρης). Υπηρέτησε ως κύριος κυματοθραύστης εναντίον των ομάδων Μπαχρίγια και των Τζαμνταρίγια των Σαλιχίγια, και η προαγωγή του σε αταμπέκο του στρατού συνάντησε την εξέγερση των Μπαχρίγια στο Κάιρο, το πρώτο από πολλά παραδείγματα διενέξεων εντός των τάξεων των Σαχιλίγια που συνοδεύουν την ανάρρηση του Αϋμπάκ. Οι Μπαχρίγια και Τζαμνταρίγια αντιπροσωπεύονταν από τον πάτρωνά τους, Φαρίς αντ-Ντιν Ακτάυ, κύριο οργανωτή της δολοφονίας του Τουμάνσαχ και κάτοχο του μεγάλου φέουδου του Φαχρ αντ-Ντιν, κατόπιν μεταβίβασής του σε αυτόν από τη Σατζάρ αλ-Ντουρ. Η τελευταία έβλεπε τον Ακτάυ ως αντίβαρο στον Αϋμπάκ. Ο Αϋμπάκ κινήθηκε εναντίον των Μπαχρίγια το 1251 σφραγίζοντας το αρχηγείο τους στο νησί Ράουντα ώστε να υποσκάψει τη βάση εξουσίας του Ακτάυ. Ο Αϋμπάκ ήταν ανήμπορος έως το 1252 να προωθήσει τους δικούς του Μαμελούκους, γνωστούς ως "Μουιζίγια", σε κυρίαρχα κρατικά πόστα. Τον ίδιο χρόνο, κατάφερε να στείλει τον Ακτάυ στην Άνω Αίγυπτο για να καταστείλει μια εξέγερση των Αράβων. Αντί να απομονώσει τον Ακτάυ, που ήταν ο σκοπός του Αϋμπάκ, η ανάθεση αυτής της αποστολής επέτρεψε στον Ακτάυ να επιβάλει υπέρογκους φόρους στην Άνω Αίγυπτο, προμηθευόμενος κατ' αυτό τον τρόπο τα αναγκαία χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσει το πατρονάρισμα των Μπαχρίγια. Το 1254, ο Αϋμπάκ ανέθεσε στους "Μουιζίγια" Μαμελούκους του να δολοφονήσουν τον Ακτάυ στην Ακρόπολη του Καΐρου.

Κατόπιν, ο Αϋμπάκ προέβη στο διωγμό όσων από ακολούθων του πίστευε ότι δεν τού ήταν πιστοί, προκαλώντας την προσωρινή φυγή και έξοδο των Μαμελούκων Μπάχρι, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στη Γάζα, αλλά και στην Άνω Αίγυπτο και τη Συρία. Ο διωγμός οδήγησε στην έλλειψη στρατιωτικής υποστήριξης στον Αϋμπάκ,ο οποίος στράφηκε στη στρατολόγηση νέων υποστηρικτών από τον στρατό στην Αίγυπτο και τους Τούρκους Νασίρι και Αζίζι Μαμελούκους από τη Συρία, που είχαν αποσκιρτήσει από τον Αγιουβίδη αφέντη τους, Γιουσούφ αν-Νασίρ, και είχαν μεταναστεύσει στην Αίγυπτο το 1250. Οι Σύριοι Μαμελούκοι είχαν ως ηγέτη τους τον Τζαμάλ αντ-Ντιν Αϋντουγντί και τούς εδόθησαν τα περισσότερα από τα ίκτα του Ακτάϋ και των συμμάχων του. Παρόλα αυτά, οι αυξανόμενες φιλοδοξίες του Αϋντουγντί έκαναν τον Αϋμπάκ να τον βλέπει ως απειλή. Όταν ο Αϋμπάκ έμαθε ότι ο Αϋντουγντί συνωμοτούσε για να τον ανατρέψει και ν' αναγνωρίσει τον Γιουσούφ αν-Νασίρ ως νέο Αγιουβίδη σουλτάνο, γεγονός που πιθανόν θα μετέφερε στα χέρια του Αϋντουγντί τον πραγματικό έλεγχο της Αιγύπτου, ο Αϋμπάκ τον συνέλαβε και φυλάκισε στην Αλεξάνδρεια το 1254 ή 1255.

Εν τω μεταξύ, η φατρία των Μπαχρίγια στη Γάζα υπό την ηγεσία του Μπαϋμπάρς αναζητούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον Γιουσούφ αν-Νασίρ. Σε μια προσπάθεια να εκτοπίσουν τον Αϋμπάκ, οι Μπαχρίγια έκαναν έκκληση στον αν-Νασίρ να διεκδικήσει τον θρόνο των Αγιουβιδών και να εισβάλει στην Αίγυπτο, αλλά ο αν-Νασίρ αρνήθηκε αρχικώς. Παρόλα αυτά, το 1256 εξαπέλυσε μια εκτρατεία στην Αίγυπτο υπό την ηγεσία των Μπαχρίγια, αλλά όταν συναντήθηκαν ο στρατός του Αϋμπάκ με τον αντίστοιχο του αν-Νασίρ δεν συνέβη καμία μάχη. Στις 10 Απριλίου 1257 ο Αϋμπάκ δολοφονήθηκε,πιθανόν κατόπιν διαταγών της Σατζάρ αντ-Ντουρ, η οποία δολοφονήθηκε επίσης, μία εβδομάδα αργότερα. Οι θάνατοι αυτοί προκάλεσαν ένα σχετικό κενό εξουσίας στην Αίγυπτο, με τον έφηβο υιό του Αϋμπάκ, Αλί αλ-Μανσούρ, ως διάδοχο του σουλτανάτου. Ενώ ο Αλί αλ-Μανσούρ έγινε σουλτάνος, o πραγματικά ισχυρός άντρας της Αιγύπτου ήταν ο πρώην υπασπιστής και στενός συνεργάτης του Αϋμπάκ, Σαΐφ αντ-Ντιν Κουτούζ, ο οποίος είχε επίσης εχθρικές σχέσεις με τους Σαλιχίγια, συμπεριλαμβανομένων των Μαμελούκων Μπάχρι.

Τον καιρό του θανάτου του Αϋμπάκ, οι Μπαχρίγια είχαν εισέλθει στην υπηρεσία του εμίρη Ουμάρ αλ-Μουγίθ του Αλ Καράκ, ο οποίος συμφώνησε να εισβάλει στην Αίγυπτο και να διεκδικήσει το θρόνο του σουλτάντου των Αγιουβιδών, αλλά η μικρή δύναμη εισβολής του όπου κυριαρχούσαν οι Μαμελούκοι Μπάχρι τράπηκε σε φυγή στα σύνορα της Αιγύπτου το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Οι Μπαχρίγια και ο αλ-Μουγίθ εξαπέλυσαν επακόλουθα μια δεύτερη εκστρατεία το 1258, αλλά ηττήθηκαν ξανά. Οι Μπαχρίγια επέδραμαν σε περιοχές γύρω από τη Συρία, απειλώντας τη δύναμη του Γιουσούφ αν-Νασίρ στη Δαμασκό. Μετά από μια πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια να νικήσουν τους Μπαχρίγια κοντά στη Γάζα, ο Γιουσούφ αν-Νασίρ εξαπέλυσε μια δεύτερη εκστρατεία εναντίον τους με τη συμμετοχή του εμίρη Μουχάμμαντ αλ-Μανσούρ Β΄ της Χάμα, η οποία οδήγησε στην ήττα των Μπαχρίγια στην πόλη της Ιεριχούς. Ο Γιουσούφ αν-Νασίρ προέλασε και άρχισε να πολιορκεί τον αλ-Μουγίθ και τους Μπαχρίγια στο κάστρο του Αλ Καράκ, αλλά η αυξανόμενη απειλή μιας μογγολικής εισβολής στη Συρία τελικώς οδήγησε στη συμφιλίωση του αν-Νασίρ με τον αλ-Μουγίθ και την αποστασία του Μπαϋμπάρς στον πρώτο. Ο Κουτούζ το 1259 ανέτρεψε τον Αλί αλ-Μανσούρ. Κατόπιν, δίωξε και συνέλαβε τους Μουιζίγια και Μπαχρίγια Μαμελούκους που μπόρεσε να εντοπίσει στην Αίγυπτο σε μια προσπάθεια να εξολοθρεύσει κάθε διαφωνία στην εξουσία του. Οι επιζώντες Μουιζίγια και Μπαχρίγια Μαμελούκοι κατέφυγαν στη Γάζα, όπου ο Μπαϋμπάρς είχε δημιουργήσει μια αληθινά σκιώδη δομή εξουσίας, αντίπαλη στον Κουτούζ.

Μαμελούκοι λογχοφόροι, αρχές 16ου αιώνα, χαρακτικό του Ντάνιελ Χόπφερ

Ενώ διάφορες φατρίες Μαμελούκων ανταγωνίζονταν για το έλεγχο της Αιγύπτου και της Συρίας, οι Μογγόλοι υπό την ηγεσία του Χουλαγκού χαν είχαν λεηλατήσει τη Βαγδάτη, πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο του ισλαμικού κόσμου, το 1258, και προελάσει δυτικότερα, καταλαμβάνοντας το Χαλέπι και τη Δαμασκό. Ο Κουτούζ απέστειλε στρατιωτικές ενισχύσεις στη Συρία στον έως χθες εχθρό του, Γιουσούφ αν-Νασίρ, και συμφιλιώθηκε με τους Μπαχρίγια, συμπεριλαμβανομένου του Μπαϋμπάρς, στον οποίο επιτράπηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, ώστε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κοινής μογγολικής απειλής. Ο χαν Χουλαγκού έστειλε απεσταλμένους στον Κουτούζ στο Κάιρο, απαιτώντας την υποταγή του στη μογγολική εξουσία. Ο Κουτούζ όμως εκτέλεσε τους απεσταλμένους, μια πράξη που ο ιστορικός Τζόζεφ Κάμμινς αποκάλεσε τη "χειρότερη πιθανή προσβολή στο μογγολικό θρόνο". Ο Κουτούζ κατόπιν ετοίμασε τις αμυντικές θέσεις της Αιγύπτου για να αποτρέψει την επαπειλούμενη μογγολική εισβολή στη χώρα, αλλά μετά το άκουσμα των νέων ότι ο Χουλαγκού είχε αποσυρθεί από τη Συρία για να διεκδικήσει τον πρόσφατα χηρευθέντα θρόνο του Μεγάλου Χαν των Μογγόλων, ξεκίνησε προετοιμασίες για την κατάκτηση της Συρίας. Για το σκοπό αυτό, ο Κουτούζ κινητοποίησε μια δύναμη περίπου 120.000 στρατιωτών και κέρδισε την υποστήριξη του κύριου Μαμελούκου αντιπάλου του, Μπαϋμπάρς.

Οι Μαμελούκοι εισήλθαν στην Παλαιστίνη για να αντιμετωπίσουν το στρατό των Μογγόλων που ο Χουλαγκού είχε αφήσει πίσω υπό την ηγεσία του στρατηγού Κιτμπογά. Τον Σεπτέμβριο του 1260, οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στις πεδιάδες νότια της Ναζαρέτ σε μια μεγάλη σύγκρουση γνωστή ως Μάχη του Αΐν Τζαλούτ (Φρέαρ του Γολιάθ ή Πηγή του Γολιάθ). Ενώ ο Κουτούζ είχε τοποθετήσει κάποιες από τις ιππικές δυνάμεις του κρυμμένες στους λόφους γύρω από την τοποθεσία Αΐν Τζαλούτ, οδήγησε τις δυνάμεις του Μπαϋμπάρς εναντίον των Μογγόλων του Κιτμπογά. Στη διάρκειας μισής ώρας σύγκρουση που ακολούθησε, οι δυνάμεις του Μπαϋμπάρς προσποιήθηκαν ότι υποχωρούν και καταδιώχθηκαν από τις μογγολικές του Κιτμπογά. Οι δυνάμεις όμως του Μογγόλου στρατηγού έπεσαν στην παγίδα των Μαμελούκων μόλις έφτασαν στις πηγές του Αΐν Τζαλούτ, με τους άντρες του Μπαϋμπάρς να σταματούν την υποχώρηση, να αντιστρέφουν το μέτωπό τους και να επιτίθενται με ορμή στους ξαφνιασμένους Μογγόλους που τους καταδίωκαν. Παράλληλα, οι αθέατες στους Μογγόλους υπόλοιπες δυνάμεις του Κουτούζ επέπεσαν στους Μογγόλους από τους λόφους όπου κρύβονταν. Η μάχη τελείωσε με τη φυγή των Μογγόλων και τη σύλληψη του Κιτμπογά και εκτέλεσή του. Κατόπιν, οι Μαμελούκοι προέλασαν για να καταλάβουν τη Δαμασκό και τις άλλες πόλεις τις Συρίας που είχαν καταληφθεί από τους Μογγόλους. Κατά τη θριαμβευτική του επιστροφή στο Κάιρο, ο Κουτούζ δολοφονήθηκε μετά από συνωμοσία των Μπαχρίγια. Ο Μπαϋμπάρς τον διαδέχθηκε στην εξουσία της Αιγύπτου στα τέλη του 1260, και εγκαθίδρυσε την περίοδο Μπάχρι του Μαμελουκικού Σουλτανάτου.

Η περίοδος Μπάχρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σουλτανεία του Μπαϋμπάρς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαϋμπάρς ξαναέκτισε το πρώην αρχηγείο των Μπαχρίγια στη νήσο Ράουντα του Νείλου, και τοποθέτησε ως αρχηγό σε αυτό έναν από τους κύριους συνεργάτες του, τον Καλαβούν (ο αργότερα ομώνυμος σουλτάνος). Το 1263, ο Μπαϋμπάρς ανέτρεψε τον εμίρη αλ-Μουγίθ του Αλ Καράκ βάσει ισχυρισμών περί συνεργασίας του με το μογγολικό Ιλχανάτο της Περσίας, ισχυροποιώντας έτσι την εξουσία του επί της μουσουλμανικής Συρίας. Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της σουλτανείας του και με πολλά οικονομικά έξοδα, ο Μπαϋμπάρς αναδιοργάνωσε και εκπαίδευσε με μεθοδικότητα και αυστηρότητα τον στρατό του των Μαμελούκων, ο οποίος έφτασε τις 40.000 ιππείς, από 10.000, με τη μονάδα της σουλτανικής φρουράς των 4.000 αντρών στον πυρήνα του. Η νέα δύναμη ήταν αυστηρά πειθαρχημένη και με υψηλή εκπαίδευση στην ιππική τέχνη, χρήση του ξίφους και τοξοβολία.

Ένας άλλος κύριος παράγοντας κατά την περίοδο σουλτανείας του Μπαϋμπάρς ήταν η βελτίωση των υπηρεσιών επικοινωνιών του σουλτανάτου. Για να το επιτύχει αυτό, εισήγαγε ένα ταχυδρομικό δίκτυο που εκτεινόταν σε όλες τις πόλεις της Αιγύπτου και της Συρίας. Η ανάγκη για ομαλή παράδοση της αλληλογραφίας οδήγησε επίσης σε μια ευρείας κλίμακας επισκευή ή κατασκευή οδικών αξόνων και γεφυρών κατά μήκος των ταχυδρομικών οδών. Επιπλέον, ο Μπαϋμπάρς επιχείρησε να θεσπίσει τη δυναστική διαδοχή και εξουσία διορίζοντας τον τετράχρονο υιό του, Μπαρακάχ αλ-Σαΐντ, ως σουλτάνο μαζί με αυτόν, τερματίζοντας έτσι τη μαμελουκική παράδοση εκλογής του αρχηγού, αλλά η προσπάθεια αυτή τελικώς ήταν ανεπιτυχής, τουλάχιστο για τον οίκο του των Ζαχιριδών. Παρόλα αυτά, η επιτυχία του στην εγκαθίδρυση συγκεντρωτικής μορφής εξουσίας είχε ως αποτέλεσμα την παγίωση και εδραίωση του μαμελουκικού σουλτανάτου. Επιπλέον, ανοίγοντας και διατηρώντας διπλωματικούς διαύλους με τους Μογγόλους, αναζητούσε ν' αποθαρρύνει και αποτρέψει μια πιθανή συμμαχία των τελευταίων με τις χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης, ενώ επίσης έσπειρε διχασμούς και διαιρέσεις ανάμεσα στο Ιλχανάτο και τη Χρυσή Ορδή. Επιπρόσθετα, η διπλωματία του αποσκοπούσε στη διατήρηση της ροής Τούρκων Μαμελούκων στο σουλτανάτο του από την υπό μογγολική κατοχή Κεντρική Ασία.

Με τη δύναμη των Μαμελούκων Μπάχρι παγιωμένη στην Αίγυπτο και τη Συρία μέχρι το 1265, ο Μπαϋμπάρς πραγματοποίησε εκστρατείες εναντίον των κάστρων των Σταυροφόρων σε όλη τη Συρία, καταλαμβάνοντας το Αρσούφ το 1265, και τις Χάλμπα και Άρκα το 1266. Σύμφωνα με τον ιστορικό Τόμας Άσμπριτζ, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά την πολιορκία και κατάληψη της πόλης Αρσούφ κατέδειξαν την ικανότητα των Μαμελούκων στην πολιορκητική τέχνη, και την αριθμητική και τεχνολογική τους υπεροχή. Η στρατηγική του Μπαϋμπάρς όσον αφορά τα σταυροφορικά κάστρα κατά μήκος της ακτής της Συρίας, δεν ήταν η κατάληψη και χρησιμοποίηση αυτών, αλλά η καταστροφή τους ώστε να αποτραπεί η πιθανή μελλοντική χρήση τους από νέα κύματα Σταυροφόρων. Τον Αύγουστο του 1266, οι Μαμελούκοι εξαπέλυσαν μια τιμωρητική εκστρατεία ενάντια στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας για τη συμμαχία του με τους Μογγόλους, δηώνοντας πολυάριθμα αρμενικά χωριά, εξασθενώντας έτσι σημαντικά το βασίλειο. Περίπου την ίδια εποχή, οι δυνάμεις του Μπαϋμπάρς κατέλαβαν τη Σαφάντ από τους Ναΐτες Ιππότες, και λίγο αργότερα, τη Ράμλα, πόλεις και οι δύο στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Σε αντίθεση με τα παράκτια σταυροφορικά κάστρα, οι Μαμελούκοι ισχυροποίησαν και χρησιμοποίησαν τις πόλεις του εσωτερικού ως βάσεις κύριων φρουρών και διοικητικά κέντρα. Οι εκστρατείες ενάντια στους Σταυροφόρους συνεχίστηκαν το 1267, και την άνοιξη του 1268 οι δυνάμεις του Μπαϋμπάρς κατέλαβαν τη Γιάφα, λίγο πριν την κατάκτηση του κύριου κάστρου των Σταυροφόρων στην Αντιόχεια στις 18 Μαΐου.

Ο Μπαϋμπάρς εγκαινίασε μια πιο επιθετική πολιτική από τους προκατόχους του ενάντια στο χριστιανικό Βασίλειο της Μακουρίας των Νουβίων, στα νότια σύνορα της Αιγύπτου. Το 1265, οι Μαμελούκοι εισέβαλαν στη βόρεια Μακουρία, και ανάγκασαν τον βασιλιά των Νουβίων να γίνει υποτελής τους. Περίπου εκείνη την εποχή, οι Μαμελούκοι είχαν μόλις κατακτήσει τις περιοχές της πόλης-λιμανιού Σουακίν και των νησιών του Αρχιπελάγους Νταχλάκ στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ προσπαθούσαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους τόσο στη Χετζάζη, όσο και στις ερημικές περιοχές δυτικά του ποταμού Νείλου, και την Κυρηναϊκή. Το 1268, ο λίγο αργότερα βασιλιάς της Μακουρίας, Δαβίδ Α΄, ανέτρεψε τον υποτελή στους Μαμελούκους βασιλιά και το 1272 οι δυνάμεις του πραγματοποίησαν επιδρομή στο μαμελουκικό λιμάνι της Αϋντάμπ στην Ερυθρά Θάλασσα.

Εν τω μεταξύ, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ της Γαλλίας εξαπέλυσε την Η΄ Σταυροφορία, στοχεύοντας αυτή τη φορά την Τύνιδα, με σκοπό να εισβάλει κατόπιν στην Αίγυπτο. Παρόλα αυτά, ο Λουδοβίκος Θ΄ σύντομα απεβίωσε, επιτρέποντας στους Μαμελούκους να επανεστιάσουν τις προσπάθειές τους στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών στις σταυροφορικές επικράτειες της Συρίας, περιλαμβάνοντας το περίφημο κάστρο Κρακ των Ιπποτών στην Κομητεία της Τρίπολης, το οποίο τελικώς κατέλαβε ο Μπαϋμπάρς το 1271. Παρά την ύπαρξη συμμαχίας με τους Νιζαρίτες σιίτες Ασασίνους το 1272, τον Ιούλιο του 1273 οι Μαμελούκοι, κρίνοντας την ανεξαρτησία των Ασασίνων ως προβληματική για τα συμφέροντά τους, απέσπασαν τον έλεγχο των κάστρων των τελευταίων στην περιοχή Τζαμπάλ Ανσαρίγια, μεταξύ αυτών και του περίφημου κάστρου της Μασιάφ. Το 1275, ο Μαμελούκος κυβερνήτης της πόλης Κους, με τους Βεδουίνους συμμάχους του, πραγματοποίησε εκστρατεία στη Νουβία, νικώντας τον βασιλιά της Μακουρίας, Δαβίδ Α΄, κοντά στη Ντόνγκολα το 1276, και εγκατέστησε ως βασιλιά στη θέση του έναν πρίγκηπα της βασιλικής οικογένειας της Νουβίας, ονομαζόμενο Σακάντα. Αυτό το γεγονός οδήγησε στο να περιέλθουν τα κάστρα των περιοχών Κασρ Ιμπρίμ και Ντοτάβο στην Κάτω Νουβία υπό τη δικαιοδοσία των Μαμελούκων. Η κατάκτηση της σκληροτράχηλης Νουβίας δεν ήταν οριστική παρόλα αυτά, και η διαδικασία εισβολής στην περιοχή και εγκατάστασης-επιβολής ενός υποτελούς βασιλιά θα επαναλαμβανόταν από τους διαδόχους του Μπαϋμπάρς. Μολαταύτα, η αρχική κατάκτηση του Μπαϋμπάρς οδήγησε στην προσδοκία ετήσιου φόρου υποτελείας από τους Νουβίους, μέχρι την κατάργηση του Βασιλείου της Μακουρίας στα μέσα του 14ου αιώνα. Το 1277, ο Μπαϋμπάρς πραγματοποίησε εκστρατεία ενάντια στο Ιλχανάτο, τρέποντας τους Μογγόλους σε φυγή στο Ελμπιστάν στην Ανατολία, πριν τελικώς αποσύρει τις δυνάμεις του ώστε να αποφύγει την υπερέκταση αυτών και ρισκάρει έτσι να αποκοπεί από τη Συρία από μια δεύτερη, μεγάλη στρατιά των Ιλχανιδών που κατευθυνόταν εναντίον του.

Η αρχική περίοδος Καλαβούνι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο του 1277, ο Μπαϋμπάρς πέθανε καθ'οδόν προς τη Δαμασκό, και τον διαδέχθηκε ο υιός του Μπαρακάχ αλ-Σαΐντ. Παρόλα αυτά, η ακαταλληλότητα του τελευταίου επιτάχυνε την έκρηξη μιας σύγκρουσης για την εξουσία, που τερματίστηκε όταν εκλέχθηκε σουλτάνος ο στενός βοηθός του Μπαϋμπάρς, Καλαβούν ας-Σαλίχι, το Νοέμβριο του 1279. Οι Ιλχανίδες εκμεταλλεύτηκαν την αταξία της διαδοχής του Μπαϋμπάρς εισβάλλοντας στη μαμελουκική Συρία, πριν εξαπολύσουν μια μαζική επίθεση εναντίον πάλι της Συρίας το φθινόπωρο το 1281. Οι δυνάμεις του Καλαβούν ήταν σημαντικά μικρότερες από τους περίπου 80.000 στρατιώτες του συνασπισμένου στρατού των Ιλχανιδών, Αρμενίων, Γεωργιανών, και Σελτζούκων Τούρκων, αλλά προέλασαν βόρεια της Δαμασκού για να συναντήσουν τον στρατό των Ιλχανιδών στη Χομς. Στη μάχη της Χομς (δεύτερη μάχη της Χομς μετά από αυτή του 1260) στις 28 Οκτωβρίου 1281, οι Μαμελούκοι έτρεψαν σε φυγή τους Ιλχανίδες και τους συμμάχους τους και επιβεβαίωσαν την κυριαρχία τους στη Συρία. Η ήττα των Ιλχανιδών επέτρεψε στον σουλτάνο Καλαβούν να προελάσει περαιτέρω και να εξολοθρεύσει τα εναπομείναντα φυλάκια των Σταυροφόρων στη Συρία. Το Μάιο του 1285, ο Καλαβούν κατέλαβε και επάνδρωσε το κάστρο Μαρκάμπ.

Η αρχική περίοδος σουλτανείας του Καλαβούν σημαδεύτηκε από πολιτικές που αποσκοπούσαν στο να κερδίσουν την υποστήριξη σημαντικών στοιχείων της κοινωνίας, όπως της εμπορικής τάξης, της μουσουλμανικής γραφειοκρατίας και του θρησκευτικού κατεστημένου. Μεταξύ αυτών των αρχικών πολιτικών ήταν η κατάργηση των αυθαίρετων φόρων που επιβάρυναν την εμπορική κοινότητα, η εκτεταμένη δόμηση κτηρίων, και τα σχέδια αναπαλαίωσης των ιερών τόπων του Ισλάμ, όπως το Τέμενος του Προφήτη στη Μεδίνα, το Τέμενος Αλ-Ακσά στην Ιερουσαλήμ και το Τέμενος του Ιμπραήμ (Σπήλαιο των Πατριαρχών) στη Χεβρώνα. Ακολουθώντας την εκτόνωση των διπλωματικών σχέσεων με το Ιλχανάτο μετά το 1280, ο Καλαβούν εξαπέλυσε μια ευρεία εκστρατεία συλλήψεων για να εξολοθρεύσει την εσωτερική διαφωνία, φυλακίζοντας ντουζίνες υψηλόβαθμων εμίρηδων στην Αίγυπτο και τη Συρία. Η απoκλιμάκωση στις διπλωματικές σχέσεις ακολουθήθηκε από μία στροφή του Καλαβούν από τις οικοδομικές δραστηριότητες σε κοσμικούς και προσωπικούς σκοπούς, οι οποίοι περιελάμβαναν ένα πολλαπλών κλινικών νοσοκομειακό συγκρότημα στο Κάιρο, απέναντι από τον τάφο του αγιουβίδη σουλτάνου Ας-Σαλίχ Αγιούμπ. Η κατασκευή του νοσοκομείου, σε αντίθεση με τους Μαμελούκους προκατόχους του που εστίαζαν στην ίδρυση μαντράσας (ιεροδιδασκαλείων), απέβλεπε στην εύνοια της κοινής γνώμης, τη δημιουργία μιας κληρονομιάς που θα κρατούσε και την εξασφάλιση της υστεροφημίας του. Η τοποθεσία του νοσοκομείου απέναντι από τον τάφο του σουλτάνου ας-Σαλίχ τόνιζε τη διαρκή σχέση του σουλτάνου Καλαβούν με τον αφέντη του και την απόδοση τιμών στους Σαλιχίγια. Ενώ οι Μαμελούκοι Σαλίχι ήταν τυπικώς Κιπτσάκοι Τούρκοι, ο Καλαβούν εμπλούτισε τις τάξεις των Μαμελούκων αγοράζοντας και εντάσσοντας σε αυτές και σκλάβους που δεν ήταν Τούρκοι, κυρίως Κιρκάσσιους, σχηματίζοντας από αυτούς το σύνταγμα των Μπούρτζι.

Ο Καλαβούν ήταν ο τελευταίος σουλτάνος Σαλίχι και μετά το θάνατό του το 1290, ο υιός του, Χαλίλ αλ-Ασράφ, άντλησε τη νομιμότητά του ως Μαμελούκος τονίζοντας την καταγωγή του από τον Καλαβούν, εγκαινιάζοντας με τον τρόπο αυτό την περίοδο Καλαβούνι (της δυναστείας του Καλαβούν) της περιόδου εξουσίας των Μαμελούκων Μπάχρι. Όπως οι δύο Μαμελούκοι Μπάχρι προκάτοχοί του, οι κύριες προτεραιότητες του Χαλίλ ήταν η οργάνωση του σουλτανάτου, η ήττα των Σταυροφόρων και των Μογγόλων, η ενσωμάτωση της Συρίας στη μαμελουκική επικράτεια και η διατήρηση της εισαγωγής νέων Μαμελούκων και οπλισμού. Σε σχέση με την πολιτική του τελευταίου, ο Μπαϋμπάρς είχε αγοράσει και στρατολογήσει 4.000 Μαμελούκους, ο Καλαβούν 6.000-7.000, ενώ στα τέλη της σουλτανείας του Χαλίλ υπήρχαν περίπου 10.000 Μαμελούκοι στο σουλτανάτο. To 1291, o Χαλίλ κατέλαβε την Άκρα, το τελευταίο κάστρο των Σταυροφόρων στην Παλαιστίνη, απλώνοντας έτσι τη μαμελουκική εξουσία σε ολόκληρο το έδαφος της Συρίας.

Ο θάνατος του Χαλίλ το 1293 οδήγησε σε μια περίοδο φατριαστικής διαμάχης, με τον ανήλικο αδελφό και διάδοχο του Χαλίλ, Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, ν' ανατρέπεται τον επόμενο χρόνο από έναν μογγολικής καταγωγής Μαμελούκο του πατέρα του, πρώην σουλτάνου Καλαβούν, τον Κιτμπουγά αλ-Αντίλ. Τον Κιτμπουγά διαδέχθηκε μετά το θάνατό του ο ελληνικής καταγωγής, επίσης Μαμελούκος του Καλαβούν, Χοσσάμ αντ-Ντιν Λατσίν. Για να παγιώσει την εξουσία του, ο Λατσίν επιχείρησε ν΄ αναδιανείμει τα ικτά'ατ στους οπαδούς του. Ο Λατσίν δεν κατάφερε να διατηρήσει το σουλτανάτο και ο Μουχάμμαντ αν-Νασίρ αποκαταστάθηκε στην εξουσία το 1298, κυβερνώντας ένα ανυπότακτο σουλτανάτο μέχρι ν' ανατραπεί, για δεύτερη φορά, από τον Μπαϋμπάρς Β΄, έναν Κιρκάσσιο Μαμελούκο, επίσης του Καλαβούν, ο οποίος θεωρείτο πιο πλούσιος, ευσεβής και πνευματικά καλλιεργημένος από τους άμεσους προκατόχους του. Στην αρχή της δεύτερης περιόδου σουλτανείας του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, οι Ιλχανίδες, των οποίων ο αρχηγός, ο χάνος Μαχμούντ Γκαζάν, είχε προσηλυτιστεί στο Ισλάμ, εισέβαλαν στη Συρία και έτρεψαν σε φυγή ένα μαμελουκικό στρατό κοντά στη Χομς στη Μάχη του Ουάντι αλ-Χαζαντάρ το 1299. Παρόλα αυτά, αμέσως μετά τη μάχη ο Γκαζάν απέσυρε τα περισσότερα από τα στρατεύματά του από τη Συρία, εξαιτίας έλλειψης ζωοτροφής για τα πολυάριθμα άλογα του στρατού του, ενώ το 1300 ακολούθησε η υπόλοιπη δύναμη των Ιλχανιδών, που υποχώρησε στην προσέγγιση του αναδιοργανωμένου πλέον στρατού των Μαμελούκων. Μια ακόμη εισβολή των Ιλχανιδών το 1303 αποκρούστηκε μετά την ήττα τους στη Μάχη του Μαρτζ αλ-Σουφφάρ στις πεδιάδες νοτίως της Δαμασκού.

Τρίτη περίοδος σουλτανείας του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαϋμπάρς Β΄ κυβέρνησε για περίπου έναν χρόνο πριν ο Μουχάμμαντ αν-Νασίρ γίνει σουλτάνος ξανά το 1310, τη φορά αυτή κυβερνώντας πάνω από 30 συνεχή έτη σε μια περίοδο που συχνά θεωρείται από τους ιστορικούς της περιόδου των Μαμελούκων ως το απόγειο του καθεστώτος Μπάχρι ειδικώς, και του Μαμελουκικού Σουλτανάτου γενικώς. Για ν' αποφύγει τις εμπειρίες των δύο προηγούμενων περιόδων σουλτανείας του, όπου οι Μαμελούκοι του Καλαβούν και του Χαλίλ επηρέαζαν την εξουσία και περιοδικώς οικειοποιούνταν το σουλτανάτο, ο Μουχάμμαντ προσπάθησε να εγκαθιδρύσει μια πολιτική μορφή ολοκληρωτισμού. Στις αρχές της τρίτης περιόδου σουλτανείας του, το 1310, φυλάκισε, εξόρισε ή εκτέλεσε τους Μαμελούκους εμίρηδες που υποστήριζαν εκείνους που τον είχαν ανατρέψει στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένων των Μαμελούκων Μπούρτζι. Στη συνέχεια, αναδιένειμε τα εμιράτα σε πάνω από τριάντα από τους δικούς του Μαμελούκους. Όσον αφορά τους Μαμελούκους του πατέρα του, αρχικώς, ο Μουχάμμαντ άφησε τους περισσότερους από αυτούς ανενόχλητους, αλλά το 1311 και το 1316, φυλάκισε και εκτέλεσε την πλειοψηφία αυτών, και αναδιένειμε στη συνέχεια τα εμιράτα στους δικούς του. Μέχρι το 1316, ο αριθμός των Μαμελούκων είχε μειωθεί στους 2.000. Ο Μουχάμμαντ προχώρησε ακόμα περισσότερο στην επιβολή της εξουσίας του ορίζοντας τον αλ-Ουαθίκ ως διάδοχο του χαλίφη αλ-Μουστακφί, καθώς και εξαναγκάζοντας τον καδή να εκδώσει δικαστικές αποφάσεις που προωθούσαν τα συμφέροντά του.

Η τρίτη περίοσος σουλτανείας του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ σημαδεύτηκε επίσης από την εκτροπή από τις παραδόσεις της διαδοχής και διοικητικής προαγωγής των προκατόχων του, από τότε που παρατήρησε κατά τις δύο πρώτες περιόδους εξουσίας του ότι τέτοιες παραδόσεις είχαν σε κάθε περίπτωση αγνοηθεί, ενώ οι σουλτάνοι δολοφονούνταν και οι Μαμελούκοι κακομεταχειρίζονταν άλλους Μαμελούκους στην προσπάθειά τους εξασφάλισης της εξουσίας. Επιπλέον, ο Μουχάμμαντ, όντας υιός ενός Μαμελούκου και όχι Μαμελούκος ο ίδιος, ρίσκαρε την υπονόμευση της θέσεώς του μεταξύ της, σε μεγάλο βαθμό μαμελουκικής, ελίτ του σoυλτανάτου. Το γεγονός αυτό εξηγεί μερικώς τους διωγμούς χιλιάδων Μαμελούκων που είχαν αγοραστεί από τους προκατόχους του. Εν μέσω συνθηκών που φρέναραν τη ροή Μαμελούκων από τα υπό μογγολική κατοχή εδάφη προς το μαμελουκικό σουλτανάτο, το οποίο διακήρυσσε τις πλέον πολύ πιο ευνοϊκές συνθήκες για νέους Μαμελούκους, ο Μουχάμμαντ προσπάθησε ν' αναπληρώσει την απώλεια των διωχθέντων Μαμελούκων υιοθετώντας νέες μεθόδους εκπαίδευσης και στρατιωτικής και οικονομικής ανέλιξης που εισήγαν ένα μεγάλο βαθμό ανεκτικότητας. Η ανεκτικότητα αυτή ενθάρρυνε την επιδίωξη στρατιωτικής καριέρας στην Αίγυπτο εμπνέοντας τους Μαμελούκους εκτός της χώρας, σε βαθμό που οι γονείς πουλούσαν τα παιδιά τους ως Μαμελούκους με την πίστη ότι αυτά θα απολάμβαναν πλέον ένα βελτιωμένο επίπεδο ζωής.

Υπό τον Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, οι Μαμελούκοι αναχαίτισαν επιτυχώς μια εισβολή των Ιλχανιδών στη Συρία το 1313, και κατόπιν συνήψαν συνθήκη ειρήνης με το Ιλχανάτο το 1322, επιφέροντας έτσι ένα μακροχρόνιο τερματισμό των πολέμων Μαμελούκων-Μογγόλων. Μετά την αποκλιμάκωση αυτή, ο Μουχάμμαντ ήταν ικανός ν' αναγγείλει μια περίοδο σταθερότητας και ευημερίας του σουλτανάτου, μέσω κύριων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούσαν να διασφαλίσουν τη συνέχιση της εξουσίας του και την παγίωση του καθεστώτος Καλαβούνι-Μπάχρι. Παράλληλα με την περίοδο σουλτανείας του Μουχάμμαντ, σημειώθηκε η διάσπαση και αποσύνθεση του Ιλχανάτου σε αρκετά μικρότερα δυναστικά κρατίδια, και η συνακόλουθη προσπάθεια των Μαμελούκων να συνάψουν διπλωματικούς και εμπορικούς δεσμούς με τις νέες αυτές πολιτικές οντότητες. Ο Μουχάμμαντ προσπάθησε επίσης να εξασφαλίσει το μόνιμο μαμελουκικό έλεγχο επί του υποτελούς νουβικού κρατιδίου της Μακουρίας, εισβάλλοντας σε αυτό το 1316 και εγκαθιστώντας στην εξουσία ως βασιλιά έναν μουσουλμάνο Νούβιο, τον Αμπνταλλάχ Μπαρσαμπού. Ο τελευταίος ανατράπηκε από τον Αουλάντ Κανζ, τον οποίο προσωρινώς εκδίωξε ο Μουχάμμαντ αν-Νασίρ με μια εκστρατεία του 1324-1324.

Το τέλος του καθεστώτος Μπάχρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουχάμμαντ αν-Νασίρ πέθανε το 1341 και η εξουσία του ακολουθήθηκε από τη διαδοχή στο θρόνο των απογόνων του σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από πολιτική αποσταθεροποίηση. Οι περισσότεροι εκ των διαδόχων του, εκτός του Χασάν αν-Νασίρ (1347-1351, και 1354-1361) και Σαμπάν αλ-Ασράφ (1363–1367), ήταν σουλτάνοι κατ' όνομα μόνο, με τους πάτρωνες της ηγετικής μαμελουκικής φατρίας να κατέχουν την πραγματική εξουσία. Ο πρώτος από τους υιούς του Μουχάμαμντ αν-Νασίρ που έγινε σουλτάνος ήταν ο Αμπού Μπακρ, τον οποίο υπέδειξε ως διάδοχό του ο Μουχάμμαντ πριν το θάνατό του. Παρόλα αυτά, ο βασικός βοηθός του Μουχάμμαντ, Καουσούν, κρατούσε την πραγματική εξουσία και τελικώς φυλάκισεκαι εκτέλεσε τον Αμπού Μπακρ και στη θέση του τοποθέτησε ως σουλτάνο τον ανήλικο υιό του Μουχάμμαντ, Κουτζούκ αλ-Ασράφ. Τον Ιανουάριο του 1342, παρόλα αυτά, ο Καουσούν και ο Κουτζούκ ανατράπηκαν, και ο ετεροθαλής αδελφός του τελευταίου, Αχμάντ αν-Νασίρ του Αλ Καράκ, ανακηρύχθηκε σουλτάνος. Ο Αχμάντ εγκαταστάθηκε στο Αλ Καράκ και άφησε έναν βοηθό του να κυβερνήσει εκ μέρους του στο Κάιρο. Η ανορθόδοξη αυτή κίνηση, μαζί με την απομονωτική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του καθώς και την εκτέλεση πιστών οπαδών του, οδήγησε στην ανατροπή του και αντικατάστασή του από τον ετεροθαλή αδελφό του Ισμαήλ ας-Σαλίχ τον Ιούνιο του 1342. Ο Ισμαήλ κυβέρνησε μέχρι το θάνατό του τον Αύγουστο του 1345, και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σαμπάν αλ-Καμίλ. Ο αλ-Καμίλ σκοτώθηκε σε μια εξέγερση των Μαμελούκων και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Χατζί αλ-Μουζαφάρ, που επίσης σκοτώθηκε σε μια ακόμη εξέγερση των Μαμελούκων στα τέλη του 1347.

Μετά τον θάνατο του Χατζί, οι υψηλόβαθμοι εμίρηδες του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ βιαστικά ανακήρυξαν σουλτάνο έναν άλλο από τους υιούς του, τον δωδεκάχρονο Χασάν αν-Νασίρ. ΤΗν ιδία εποχή, 1347-1348, έφτασε και στην Αίγυπτο η επιδημία βουβωνικής πανώλης, την οποία ακολούθηκσαν και άλλες επιδημίες, προκαλώντας μαζικούς θανάτους στον πληθυσμό της χώρας, γεγονός που οδήγησε με τη σειρά του σε μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές στην περιοχή. Το 1351, ο Χασάν αποπειράθηκε να ισχυροποιήσει τη διοικητική του εξουσία, οπότε και εκδιώχθηκε από τους υψηλόβαθμους εμίρηδες, υπό την ηγεσία του εμίρη Ταζ, οι οποίοι τον αντικατέστησαν με τον αδελφό του, Σαλίχ ας-Σαλίχ. Οι εμίρηδες Σαϋχού και Σιργκιτμίς ανέτρεψαν με πραξικόπημα και τον Σαλίχ και αποκατέστησαν στο σουλτανικό θρόνο τον Χασάν το 1355. Μετά την αποκατάστασή του όμως στο θρόνο, ο Χασάν σταδιακά εκδίωξε τους εμίρηδες Ταζ, Σαϋχού και Σιργκιτμίς και τους Μαμελούκους τους από το διοικητικό του μηχανισμό. Παράλληλα, ο Χασάν άρχισε να στρατολογεί και προωθεί τους αουλάντ αλ-νας (απογόνους των Μαμελούκων που δεν βίωσαν τη διαδικασία σκλαβοποίησης και συνακόλουθης απελευθέρωσης) στο στρατό και τη διοίκηση, μια διαδικασία που κράτησε για το υπόλοιπο της περιόδου Μπάχρι. Αυτό οδήγησε στη δυσφορία και αντίδραση των ίδιων των Μαμελούκων του Χασάν, που υπό την ηγεσία του εμίρη Γιαλμπουγκά αλ-Ουμάρι, προχώρησαν στη δολοφονία του Χασάν το 1361.

Ο Γιαλμπουγκά έγινε αντιβασιλιάς του διαδόχου του Χασάν και νεαρού υιού του σουλτάνου Χατζί αλ-Μουζαφάρ, Μουχάμμαντ αλ-Μανσούρ. Μέχρι τότε, η αλληλλεγγύη των Μαμελούκων και η πίστη και υποταγή τους στους εμίρηδες είχε εξαφανιστεί. Για να αποκαταστήσει την πειθαρχία και ενότητα εντός του μαμελουκικού κράτους και στρατού, ο Γιαλμπουγκά εισήγαγε ξανά τις άκαμπτες και αυστηρές εκπαιδευτικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στους Μαμελούκους κατά τις περιόδους των σουλτάνων Μπαϋμπάρς και Καλαβούν. Το 1365, οι προσπάθειες των Μαμελούκων να προσαρτήσουν την Αρμενία, που είχε πλέον αντικαταστήσει τη σταυροφορική Άκρα ως χριστιανικό εμπορικό κέντρο της Ασίας, αποθαρρύνθηκαν από μια εισβολή στην Αλεξάνδρεια των δυνάμεων του Πέτρου Α΄ της Κύπρου. Παράλληλα, οι Μαμελούκοι βίωσαν μια επιδείνωση της επικερδούς θέσης τους στο διεθένς εμπόριο και η οικονομία του σουλτανάτου παρήκμασε, εξασθενώντας περαιτέρω το καθεστώς Μπάχρι. Στο μεταξύ, η διαφαινόμενη τραχύτητα των εκπαιδευτικών μεθόδων του Γιαλμπουγκά και η άρνησή του να καταργήσει τις μεταρρυθμίσεις του στο θέμα της πειθαρχίας οδήγησαν στην ξαφνική και βίαιη αντίδραση των Μαμελούκων. Ο Γιαλμπουγκά ως επακόλουθο δολοφονήθηκε από τους δικούς του Μαμελούκους σε μια εξέγερση το 1366. Οι εξεγερθέντες Μαμελούκοι υποστηρίχθηκαν από τον σουλτάνο Σαμπάν αλ-Ασράφ, που ο Γιαλμπουγκά είχε τοποθετήσει στο σουλτανικό θρόνο το 1363. Ο Σαμπάν κατάφερε έτσι να κυβερνήσει ως η πραγματική δύναμη του σουλτανάτου έως το 1377, όταν δολοφονήθηκε από Μαμελούκους διαφωνούντες ενώ βρισκόταν καθ΄οδόν προς τη Μέκκα για το Χατζ (το ετήσιο προσκύνημα των μουσουλμάνων στη Μέκκα).

Η περίοδος Μπούρτζι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σουλτανεία του Μπαρκούκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον σουλτάνο Σαμπάν διαδέχθηκε ο επτάχρονος υιός του Αλί αλ-Μανσούρ, παρόλο που η ολιγαρχία των υψηλόβαθων εμίρηδων κρατούσε τα ηνία της εξουσίας. Μεταξύ των εμίρηδων αυτών που ξεχώρισαν κατά την περίοδο σουτλανείας του Αλί, ήταν ο Μπαρκούκ, ένας Κιρκάσσιος Μαμελούκος του παλαιότερου σουλτάνου Γιαλμπουγκά, που ήταν αναμεμειγμένος στη δολοφονία του Σαμπάν, και ο Μπαράκα, επίσης ένας από τους Μαμελούκους του Γιαλμπουγκά. Ο Μπαρκούκ έγινε αταμπέγκ αλ-ασακίρ (αταμπέκος του στρατού) το 1378, και χρησιμοποίησε τον μαμελουκικό στρατό για να εκδιώξει τον ανταγωνιστή του Μπαράκα το 1380. Κατόπιν, κατάφερε να φέρει στην Αίγυπτο τον πατέρα του Ανάς και πολλούς από τους συγγενείς του, πιθανόν σε μια προσπάθεια να εγκαθιθρύσει μια βάση εξουσίας εκτός του μαμελουκικού κατεστημένου. Ο Αλί απεβίωσε το Μάιο του 1381, και τον διαδέχθηκε ο εννιάχρονος αδελφός του, Χατζί ας-Σαλίχ. Παρόλα αυτά, η αληθινή εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Μπαρκούκ, που ήταν πλέον αντιβασιλιάς του Χατζί ας-Σαλίχ. Ο Μπαρκούκ προσπάθησε να διαδεχθεί τον Αλί ως σουλτάνος, αλλά η προσπάθειά του αυτή αναχαιτίστηκε από άλλους υψηλόβαθμους εμίρηδες. Μολαταύτα, τον επόμενο χρόνο, ο Μπαρκούκ ανέτρεψε τον Χατζί με την υποστήριξη των Μαμελούκων του Γιαλμπουγκά και οικειοποιήθηκε το σουλτανάτο, υιοθετώντας τον τίτλο του Μπαϋμπάρς Α΄, αλ-Μαλίκ αζ-Ζαχίρ (δηλ. "Ο Περίτρανος Βασιλιάς").

Κρίσεις και αποκατάσταση της κρατικής εξουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαρκούκ πέθανε το 1399 και τον διαδέχθηκε ο εντεκάχρονος υιός του, Φαράτζ αν-Νασίρ, που βρισκόταν στη Δαμασκό εκείνο τον καιρό. Την ίδια χρονιά, ο Ταμερλάνος εισέβαλε στη Συρία, λεηλατώντας το Χαλέπι, πριν προχωρήσει στην άλωση και λεηλασία της Δαμασκού. Ο Ταμερλάνος τερμάτισε την κατοχή της Συρίας από τις δυνάμεις του το 1402 για να εστιάσει την προσοχή του στον πόλεμο με τους Οθωμανούς Τούρκους στην Ανατολία, τους οποίους θεωρούσε πιο επικίνδυνη απειλή για την εξουσία του. Ο Φαράτζ κατάφερε να κρατηθεί στην εξουσία κατά τη διάρκεια της ταραγμένης αυτής περιόδου, που σημαδεύτηκε, εκτός από τις καταστροφικές επιδρομές των δυνάμεων του Ταμερλάνου, από την άνοδο των τουρκικών φυλών στην Άνω Μεσοποταμία (Τζαζίρα) και τις προσπάθειες των εμίρηδων του Μπαρκούκ να τον ανατρέψουν, καθώς και από έναν λιμό στην Αίγυπτο το 1403, και μια εξέγερση των Βεδουίνων μεταξύ των ετών 1401-1413, που ουσιαστικά κατέλυσε την εξουσία των Μαμελούκων στην Άνω Αίγυπτο. Έτσι, η εξουσία των Μαμελούκων στο σουλτανάτο διαβρώθηκε σημαντικά, ενώ η πρωτεύουσα Κάιρο βίωσε οικονομική κρίση.

Ο Φαράτζ ανατράπηκε το 1412 από τους εμίρηδες Τανάμ, Τζακάμ, Ναουρούζ και Σεΐχ αλ-Μουαγιάντ, που είχαν τη βάση τους στη Συρία, τους οποίους προσπάθησε ν΄ αντιμετωπίσει πραγματοποιώντας επτά στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον τους κατά την περίοδο της σουλτανείας του. Οι εμίρηδες όμως δεν μπορούσαν να σφετερισθούν το σουλτανικό θρόνο οι ίδιοι, και τοποθέτησαν σε αυτόν τον χαλίφη αλ-Μουσταΐν. Ο χαλίφης είχε την υποστήριξη των μη Κιρκάσσιων Μαμελούκων και την αποδοχή της νομιμότητάς του από τον γηγενή πληθυσμό. Έξι μήνες αργότερα, ο εμίρης Σεΐχ αλ-Μουαγιάντ απομάκρυνε τον χαλίφη αλ-Μουσταΐν από το σουλτανικό θρόνο, μετά την εξουδετέρωση του κύριου αντιπάλου του, εμίρη Ναουρούζ, και τον κατέλαβε ο ίδιος. Ο βασικός στόχος του αλ-Μουαγιάντ ήταν η αποκατάσταση της κρατικής εξουσίας στο σουλτανάτο, το οποίο βίωσε περαιτέρω λοιμούς την περίοδο 1415-1417 και το 1420. Κατά τη διάρκεια της σουλτανείας του, ο αλ-Μουαγιάντ αναδιοργάνωσε τη δημοσιονομική διοίκηση του κράτους, για να αναπληρώσει το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Με το σκοπό αυτό, ο διοικητής του επί των οικονομικών του σουλτανάτου εξαπέλυσε εκστρατείες είσπραξης φόρων σε όλη την έκταση του κράτους, οι οποίες οδήγησαν στην καταλήστευση του πληθυσμού, για να αντισταθμίσει τις καθυστερούμενες οφειλές που είχαν συσσωρευτεί από την περίοδο σουλτανείας του Φαράτζ αν-Νασίρ. Ο αλ-Μουαγιάντ προετοίμασε επίσης και πραγματοποίησε στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον των εχθρών των Μαμελούκων στην Ανατολία, επαναβεβαιώνοντας την επιρροή του μαμελουκικού σουλτανάτου στην περιοχή.

Η πτώση του σουλτανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Οθωμανός σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ ήταν απασχολημένος στη Ευρώπη, ένας νέος γύρος συγκρούσεων ξέσπασε μεταξύ της μαμελουκικής Αιγύπτου και του Ιράν των Σαφαβιδών το 1501. Ο σαφαβίδης σάχης Ισμαήλ Α΄ απέστειλε πρεσβεία στη Βενετία και τη Συρία προσκαλώντας τες να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να ανακαταλάβουν το τμήμα εκείνο της επικράτειάς τους που είχαν αποσπάσει οι Οθωμανοί. Ο Σελίμ Α΄ που το 1512 ανέτρεψε τον πατέρα του, Βαγιαζήτ Β΄, έστειλε μήνυμα στον Μαμελούκο σουλτάνο Κανσούχ αλ-Γκάουρι, κατηγορώντας τον ότι παραχωρούσε ασφαλές πέρασμα στους απεσταλμένους των Σαφαβιδών μέσω της Συρίας κατά το ταξίδι τους στη Βενετία, καθώς και ότι η χώρα του αποτελούσε καταφύγιο των προσφύγων από το Ιράν. Για να τον εξευμενίσει, ο Αλ-Γκάουρι έθεσε υπό περιορισμό τους Βενετούς εμπόρους στη Συρία και την Αίγυπτο, αλλά ένα χρόνο μετά τούς απελευθέρωσε.

Μετά τη Μάχη του Τσαλντιράν το 1514, ο Σελίμ Α΄ επιτέθηκε στους Ντουλκαντιρίδες (το τουρκομανικό εμιράτο του Ντουλκαντίρ), που ήταν εκείνο τον καιρό υποτελείς στους Αιγύπτιους, και έστειλε το κομμένο κεφάλι του εμίρη τους στον Μαμελούκο σουλτάνο αλ-Γκάουρι. Εξασφαλισμένος πλέον ενάντια στον σάχη Ισμαήλ Α΄, το 1516 ο Σελίμ Α΄ συγκέντρωσε έναν μεγάλο στρατό με σκοπό να καταλάβει την Αίγυπτο, αλλά για να αποκρύψει τους σκοπούς του εμφάνιζε το στρατό αυτό ως προορισμένο να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον του σάχη Ισμαήλ. Ο πόλεμος άρχισε το 1516 και οδήγησε αργότερα στην ενσωμάτωση της Αιγύπτου και των υποτελών της χωρών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με το ιππικό των Μαμελούκων να μην μπορεί ν΄ αντιπαρατεθεί επάξια στο πυροβολικό των Οθωμανών και τους γενίτσαρους. Στις 25 Αυγούστου 1516, στη Μάχη του Μαρτζ Νταμπίκ, ο σουλτάνος των Μαμελούκων, αλ-Γκάουρι, σκοτώθηκε. Η Συρία πέρασε στην κατοχή των Οθωμανών, οι οποίοι έγιναν δεκτοί με ευχαρίστηση από το γηγενή πληθυσμό, ως δύναμη απελευθέρωσης και απαλλαγής του από τους Μαμελούκους.

Το Μαμελουκικό Σουλτανάτο επιβίωσε έως το 1517, όταν η Αίγυπτος κατακτήθηκε με τη σειρά της από τους Οθωμανούς. Ο Οθωμανός σουλτάνος Σελίμ Α΄ κατέλαβε το Κάιρο στις 20 Ιανουαρίου 1517. Αν και όχι με την ίδια μορφή όπως στα χρόνια του μαμελουκικού σουλτανάτου, οι Οθωμανοί διατήρησαν, για λόγους ευκολότερου ελέγχου του πληθυσμού, τους Μαμελούκους και τη δυναστεία Μπούρτζι ως εξουσιαστική ελίτ της Αιγύπτου. Έτσι, οι Μαμελούκοι επέτυχαν μεν ν' ανακτήσουν αρκετή από την επιρροή τους, παρέμειναν όμως υποτελείς των Οθωμανών.

Κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον καιρό που οι Μαμελούκοι πήραν την εξουσία, τα Αραβικά είχαν ήδη επικρατήσει ως η γλώσσα της θρησκείας, του πολιτισμού και της γραφειοκρατίας στην Αίγυπτο, και ήταν διαδεδομένα μεταξύ των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων επίσης. Η χρήση της Αραβικής τόσο μεταξύ των μουσουλμάνων όσο και μεταξύ των μη μουσουλμάνων οφειλόταν στη φιλοδοξία όσων δεν την ήξεραν να μάθουν τη γλώσσα της εξουσιαστικής και λόγιας ελίτ.Ένας άλλος παράγοντας ήταν το κύμα της αραβικής φυλετικής μετανάστευσης στην Αίγυπτο και οι μεικτοί γάμοι μεταξύ των Αράβων και ιθαγενών πληθυσμών. Οι Μαμελούκοι συνεισέφεραν στην εξάπλωση της αραβικής γλώσσας στην Αίγυπτο με τη νίκη τους κατά των Μογγόλων και των Σταυροφόρων, και τη συνακόλουθη δημιουργία ενός μουσουλμανικού παραδείσου στην Αίγυπτο και τη Συρία για τους αραβόφωνους μετανάστες από άλλες κατακτημένες μουσουλμανικές χώρες. Οι συνεχιζόμενες εισβολές των μογγολικών στρατιών στη Συρία οδήγησαν σε περισσότερα κύματα Σύριων μεταναστών στην Αίγυπτο, που περιελάμβαναν λογίους και τεχνίτες.

Παρόλο που τα Αραβικά χρησιμοποιούνταν ως η γλώσσα της διοίκησης του σουλτανάτου, τα Τουρκικά ήταν η καθομιλουμένη γλώσσα της μαμελουκικής εξουσιαστικής ελίτ. Σύμφωνα με τον Πέτρυ, "οι Μαμελούκοι θεωρούσαν τα Τουρκικά ως το όχημα επικοινωνίας της κάστας τους, παρόλο που οι ίδιοι μιλούσαν κεντροασιατικές τουρκικές διαλέκτους όπως τα Κιπτσακικά, ή τα Κιρκασιανά (Ανατολικά και Δυτικά Κιρκασιανά), μια μη τουρκική, καυκασιανή γλώσσα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Μάικλ Γουίντερ, "η Τουρκικότητα" ήταν η διακριτή όψη της μαμελουκικής ελίτ, επειδή τα μέλη της ήταν τα μόνα που μπορούσαν να μιλήσουν τουρκικά και είχαν τουρκικά ονόματα. Ενώ η μαμελουκική ελίτ ήταν εθνικώς ανομοιογενής, αυτοί που δεν ήταν τουρκικής καταγωγής είχαν μολαταύτα "τουρκοποιηθεί". Ως εκ τούτου, οι Κιρκάσιοι Μαμελούκοι που ξεχώρισαν κατά την άνοδο του καθεστώτος Μπούρτζι και έγιναν το κυρίαρχο εθνικό στοιχείο στην κυβέρνηση, είχαν εκπαιδευθεί στην τουρκική γλώσσα και θεωρούντο Τούρκοι από τον αραβόφωνο πληθυσμό του σουλτανάτου.

Η ηγετική στρατιωτική ελίτ του σουλτανάτου αποτελείτο αποκλειστικώς από εκείνους με μαμελουκικό υπόβαθρο, με σπάνιες εξαιρέσεις. Η εθνικότητα χρησίμευε ως κύριος παράγοντας διαχωρισμού της κυρίως τουρκικής ή τουρκοποιημένης μαμελουκικής ελίτ από τους αραβόφωνους υπηκόους του σουλτανάτου. Η εθνική καταγωγή ήταν ουσιώδες συστατικό της μαμελουκικής ταυτότητας, και η εθνική ταυτότητα φανερωνόταν μέσω δοσμένων ονομάτων, ενδυμασίας, πρόσβασης σε διοικητικές θέσεις και υποδηλωνόταν από μια σουλτανική νίσμπα. Οι υιοί των Μαμελούκων, γνωστοί ως αουλάντ-αλ νας, τυπικώς δεν κατείχαν θέσεις στη στρατιωτική ελίτ, παρόλα αυτά όμως, αποτελούσαν συχνά τμήμα του πολιτικού διοικητικού μηχανισμού ή του μουσουλμανικού θρησκευτικού κατεστημένου. Μεταξύ των σουλτάνων και εμίρηδων της περιόδου Μπάχρι, υπήρχε ένας βαθμός περηφάνειας για τις κιπτσακικές ρίζες τους, και οι μη Κιπτσάκοι σφετεριστές των αξιωμάτων τους, όπως οι σουλτάνοι Κετμπογά Νογιάν, Μπαϋμπάρς αλ-Τζασνακίρ (Μπαϋμπάρς Β΄) και Λατσίν αλ-Μανσούρι, συχνά απονομιμοποιούνταν στις ιστορικές πηγές της περιόδου Μπάχρι για τις μη κιπτσακικές ρίζες τους. Οι μαμελουκικές ελίτ της περιόδου Μπούρτζι ήταν επίσης φανερά περήφανοι για τις κιρκασιανές ρίζες τους.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουσουλμανική κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ευρεία ποικιλία ισλαμικών θρησκευτικών εκφράσεων υπήρχε στην Αίγυπτο κατά την περίοδο των Μαμελούκων, ήτοι του σουνιτικού Ισλάμ με τις κύριες μαντχάμπ του (νομικές σχολές σκέψης), καθώς και διαφόρων ταγμάτων Σούφι, όπως επίσης μικρών κοινοτήτων ισμαηλιτών Σιιτών, κυρίως στην Άνω Αίγυπτο. Επιπρόσθετα, υπήρχε σημαντική μειονότητα Κοπτών χριστιανών. Υπό τον σουλτάνο Σαλαντίν, οι Αγιουβίδες ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα ανανέωσης και ισχυροποίησης του σουνιτικού Ισλάμ στην Αίγυπτο προκειμένου να αντιπαρατεθούν στο Χριστιανισμό, που διήγε περίοδο αναγέννησης υπό την ανεκτική στον θρησκευτικό τομέα πολιτική των Φατιμιδών, και στον Ισμαηλισμό, τον κλάδο του Ισλάμ που είχε ως κυρίαρχη επίσημη θρησκεία το φατιμιδικό κράτος. Υπό τους σουλτάνους της περιόδου Μπάχρι, η προαγωγή του σουνιτικού Ισλάμ επιδιώχθηκε πιο δραστήρια από την περίοδο των Αγιουβιδών. Οι Μαμελούκοι είχαν ως κίνητρο την προσωπική θρησκευτική ευλάβεια ή την πολιτική σκοπιμότητα, καθώς το Ισλάμ ήταν ένας παράγοντας αφομοίωσης όσο και ενοποίησης μεταξύ των Μαμελούκων και της πλειοψηφίας των υπηκόων τους. Οι πρώτοι Μαμελούκοι είχαν ανατραφεί ως σουνίτες Μουσουλμάνοι και η μουσουλμανική πίστη ήταν ο μόνος τομέας της ζωής που μοιραζόταν η μαμελουκική ελίτ με τους υπηκόους της. Ενώ το προηγούμενο θρησκευτικό καθεστώς υπό τους Αγιουβίδες επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον εναγκαλισμό των Μαμελούκων στο σουνιτικό Ισλάμ, οι συνθήκες στη μουσουλμανική Μέση Ανατολή την επαύριο των σταυροφορικών και μογγολικών εισβολών κατέστησε τη μαμελουκική Αίγυπτο τον τελευταίο κύριο παράγοντα ισλαμικής ισχύος, με ικανότητα αντιμετώπισης των Σταυροφόρων και των Μογγόλων. Γι' αυτό το λόγο, ο πρώιμος εναγκαλισμός του σουνιτικού Ισλάμ από τους Μαμελούκους οφειλόταν στην επιδίωξη οικοδόμησης μιας ηθικής ενότητας εντός του σουλτανάτου, βασισμένης στις απόψεις της πλειοψηφίας των υπηκόων του.

Οι Μαμελούκοι αναζητούσαν να εκπαιδεύσουν και χρησιμοποιήσουν τους μουσουλμάνους ηγέτες για να καθοδηγήσουν τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμάνων υπηκόων του σουλτανάτου με τρόπο που δεν θα παρεμπόδιζε την εξουσία τους. Όπως και οι Αγιουβίδες προκάτοχοί τους, οι σουλτάνοι της μαμελουκικής περιόδου Μπάχρι έδειξαν αξιοσημείωτη εύνοια προς τη νομική σχολή σκέψης Σαφέι, ενώ προωθούσαν επίσης τις άλλες κύριες σχολές, ήτοι τις σχολές Μαλίκι, Χανμπάλι και Χανάφι. Ο Μπαϋμπάρς αλ-Μπουντουκνταρί (Μπαϋμπάρς Α΄) τερμάτισε την αγιουβιδική και τη συνακόλουθη πρώιμη μαμελουκική παράδοση επιλογής στη θέση του επικεφαλής καδή (επικεφαλής δικαστή) ενός σαφεϊστή λογίου, επιλέγοντας αντίθετα έναν από καθεμία εκ των τεσσάρων μαντχάμπ. Η πολιτική αυτή αλλαγή ίσως προέκυψε εξαιτίας της επιθυμίας να συμφιλιωθεί και ενοποιηθεί ένας αυξανόμενος ανομοιογενής μουσουλμανικός πληθυσμός, λόγω στοιχείων που είχαν μεταναστεύσει στην Αίγυπτο από περιοχές όπου άλλες μαντχάμπ ήταν διαδεδομένες και κυρίαρχες. Τελικώς, παρόλα αυτά, η σύγχυση από την ανάθεση του αξιώματος του επικεφαλής καδή σε εκπροσώπους των τεσσάρων σχολών, έδωσε τη δυνατότητα στους Μαμελούκους σουλτάνους να ενεργούν ως πάτρωνες για κάθε σχολή και έτσι να κερδίζουν μεγαλύτερη επιρροή σε αυτές. Ανεξαρτήτως της αλλαγής αυτής πολιτικής, οι λόγιοι της σχολής Σαφέι διατήρησαν έναν αριθμό προνομίων σε σχέση με τους συναδέλφους τους των άλλων σχολών.

Οι Μαμελούκοι επίσης αγκάλιασαν τα διάφορα τάγματα Σούφι που υπήρχαν στο σουλτανάτο. Ο Σουφισμός είχε αναπτυχθεί στην Αίγυπτο τον 13ο αιώνα, και οι Σαντχιλίγια ήταν το πιο δημοφιλές σουφικό τάγμα. Οι Σαντχιλίγια είχαν έλλειψη καθεστωτικής δομής και ήταν ευέλικτοι στις θρησκευτικές απόψεις τους, με αποτέλεσμα να προσαρμόζονται εύκολα στα τοπικά περιβάλλοντα. Ενσωμάτωναν τη σουνιτική ισλαμική ευλάβεια με τη βάση της στο Κοράνι και τα χαντίθ, τον μυστικισμό των Σούφι, καθώς και στοιχεία της λαϊκής θρησκευτικής παράδοσης όπως η αγιοσύνη, οι επισκέψεις σε τάφους αγίων ή θρησκευτικών προσωπικοτήτων, και η επίκληση στον Αλλάχ. Άλλα σουφικά τάγματα με μεγάλους αριθμούς ακολούθων ήταν οι Ριφαΐγια και οι Μπανταουίγια. Ενώ οι Μαμελούκοι πατρονάριζαν τους σουνίτες λογίους (ουλεμά) μέσω διορισμών σε κυβερνητικές θέσεις, πατρονάριζαν επίσης και τους σουφιστές μέσω της χρηματοδότησης των τεκέδων τους. Στην άλλη πλευρά του φάσματος της σουνιτικής θρησκευτικής έκφρασης ήταν τα διδάγματα του χανμπαλιστή λογίου Ιμπν Ταϋμίγια, ο οποίος έδιδε έμφαση στην άκαμπτη ηθική τραχύτητα που βασιζόταν στις κυριολεκτικές (κατά λέξη) ερμηνείες του Κορανίου και της Σουνά, και σε μια βαθιά εχθρότητα σε πλευρές του μυστικισμού και λαϊκών θρησκευτικών καινοτομιών που προωθούσαν τα διάφορα σουφικά τάγματα. Ενώ ο Ιμπν Ταϋμίγια δεν ήταν ένας τυπικός εκπρόσωπος της σουνιτικής ορθοδοξίας στο σουλτανάτο, ήταν ο πιο διαπρεπής μουσουλμάνος λόγιος της μαμελουκικής περιόδου και είχε συλληφθεί πολλές φορές από την κυβέρνηση για τις θρησκευτικές του διδασκαλίες, οι οποίες ασκούν επιρροή ακόμα και σήμερα στο μουσουλμανικό κόσμο. Τα δόγματα του Ιμπν Ταϋμίγια θεωρούντο ως αιρετικά από το σουνιτικό κατεστημένο που πατρονάριζαν οι Μαμελούκοι, κυρίως λόγω της ακαμψίας τους που δημιουργούσε προβλήματα στην προσπάθεια ενοποίησης μιας πολυεθνικής, με διάφορα θρησκευτικά ρεύματα αυτοκρατορίας, όσο και γιατί στηλίτευαν τη διαφθορά και την κατά τη γνώμη του απόκλιση από τα διδάγματα του Κορανίου.

Χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι του σουλτανάτου κυβερνώντο από τη διπλή εξουσία που ασκούσαν οι μεν αντιπροσωπευτικοί θρησκευτικοί θεσμοί τους, καθώς και ο σουλτάνος. Η εξουσία των πρώτων επεκτεινόταν σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής των Χριστιανών και των Εβραίων και δεν περιοριζόταν στις θρησκευτικές πρακτικές των δύο αυτών κοινοτήτων. Η μαμελουκική κυβέρνηση, συχνά υπό το επίσημο λάβαρο του Συμφώνου του Ουμάρ, που έδωσε στους Χριστιανούς και τους Εβραίους το καθεστώς ντίμμι (προστατευμένων ανθρώπων), τελικώς καθόριζε τους φόρους που θα πλήρωναν οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες στο σουλτανάτο, οι οποίοι περιελάμβαναν τον τζίζγια (κεφαλικό φόρο), εάν θα κατασκευαζόταν κάποιος λατρευτικός χώρος των δύο αυτών κοινοτήτων, καθώς και την απαιτούμενη ενδυμασία τους κατά τις δημόσιες εμφανίσεις τους. Οι Εβραίοι γενικώς φορολογούνταν ευμενέστερα από τους Χριστιανούς, και οι τελευταίοι αντιμετώπισαν μεγαλύτερες δυσκολίες υπό την μαμελουκική εξουσία απ' ότι σε περιόδους προηγούμενων μουσουλμανικών καθεστώτων. Ο συσχετισμός των Χριστιανών με τους Μογγόλους εξαιτίας της χρήσης από τους δεύτερους Αρμενίων και Γεωργιανών χριστιανών ως βοηθητικών στρατευμάτων, η επιχειρηθείσα συμμαχία μεταξύ των Μογγόλων και των σταυροφορικών δυνάμεων, και η σφαγή των μουσουλμανικών κοινοτήτων και το επιδειχθέν έλεος στους χριστιανούς στις πόλεις που κατέλαβαν οι μογγολικές στρατιές, ίσως να είχε συνεισφέρει στην αύξηση των αντιχριστιανικών αισθημάτων κατά τη μαμελουκική περίοδο. Οι εκδηλώσεις αντιχριστιανικής εχθρότητας κυρίως κατευθύνονταν από τον απλό λαϊκό παράγοντα παρά από τους Μαμελούκους σουλτάνους. Η βασική πηγή λαϊκής εχθρότητας ήταν η υπάρχουσα δυσφορία για τις προνομιούχες θέσεις που κατείχαν πολλοί Χριστιανοί στη γραφειοκρατία του σουλτανάτου.

Η παρακμή των Κοπτών στην Αίγυπτο συνέβη υπό τους σουλτάνους της περιόδου Μπάχρι και επιταχύνθηκε περαιτέρω υπό το καθεστώς της περιόδου Μπούρτζι. Υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις διαμαρτυριών Αιγύπτιων Μουσουλμάνων ενάντια στον πλούτο των Κοπτών Χριστιανών και την ανάμειξή τους στην κρατική μηχανή, και τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι Χριστιανοί ταραχοποιοί πυρπολούσαν τους λατρευτικούς τόπους των εχθρών τους σε καιρούς ενδοκοινοτικών ταραχών και εντάσεων. Ως αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης, οι Κόπτες Χριστιανοί υπέστησαν τον τερματισμό της απασχόλησής τους στην κρατική γραφειοκρατία τουλάχιστον εννιά φορές μεταξύ των τελών του 13ου και του μέσου του 15ου αιώνα, ενώ σε μία περίπτωση, το 1301, η κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο και σφράγισμα όλων των εκκλησιών τους. Οι Κόπτες γραφειοκράτες συχνά αποκαθίσταντο στις θέσεις τους μετά το πέρας των περιόδων εντάσεως και ταραχών. Πολλοί Κόπτες Χριστιανοί αποφάσισαν να αλλαξοπιστήσουν στο Ισλάμ ή τουλάχιστο να υιοθετήσουν τις εξωτερικές εκδηλώσεις και εκφάνσεις της μουσουλμανικής πίστης, ώστε να προστατεύσουν την εργασία τους και ν' αποφύγουν τον κεφαλικό φόρο (τζίζγια) και τα μέτρα του επίσημου κράτους εναντίον τους. Τον 14ο αιώνα σημειώθηκε ένα μεγάλο κύμα προσηλυτισμού Κοπτών στο Ισλάμ, και στο τέλος της μαμελουκικής περιόδου, η αναλογία Μουσουλμάνων και Χριστιανών στην Αίγυπτο είχε αυξηθεί και είχε φτάσει το 10:1.

Στη Συρία, οι Μαμελούκοι εκτόπισαν από τις παράκτιες περιοχές τους τοπικούς Μαρωνίτες και Έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς ως μέσο αποτροπής της ικανότητας επαφής τους με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η Μαρωνιτική Εκκλησία ειδικώς ήταν ύποπτη από τους Μαμελούκους για συνεργασία με τους Ευρωπαίους εξαιτίας των εκτεταμένων σχέσεων με τον Πάπα της Ρώμης και τις χριστιανικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, κυρίως την Κύπρο. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία βίωσε μια περίοδο παρακμής μετά την καταστροφή από τους Μαμελούκους του πνευματικού της κέντρου, Αντιόχειας, και την καταστροφή του Χαλεπίου και της Δαμασκού από τους Τιμουρίδες το 1400. Η Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία βίωσε επίσης μια σημαντική περίοδο παρακμής εξαιτίας ενδοκοινοτικών διαμαχών για την πατριαρχική διαδοχή και της καταστροφής των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων της από τους Τιμουρίδες και τις τοπικές κουρδικές φυλές. Οι Μαμελούκοι επέφεραν ένα παρόμοιο διάστημα παρακμής στην Αρμενική Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την κατάληψη του βασιλείου της Αρμενικής Κιλικίας το 1374, σε συνδυασμό με τις επιδρομές των Τιμουριδών το 1386 και τη σύγκρουση των τελευταίων με τις συνομοσπονδίες φυλών των Τουρκομάνων νομάδων Ακ Κογιουνλού και Καρά Κογιουνλού στην Κιλικία.

Οι σχέσεις του κράτους με τους Βεδουίνους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φυλές των Βεδουίνων χρησίμευαν ως εφεδρικές δυνάμεις του μαμελουκικού στρατού. Υπό τη σουλτανεία του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ ειδικώς, οι φυλές των Βεδουίνων, κυρίως αυτές από τη Συρία, όπως η φυλή Αλ-Φαντλ, ισχυροποιήθηκαν και επίσης ενσωματώθηκαν στην οικονομία. Οι βεδουινικές φυλές αποτελούσαν επίσης την κύρια πηγή εφοδιασμού του μαμελουκικού ιππικού με αραβικά άλογα. Ο σουλτάνος Καλαβούν ας-Σαλίχι εμπορευόταν άλογα με τους Βεδουίνους της Μπάρκα (Κυρηναϊκή), τα οποία ήταν χαμηλής τιμής, αλλά υψηλής ποιότητας, ενώ ο σουλτάνος Μουχάμμαντ αν-Νασίρ ξόδευε υπέρογκα ποσά για αγορά αλόγων από πολλές βεδουινικές πηγές, που περιελάμβαναν την Κυρηναϊκή, Συρία, Ιράκ, και το Μπαχρέιν.

Οι σουλτάνοι Μπαϋμπάρς Α΄ και Καλαβούν, και οι αντιβασιλιάδες της Συρίας του σουλτάνου Μουχάμμαντ αν-Νασίρ κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων περιόδων σουλτανείας του, εμίρηδες Σαλάρ και Μπαϋμπάρς (ο μετέπειτα σουλτάνος Μπαϋμπάρς Β΄), ήταν αντίθετοι με την παραχώρηση φέουδων στους Βεδουίνους σεΐχηδες, και όταν το έκαναν, τα φέουδα αυτά ήταν χαμηλής ποιότητας. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της τρίτης περιόδου σουλτανείας του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, δόθηκαν στη φυλή Αλ-Φαντλ υψηλής ποιότητας φέουδα και μάλιστα σε αφθονία, ισχυροποιώντας την και καθιστώντας την την πιο ισχυρή μεταξύ των Βεδουίνων της συριακής ερήμου. Εκτός του προσωπικού του θαυμασμού για τους Βεδουίνους, ο σουλτάνος Μουχάμμαντ αν-Νασίρ είχε ως κίνητρο για τη διανομή φέουδων στη φυλή Αλ-Φαντλ, ειδικώς την περίοδο υπό την αρχηγία του Μουχάννα ιμπν Ισά, να εμποδίσει τα μέλη της από το να αποσκιρτήσουν στους Ιλχανίδες Μογγόλους, κάτι που οι αρχηγοί της φυλής είχαν πράξει συχνά στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Ο ανταγωνισμός για τα φέουδα και τη θέση του εμίρη των Αράβων (amir al-ʿarab) μεταξύ των υπόλοιπων φυλών των Βεδουίνων της Συρίας και της φυλής Αλ-Φαντλ, οδήγησε σε σύγκρουση και εξέγερση των Βεδουίνων ενάντια στους Αλ-Φαντλ και τους Μαμελούκους, καταλήγοντας σε μαζική αιματοχυσία στη Συρία μετά το θάνατο του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ. Η μαμελουκική ηγεσία στη Συρία, εξασθενημένη από τις απώλειες που επέφερε ο Μαύρος Θάνατος, ήταν ανίκανη να αναχαιτίσει τους Βεδουίνους με στρατιωτικές εκστρατείες, οπότε κατέφυγε στη δολοφονία των σεΐχηδων των φυλών τους, συμπεριλαμβάνοντας και εκείνους τους σεΐχηδες των φυλών Βεδουίνων της Άνω Αιγύπτου. Η φυλή Αλ-Φαντλ τελικώς απώλεσε την εύνοια των Μαμελούκων, η οποία στράφηκε από τους σουλτάνους της ύστερης περιόδου Μπάχρι στις φυλές Βεδουίνων της Αλ Καράκ.

Στην Αίγυπτο, οι Μαμελούκοι, κυρίως κατά την τρίτη περίοδο σουλτανείας του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, είχαν μια παρόμοια σχέση με τους Βεδουίνους με αυτή στη Συρία. Η φυλή Ισά ιμπν Χασάν αλ-Χατζάν ισχυροποιήθηκε μετά τη μαζική χορήγηση φέουδων σε αυτή. Η φυλή παρέμεινε ισχυρή μετά το θάνατο του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, αλλά συχνά εξεγείρετο εναντίον των διαδοχικών σουλτάνων της περιόδου Μπάχρι, όμως κάθε φορά η τάξη αποκαθίστατο, μέχρι που τελικώς ο σεΐχης της εκτελέστηκε ως επαναστάτης το 1353. Στην περιοχή Σαρκίγια στην Κάτω Αίγυπτο, οι φυλές Ταλάμπα είχαν ως καθήκον να επιβλέπουν τις ταχυδρομικές οδούς του σουλτανάτου, αλλά συχνά αποδείχθηκαν αναξιόπιστες και τελικώς συμμετείχαν στο πλευρό των φυλών Αλ Αΐντ κατά τις επιδρομές των τελευταίων. Οι φυλετικοί πόλεμοι των Βεδουίνων συχνά διέκοπταν το εμπόριο και τα ταξίδια στην Άνω Αίγυπτο, προκαλώντας την καταστροφή των καλλιεργημένων εδαφών και των ζαχαροκάλαμων. Στα μέσα του 14ου αιώνα, οι φυλές Βεδουίνων της Άνω Αιγύπτου, δηλαδή οι αντίπαλες φυλές Αράκ και Χιλάλ, έγιναν ντε φάκτο ηγέτιδες δυνάμεις της περιοχής, αναγκάζοντας τους Μαμελούκους να βασίζονται σε αυτές για τη συλλογή των τοπικών φόρων. Οι Βεδουίνοι τελικώς εκδιώχθηκαν από την Άνω και την Κάτω Αίγυπτο με τις εκστρατείες του εμίρη Σαϋχού το 1353.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μαμελούκοι δεν άλλαξαν σημαντικά τη διακυβέρνησή τους, το νομικό και οικονομικό σύστημα που κληρονόμησαν από το αγιουβιδικό κράτος. Η μαμελουκική εδαφική επικράτεια ήταν η ίδια με αυτή του αγιουβιδικού κράτος, δηλ. η Αίγυπτος, το Λεβάντε και η Χετζάζη. Παρόλα αυτά, αντίθετα με τη συλλογική άσκηση εξουσίας των Αγιουβιδών όπου η επικράτεια μοιραζόταν ανάμεσα σε μέλη της σουλτανικής οικογένειας, το μαμελουκικό κράτος ήταν συγκεντρωτικό. Υπό συγκεκριμένους Αγιουβίδες σουλτάνους, η Αίγυπτος είχε επικυριαρχία στις συριακές επαρχίες, αλλά υπό τους Μαμελούκους η επικυριαρχία αυτή ήταν συνεπής και απόλυτη. Το Κάιρο παρέμεινε η πρωτεύουσα του σουλτανάτου και το πολιτιστικό, οικονομικό και διοικητικό του κέντρο, με την Ακρόπολη του Καΐρου να αποτελεί το αρχηγείο του σουλτάνου.

Η δόμηση της μαμελουκικής οργάνωσης και φατριαστικής της ενότητας βασιζόταν στις αρχές της Χουσντασίγια, που ορίστηκε από την ιστορικό Αμαλία Λεβανόνι ως "η ανάπτυξη ενός κοινού δεσμού μεταξύ των Μαμελούκων που ανήκαν στον οίκο ενός αφέντη και την πίστη τους προς αυτόν". Η Χουσντασίγια ήταν ως εκ τούτου ένα κρίσιμο συστατικό της σουλτανικής εξουσίας και δύναμης.

Η εξουσία του σουλτάνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαμελούκος σουλτάνος ήταν η απόλυτη εξουσία, ενώ μεταβίβαζε μέρος της εξουσίας του στους επαρχιακούς κυβερνήτες γνωστούς ως νουάμπ ας-σαλτάνα (βοηθούς σουλτάνους δηλ., πρίγκιπες, ενικός: ναΐμπ ας-σαλτάνα). Γενικώς, ο αντιβασιλιάς της Αιγύπτου ήταν ο αρχαιότερος στην ιεραρχία ναΐμπ, ακολουθούμενος από τον κυβερνήτη της Δαμασκού, κατόπιν του Χαλεπίου, και μετά των κυβερνητών του Αλ Καράκ, της Σαφάντ, της Τρίπολης, της Χομς, και της Χάμα. Στη Χάμα, οι Μαμελούκοι είχαν επιτρέψει στους Αγιουβίδες να συνεχίσουν στην κυβέρνηση της πόλης μέχρι το 1341 (στον δημοφιλή Αγιουβίδη κυβερνήτη της πόλης, Αμπούλ Φιντά, απονεμήθηκε ο τίτλος του σουλτάνου (τοπικού φυσικά) από τον Μαμελούκο σουλτάνο Μουχάμμαντ αν-Νασίρ). Συνήθως όμως, οι νουάμπ των επαρχιών ήταν Μαμελούκοι εμίρηδες.

Μια συνεχής διαδικασία ανάρρησης ξεκινούσε με κάθε νέο Μαμελούκο σουλτάνο. Η διαδικασία αυτή περιελάμβανε λιγότερο ή περισσότερο την εκλογή του σουλτάνου από ένα συμβούλιο εμίρηδων και μαμελούκων (που έδιναν όρκο πίστης στον νεοεκλεγέντα σουλτάνο), την ανάληψη από το σουλτάνο του μοναρχικού τίτλου αλ-μαλίκ, μια μεγαλοπρεπή κρατική παρέλαση μέσα από τους δρόμους του Καΐρου στην κεφαλή της οποίας ήταν ο νέος σουλτάνος, καθώς και το διάβασμα του ονόματος του σουλτάνου στη χούτμπα (η προσευχή της Παρασκευής). Η διαδικασία δεν ήταν τυποποιημένη, και το εκλεκτορικό σώμα δεν καθοριζόταν με κάποιο διάταγμα, αλλά τυπικώς αποτελείτο από τους εμίρηδες και Μαμελούκους εκείνης της μαμελουκικής φατρίας που είχε την εξουσία. Οι σφετερισμοί του θρόνου από αντίπαλες μαμελουκικές φατρίες ήταν σχετικά συχνές. Παρά την εκλεκτορική φύση της διαδικασίας, η δυναστική διαδοχή ήταν μολαταύτα πραγματικότητα κατά καιρούς, κυρίως κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μπάχρι, όταν οι υιοί του Μπαϋμπάρς Α΄, Μπαρακάχ και Σολαμίς, τον διαδέχθηκαν, πριν ο Καλαβούν σφετεριστεί το θρόνο. Τον σουλτάνο Καλαβούν διαδέχτηκαν επίσης τέσσερεις γενιές άμεσων απογόνων του, με περιστασιακές διακοπές. Η συχνότητα της κληρονομικής εξουσίας ήταν πολύ μικρότερη κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μπούρτζι. Παρόλα αυτά, με σπάνιες εξαιρέσεις, οι σουλτάνοι της περιόδου Μπούρτζι συνδέονταν όλοι με τον ιδρυτή του καθεστώτος Μπούρτζι, σουλτάνο Μπαρκούκ, με δεσμούς αίματος ή μαμελουκικού δεσμού. Η άνοδος συγγενών εξ αίματος στο σουλτανάτο ήταν συχνά αποτέλεσμα της αποφασιστικότητας ή και αβουλίας των ανώτερων Μαμελούκων εμίρηδων, ή της επιθυμίας του προηγούμενου σουλτάνου. Η τελευταία περίπτωση συνέβη με τους σουλτάνους Μπαϋμπάρς Α΄, Καλαβούν, τον υιό του Καλαβούν, Μουχάμμαντ αν-Νασίρ, και Μπαρκούκ, που κανόνισαν με επίσημο τρόπο τη διαδοχή τους από έναν ή περισσότερους εκ των υιών τους. Συχνότερα επίσης συνέβαινε οι υιοί των σουλτάνων να εκλέγονται από το συμβούλιο των ανώτερων εμίρηδων ως νέοι σουλτάνοι, με απώτερο σκοπό να υπηρετήσουν ως πειθήνιες επικεφαλής-μαριονέτες μιας ολιγαρχίας εμίρηδων.

Οι χαμηλότεροι στην ιεραρχία Μαμελούκοι εμίρηδες θεωρούσαν τον σουλτάνο περισσότερο ως ευπατρίδη άρχοντα τον οποίο εμπιστεύονταν με απόλυτη εξουσία και ως ευεργέτη από τον οποίο περίμεναν να εγγυηθεί τους μισθούς τους και το μονοπώλιο τους στο στράτευμα. Όταν οι εμίρηδες ένιωθαν ότι ο σουλτάνος δεν εξασφάλιζε τα συμφέροντά τους, τα πιθανά σενάρια ήταν οι διασπαστικές ταραχές, συνωμοσίες για εκδήλωση πραξικοπήματος ή καθυστερήσεις όταν καλούνταν για υπηρεσία. Συχνά, οι πρακτικοί περιορισμοί κατά την άσκηση της σουλτανικής εξουσίας προέρχονταν από τη δική του χουσντασίγια, ή από άλλους εμίρηδες, με τους οποίους υπήρχε συνεχής ένταση, ειδικά σε καιρούς ειρήνης με τους εξωτερικούς εχθρούς. Σύμφωνα με τον Χολτ, η φατριαστική φύση των εμρίηδων που δεν ανήκαν στη σουλτανική χουσντασίγια, προερχόταν από την πρωταρχική πίστη των εμίρηδων και Μαμελούκων στο δικό τους ουστάντ (αφέντη), που προηγείτο της πίστης στον σουλτάνο. Παρόλα αυτά, και εμίρηδες που ήταν μέλη της σουλτανικής χουσντασίγια επαναστατούσαν κατά καιρούς, κυρίως οι κυβερνήτες της Συρίας που σχημάτιζαν στιβαρές βάσεις εξουσίας εκτός της επικράτειάς τους. Τυπικά, η φατρία που ήταν πιο πιστή στον σουλτάνο ήταν οι Βασιλικοί Μαμελούκοι, ειδικώς αυτοί οι Μαμελούκοι που είχαν στρατολογηθεί και απελευθερωθεί προσωπικώς από τον ίδιο. Βεβαίως, και στις τάξεις αυτών υπήρχαν αντίθετες φωνές, όπως οι καρανίς (Καρανίδες), που ήταν μέλη των Βασιλικών Μαμελούκων. και είχαν στρατολογηθεί από προηγούμενους σουλτάνους, ως εκ τούτου δεν υφίστατο ο δεσμός της χουσντασίγια με τον νέο σουλτάνο. Οι καρανίς συχνά αποτελούσαν εχθρική φατρία στο νέο σουλτάνο, όπως στην περίπτωση του σουλτάνου Αγιούμπ ας-Σαλίχ και των διαδόχων του σουλτάνου Μουχάμμαντ αν-Νασίρ.

Ο σουλτάνος αποτελούσε την κεφαλή του κράτους και μεταξύ των εξουσιών και ευθυνών του ήταν η έκδοση και επιβολή συγκεκριμένων νομικών κανόνων και άλλων γενικότερων, η απόφαση για πόλεμο, η συγκέντρωση των φόρων για πραγματοποίηση στρατιωτικών εκστρατειών, η διασφάλιση της αναλογικής διανομής της τροφής στον πληθυσμό του σουλτανάτου, και σε κάποιες περιπτώσεις, η επίβλεψη της έρευνας και τιμωρίας διάφορων κακοποιών στοιχείων. Ο Μαμελούκος σουλτάνος ή οι απ' αυτόν ορισθέντες αξιωματούχοι ηγούνταν του ετήσιου καραβανιού (Χατζ) των μουσουλμάνων προσκυνητών στους ιερούς τόπους του Ισλάμ στη Μέκκα, με αφετηρία τις πόλεις Κάιρο και Δαμασκός. Από την εποχή του σουλτάνου Καλαβούν επίσης, οι Μαμελούκοι μονοπώλησαν την παράδοση χορηγείας των εξόδων του ετήσιου στολισμού της Κάαμπα, όπως και τη χρηματοδότηση-πατρονάρισμα του Θόλου του Βράχου στην Ιερουσαλήμ. Ένα άλλο προνόμιο, τουλάχιστο των σουλτάνων των πρώτων χρόνων της περιόδου Μπάχρι, ήταν η εισαγωγή όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού σκλάβων στο σουλτανάτο, με προτίμηση κυρίως σε αυτούς που προέρχονταν από τις επικράτειες των Μογγόλων, λόγω πολεμικής δεινότητας. Παρόλα αυτά, οι εχθροί των Μαμελούκων, όπως οι Μογγόλοι και οι μουσουλμάνοι υπήκοοί τους, καθώς και οι Αρμένιοι και οι Σταυροφόροι, επέτυχαν να παρεμποδίσουν τη ροή σκλάβων στο σουλτανάτο, οι οποίοι θα αποτελούσαν τους νέους Μαμελούκους. Ανίκανοι να καλύψουν τις στρατιωτικές ανάγκες για νέους Μαμελούκους, οι σουλτάνοι συχνά κατέφευγαν στη μετατροπή Ιλχανιδών αποστατών και φυγάδων ή αιχμαλώτων πολέμου σε στρατιώτες του σουλτανάτου, κάποιες φορές ενώ ο πόλεμος κατά τον οποίο αυτοί αιχμαλωτίστηκαν μαινόταν ακόμα.

Ο ρόλος του χαλίφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους, οι Μαμελούκοι παρουσιάζονταν ως Υπερασπιστές του Ισλάμ, και, ξεκινώντας με τον Μπαϋμπάρς Α΄, αναζητούσαν την επιβεβαίωση της εκτελεστικής τους εξουσίας από τον χαλίφη. Οι Αγιουβίδες όφειλαν πίστη και υπακοή στο Χαλιφάτο των Αββασιδών, αλλά το τελευταίο καταστράφηκε όταν το 1258 οι Μογγόλοι λεηλάτησαν την πρωτεύουσά του Βαγδάτη και εκτέλεσαν τον Αββασίδη χαλίφη αλ-Μουστασίμ. Τρία χρόνια αργότερα, ο Μπαϋμπάρς Α΄ επανίδρυσε το χαλιφάτο ως θεσμό επιβεβαιώνοντας την ανάρρηση στον τίτλο του χαλίφη ενός μέλους της οικογένειας των Αββασιδών, του αλ-Μουστανσίρ, ο οποίος με τη σειρά του επιβεβαίωσε και νομιμοποίησε τυπικά τον Μπαϋμπάρς ως σουλτάνο. Επιπρόσθετα, ο νέος χαλίφης αλ-Μουστανσίρ διακήρυξε τη νόμιμη εξουσία του Μαμελούκου σουλτάνου στα εδάφη της Αιγύπτου, Συρίας, Μεσοποταμίας, Ντιγιάρμπακιρ, Χετζάζης και Υεμένης, καθώς και σε κάθε πρώην μουσουλμανική περιοχή κατακτημένη από τους Μογγόλους ή τους Σταυροφόρους. Οι διάδοχοι του χαλίφη αλ-Μουστανσίρ συνέχισαν να κατέχουν τον τίτλο του χαλίφη, αλλά στην πραγματικότητα δεν κατείχαν ουσιαστική εξουσία στη μαμελουκική κυβέρνηση. Η σύντομη εξουσία του χαλίφη αλ-Μουσταΐν ως σουλτάνου το 1412 ήταν μια περίπτωση ανωμαλίας του καθεστώτος. Σε μια ανέκδοτη μαρτυρία σχετικά με την έλλειψη πραγματικής εξουσίας του χαλίφη, μια ομάδα εξεγερμένων Μαμελούκων απάντησε στην παρουσία από τον σουλτάνο Λατζίν του διατάγματος του χαλίφη αλ-Χακίμ που επιβεβαίωνε την εξουσία του σουλτάνου, με το ακόλουθο σχόλιο, που καταγράφηκε από τον Ιμπν Ταγκριμπερντί (Αιγύπτιος Μαμελούκος ιστορικός του 15ου αιώνα): Ανόητε άνθρωπε. Για όνομα του Θεού, ποιός δίνει οποιαδήποτε σημασία στον χαλίφη τώρα;

Στρατιωτική και διοικητική ιεραρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι ήταν προϊόντα της στρατιωτικής ιεραρχίας, η εισδοχή εντός της οποίας ήταν στην πραγματικότητα περιορισμένη στους Μαμελούκους, σε εκείνους δηλ. τους στρατιώτες που αρχικώς εισάγονταν στη χώρα ως νεαροί σκλάβοι. Παρόλα αυτά, οι υιοί των Μαμελούκων εδύναντο να μπουν και ανελιχθούν σε υψηλά αξιώματα στις τάξεις της στρατιωτικής ιεραρχίας, τυπικώς όμως δεν εντάσσονταν στη στρατιωτική υπηρεσία. Αντιθέτως, πολλοί ακολουθούσαν καριέρα εμπόρου, λογίου κ.α. Ο στρατός που κληρονόμησε ο Μπαϋμπάρς Α΄ αποτελείτο από Κούρδους και Τούρκους που ήταν μέλη διαφόρων φυλών, από πρόσφυγες των διάφορων στρατών των Αγιουβιδών στη Συρία, και από άλλους στρατιώτες από στρατούς που συνέτριψαν οι Μογγόλοι. Μετά τη νικηφόρο μάχη του Άιν Τζαλούτ (Φρέαρ του Γολιάθ) κατά των Μογγόλων το 1260, ο Μπαϋμπάρς Α΄ αναδιοργάνωσε το στρατό σε τρία τμήματα: το Βασιλικό Σύνταγμα των Μαμελούκων, τους στρατιώτες των εμίρηδων, και τη χάλκα (σώμα των μη Μαμελούκων στρατιωτών). Οι "Βασιλικοί Μαμελούκοι", που ήταν υπό τις απευθείας διαταγές του σουλτάνου, ήταν το σώμα με το μεγαλύτερο κύρος στο στρατό, στο οποίο η είσοδος ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Μαμελούκων. Οι "Βασιλικοί Μαμελούκοι" ήταν στην πραγματικότητα ο ιδιωτικός στρατός του σουλτάνου. Οι εμίρηδες επίσης διέθεταν δικό τους στρατιωτικό σώμα, που στην ουσία αποτελούσε τον δικό τους ιδιωτικό στρατό. Οι στρατιώτες των εμίρηδων ήταν υπό τις άμεσες διαταγές αυτών, αλλά μπορούσαν να κινητοποιηθούν από τον σουλτάνο όποτε χρειαζόταν. Καθώς οι εμίρηδες προάγονταν, ο αριθμός των στρατιωτών στο στρατιωτικό σώμα τους αυξανόταν, και όταν αντίπαλοι μεταξύ τους εμίρηδες προκαλούσαν την εξουσία ο ένας του άλλου, συχνά χρησιμοποιούσαν τα ιδιαίτερα στρατιωτικά τους σώματα, γεγονός που οδηγούσε σε μεγάλες καταστροφές της ζωής των υπηκόων του σουλτανάτου. Η χάλκα είχε κατώτερο κύρος σε σχέση με τα συντάγματα των Μαμελούκων. Είχε τη δική της διοικητική δομή και βρισκόταν υπό τις άμεσες διαταγές του σουλτάνου. Τα συντάγματα της χάλκα παρήκμασαν τον 14ο αιώνα όταν οι επαγγελματίες μη Μαμελούκοι στρατιώτες έπαυσαν γενικώς να κατατάσσονται στο στρατό.

O στρατός των Αγιουβιδών είχε έλλειψη ενός σαφούς και μόνιμου ιεραρχικού συστήματος και μία από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου Μπαϋμπάρς Α΄ ήταν η δημιουργία μιας καθορισμένης στρατιωτικής ιεραρχίας. Για το σκοπό αυτό, εισήγαγε το σύστημα προσδιορισμού βαθμών των εμίρηδων, οι οποίοι ήταν ο βαθμός του εμίρη των 10 ιππέων, του εμίρη των 40 ιππέων και του εμίρη των 100 ιππέων, με τον εκάστοτε αριθμό να υποδεικνύει πόσα έφιππα μαμελουκικά στρατεύματα είχαν ανατεθεί στην εξουσία του αντίστοιχου βαθμού εμίρη. Επιπλέον όμως, σε έναν εμίρη με 100 ιππείς υπό τους διαταγές του μπορούσε να ανατεθεί σώμα 1.000 ιππέων κατά τη διάρκεια της μάχης. Ο Μπαϋμπάρς Α΄ θέσπισε την ομοιομορφία στο στρατό και έβαλε τέλος στην προηγούμενη αυτοσχέδια φύση των διάφορων αγιουβιδικών στρατιωτικών δυνάμεων της Αιγύπτου και της Συρίας. Για να προσδώσουν μεγαλύτερη ομοιομορφία στο στρατό, οι σουλτάνοι Μπαϋμπάρς Α΄ και Καλαβούν τυποποίησαν την ακαθόριστη έως τότε αγιουβιδική πολιτική όσον αφορά τη διανομή των ικτά'ατ στους εμίρηδες. Η ανασυγκρότηση του συστήματος διανομής των ικτά'ατ δημιούργησε έναν "καθαρό" και σαφή δεσμό μεταξύ του βαθμού ενός εμίρη και του μεγέθους του ίκτα του. Για παράδειγμα, σε έναν εμίρη με εξουσία σε 40 ιππείς διανέμετο ένα ίκτα στο ένα τρίτο του μεγέθους από το αντίστοιχο ίκτα ενός εμίρη με εξουσία σε 100 ιππείς. Ο Μπαϋμπάρς Α΄ καθιέρωσε επίσης επιθεωρήσεις των στρατευμάτων ανά δύο εβδομάδες, ώστε να επιβεβαιώσει ότι οι σουλτανικές διαταγές εκτελούντο, επιπρόσθετα των περιοδικών επιθεωρήσεων κατά τις οποίες διένεμε νέο οπλισμό στα μαμελουκικά στρατεύματα. Ξεκινώντας από την περίοδο σουλτανείας του Καλαβούν, ο σουλτάνος και η στρατιωτική διοίκηση διατηρούσαν λίστες με καταγεγραμμένους όλους τους εμίρηδες του σουλτανάτου και καθόριζαν τους ρόλους τους ως τμήμα της δεξιάς ή αριστερής πτέρυγας του στρατού σε περίπτωση πολεμικής κινητοποίησης.

Σταδιακά, καθώς οι Μαμελούκοι όλο και περισσότερο καταλάμβαναν τις διοικητικές και αυλικές θέσεις στο κράτος, αναπτύχθηκαν και οι μαμελουκικές καινοτομίες στην προϊούσα αγιουβιδική ιεραρχία. Τα αξιώματα του ουσταντάρ (μαγιορδόμου), χατζίμπ (αρχιθαλαμηπόλου), εμίρ τζαντάρ και χαζιντάρ (θησαυροφύλακα), που υπήρχαν κατά τη διάρκεια της αγιουβιδικής περιόδου, παρέμειναν, αλλά ο Μπαϋμπάρς Α΄ καθιέρωσε τα επιπλέον αξιώματα του νταουαντάρ, εμίρ αχούρ, ρου'ους αλ-ναουάμπ και εμίρ ματζλίς. Τα διοικητικά αξιώματα ήταν σε μεγάλο βαθμό τελετουργικής φύσεως και ήταν στενά συνδεδεμένα με διάφορα στοιχεία της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Ο ουσταντάρ (από το αραβικό ουστάντ αλ-νταρ, "αφέντης του σπιτιού") ήταν ο επικεφαλής του σουλτανικού επιτελείου, υπεύθυνος για την οργάνωση των καθημερινών δραστηριοτήτων της σουλτανικής Αυλής, τη διαχείριση του προσωπικού προϋπολογισμού του σουλτάνου και την εποπτεία όλων των κτηρίων της Ακρόπολης του Καΐρου και του προσωπικού αυτής. Ο ουσταντάρ συχνά αναφερόταν ως ουσταντάρ αλ-αλίγια ("μεγάλος κύριος του σπιτιού") για να ξεχωρίζει από τους ουσταντάρ σαγκίρ (μικρότερους μαγιορδόμους), των οποίων οι αρμοδιότητες ήταν υπεξούσιες του ουσταντάρ αλ-αλίγια και οι οποίοι επέβλεπαν συγκεκριμένους τομείς της Αυλής και της ακρόπολης, όπως το θησαυροφυλάκιο του σουλτάνου, την προσωπική του περιουσία και τις κουζίνες της ακρόπολης. Οι Μαμελούκοι εμίρηδες είχαν επίσης τους δικούς τους ουσταντάρ. Το αξίωμα του ουσταντάρ αλ-αλίγια εξελίχθηκε σε πολύ σημαντικό πόστο ισχύος από τα τέλη του 14ου αιώνα, κυρίως την περίοδο των σουλτάνων Μπαρκούκ και Φαράτζ αν-Νασίρ, οι οποίοι μετέφεραν τις αρμοδιότητες του ειδικού γραφείου για τους Μαμελούκους τους στην εξουσία του ουσταντάρ, μετατρέποντας τον έτσι στον ανώτερο αξιωματούχο του τομέα των οικονομικών του σουλτανάτου.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία του κράτους των Μαμελούκων βασικά αποτελούταν από δύο σφαίρες: την αμιγώς κρατική οικονομία, που ήταν οργανωμένη και προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων μιας αριστοκρατικής ελίτ, ελεγχόμενη από μια κυβερνητική κάστα υπό τον σουλτάνο, και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, που σχετιζόταν με τους ιθαγενείς κατοίκους, σε αντίθεση με τους ξένης εθνικότητας Μαμελούκους της εξουσιαστικής ελίτ. Οι Μαμελούκοι εισήγαγαν ένα πιο συγκεντρωτικό σύστημα στην οικονομία οργανώνοντας την κρατική γραφειοκρατία, ειδικά στην πρωτεύουσα, ΚάιροΔαμασκός και το Χαλέπι είχαν ήδη οργανωμένη γραφειοκρατία), καθώς και τη μαμελουκική στρατιωτική ιεραρχία με το σχετιζόμενο σ'αυτή φεουδαρχικό σύστημα. Στην Αίγυπτο ειδικά, η συγκεντρωτική επιρροή που ασκούσε η παρουσία του ποταμού Νείλου συνεισέφερε επίσης στην πολιτική συγκεντρωτισμού που ασκούσαν οι Μαμελούκοι στην περιοχή. Οι Μαμελούκοι χρησιμοποιούσαν το ίδιο νομισματικό σύστημα με τους Αγιουβίδες, που αποτελείτο από χρυσά δηνάρια, αργυρά ντιρχάμ και χάλκινους φούλους. Γενικά, το νομισματικό σύστημα κατά τη διάρκεια της μαμελουκικής περιόδου χαρακτηριζόταν από μεγάλη αστάθεια εξαιτίας των συχνών νομισματικών αλλαγών που εισήγαγαν οι διάφοροι σουλτάνοι. Η αυξημένη κυκλοφορία των χάλκινων νομισμάτων και η αυξημένη χρήση του χαλκού στα ντιρχάμ συχνά οδηγούσε σε πληθωρισμό.

Οι Μαμελούκοι δημιούργησαν ένα διοικητικό σώμα που ονομαζόταν χίσμπα για να επιβλέπει την αγορά, με έναν μουχτασίμπ (στρατηγό-επιθεωρητή) υπεύθυνο του σώματος αυτού. Υπήρχαν τέσσερεις μουχτασίμπ με έδρα το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, τη Φουστάτη και την περιοχή της Κάτω Αιγύπτου αντίστοιχα. Ο μουχτασίμπ στο Κάιρο ήταν ο πιο σημαντικός από τους τέσσερεις και η θέση του ήταν συνώνυμη με αυτή του υπουργού οικονομικών. Ο ρόλος του μουχτασίμπ ήταν να καθορίζει και επιθεωρεί τα μέτρα και σταθμά στην αγορά και την ποιότητα των αγαθών, να διατηρεί το νόμιμο εμπόριο, περιορίζοντας το λαθρεμπόριο, και να επαγρυπνεί σε περιπτώσεις χειραγώγησης των τιμών. Τυπικά, ένας καδής (δικαστής που δίκαζε με βάση τον ισλαμικό νόμο) ή μουσουλμάνος λόγιος έπαιρνε αυτό το πόστο, αλλά τον 15ο αιώνα οι ίδιοι οι Μαμελούκοι εμίρηδες άρχισαν να διορίζονται στο αξίωμα του μουχτασίμπ σε μια προσπάθεια αντιστάθμισης των απωλειών τους από την έλλειψη ρευστότητας, ή ως αποτέλεσμα μιας βαθμιαίας αλλαγής του ρόλου του μουχτασίμπ από αυτόν της διασφάλισης της νομιμότητας σε εκείνον της επιβολής με τη βία.

Το σύστημα του ίκτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύστημα του ίκτα κληρονομήθηκε από τους Αγιουβίδες και οργανώθηκε περαιτέρω από τους Μαμελούκους ώστε να ταιριάζει στις στρατιωτικές τους ανάγκες. Τα ικτά'ατ (πληθ. του ίκτα) ήταν ένα κεντρικό συστατικό της μαμελουκικής εξουσιαστικής δομής. Το ίκτα των μουσουλμάνων διέφερε από την ευρωπαϊκή εκδοχή των φέουδων στο γεγονός ότι ο όρος ίκτα αντιπροσώπευε ένα δικαίωμα συλλογής εσόδων από μια καθορισμένη επικράτεια-έδαφος και παραχωρείτο σε έναν αξιωματούχο (εμίρη) ως εισόδημα και ως οικονομική πηγή μέριμνας των στρατιωτών του. Παρόλα αυτά, πριν την άνοδο των Μαμελούκων, υπήρχε μια αυξανόμενη τάση των κατόχων ίκτα να αντιμετωπίζουν την έκταση αυτή ως προσωπική τους περιουσία, που μεταβίβαζαν στους απογόνους τους. Οι Μαμελούκοι τερμάτισαν αυτή την τάση, με την εξαίρεση κάποιων περιοχών στο όρος Λίβανος, όπου οι από καιρό Δρούζοι κάτοχοι ίκτα, που αποτελούσαν τμήμα της χάλκα (οι στρατιωτικές δυνάμεις του σουλτανάτου που αποτελούνταν από μη Μαμελούκους), ήταν ικανοί να προβάλουν αντίσταση στην απώλεια των κληρονομικών, όπως θεωρούσαν, δικαιωμάτων τους. Στην εποχή των Μαμελούκων, το ίκτα αποτελούσε την πρωταρχική πηγή εισοδήματος του εμίρη, και ξεκινώντας από το 1337, οι Μαμελούκοι κάτοχοι ίκτα άρχισαν να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες των δικαιωμάτων τους επί του ίκτα τους σε μη Μαμελούκους ώστε να αποκομίσουν περισσότερα έσοδα. Το 1343, η παραπάνω πρακτική αποτελούσε πλέον κοινό τόπο, και μέχρι το 1347, η αγοραπωλησία ικτά'ατ έγινε αντικείμενο κρατικής φορολόγησης. Τα έσοδα που πήγαζαν από το ίκτα χρησίμευαν επίσης ως μια πιο σταθερή πηγή εισοδήματος της ελίτ από άλλες που κάποιες φορές μετέρχονταν οι Μαμελούκοι, όπως η αύξηση των φόρων, η πώληση διοικητικών αξιωμάτων, και διάφορες μορφές εκβιασμού των πολιτών του σουλτανάτου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γιο φαν Στέενμπέργκεν, καθηγητή Αραβικών και Ισλαμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης του Βελγίου:

Το σύστημα του ίκτα ήταν βασικό στη διασφάλιση μιας νομιμοποιημένης, ελεγχόμενης και εξασφαλισμένης πρόσβασης στις πηγές του συρο-αιγυπτιακού βασιλείου από ένα ανώτερο τμήμα της μαμελουκικής κοινωνίας, η οποία ήταν κυρίως στρατιωτική σε μορφή και οργάνωση. Ως τέτοιο αποτελούσε βασικό συστατικό της μαμελουκικής κοινωνίας, από τη μια πλευρά ανοίγοντας δρόμο σε μια στρατιωτική ιεραρχία που αποκρυσταλλωνόταν σε μια ακόμα πιο ανεπτυγμένη οικονομική ιεραρχία και η οποία είχε επαρκή οικονομικά συμφέροντα στην κοινωνία ως σύνολο· από την άλλη πλευρά, χαρακτήριζε βαθύτατα την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του βασιλείου, τη γεωργία του, το εμπόριο δημητριακών του, και προπαντός τη δημογραφία στις αγροτικές περιοχές.

Το σύστημα σε μεγάλο βαθμό αποτελούταν από παροχή εκτάσεων από το κράτος σε αντάλλαγμα για παροχή στρατιωτικών υπηρεσιών. Η γη αποτιμάτο κατόπιν περιοδικής κτηματολογικής χωρογράφησης και αξιολόγησης, που αποτελείτο από αξιολόγηση τμημάτων γης (που μετρούνταν με μονάδες φεντάν), εκτιμήσεις της ποιότητας του εδάφους, το ετήσιο προσδοκώμενο εισόδημα από τη φορολογία των επιμέρους τμημάτων γης, και την κατάταξη και ταξινόμηση του νομικού καθεστώτος εκάστου τμήματος γης ως ουάκφ (εμπιστοσύνη) ή ίκτα. Οι κτηματολογικές χωρογραφήσεις και αξιολογήσεις οργάνωναν το σύστημα του ίκτα και η πρώτη τέτοια διαδικασία έλαβε χώρα το 1298, στην περίοδο του σουλτάνου Λατζίν. Μια δεύτερη και τελευταία κτηματογράφηση και αξιολόγηση-αποτίμηση ολοκληρώθηκε το 1315 κατά τη σουλτανεία του Μουχάμμαντ αν-Νασίρ και επηρέασε την πολιτική και οικονομική ανάπτυξη του μαμελουκικού σουλτανάτου μέχρι την πτώση του στις αρχές του 16ου αιώνα.

Προϊόντος του χρόνου, το σύστημα του ίκτα επεκτάθηκε, και όλο και μεγαλύτερες περιοχές χαράτζ (φορολογήσιμων εδαφών) καθορίζονταν ως ίκτα, ώστε να ικανοποιηθούν οι δημοσιονομικές ανάγκες του στρατιωτικού μηχανισμού των Μαμελούκων, δηλαδή η πληρωμή των Μαμελούκων αξιωματικών και των υποτακτικών τους. Το μαμελουκικό κράτος αποφάσισε να αυξήσει τα μερίδια-δικαιώματα γης διαχωρίζοντας και μισθώνοντας σε περισσότερα άτομα τα ικτά'ατ των εμίρηδων σε αρκετές επαρχίες και για μικρά χρονικά διαστήματα. Παρόλα αυτά, η τακτική αυτή οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι κάτοχοι ίκτα παραμέλησαν τη διοικητική-διαχειριστική εποπτεία, διατήρηση και υποδομή των ικτά'ατ τους, ενώ την ίδια στιγμή αφοσιώνονταν αποκλειστικά στη συλλογή των φόρων, με την κατάσταση να καταλήγει ως εκ τούτου σε μείωση της παραγωγής των ικτά'ατ.

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γεωργία ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος της οικονομίας. Τα αγροτικά προϊόντα αποτελούσαν τον κύριο τομέα εξαγωγών της μαμελουκικής Αιγύπτου, Συρίας και Παλαιστίνης. Ακόμα περισσότερο, οι κύριες βιομηχανίες ζάχαρης και υφασμάτων ήταν επίσης εξαρτημένες από τα αγροτικά προϊόντα, ειδικώς από το ζαχαροκάλαμο και το βαμβάκι. Κάθε αγροτικό προϊόν φορολογείτο από το κράτος, με τον σουλτανικό θησαυρό να παίρνει το μεγαλύτερο τμήμα των φορολογικών εσόδων. Οι εμίρηδες και οι βασικοί ιδιώτες χρηματoμεσίτες ακολουθούσαν. Η κύρια πηγή εσόδων ενός εμίρη ήταν το εισόδημα από τα αγροτικά προϊόντα του φέουδού του (ίκτα), και με αυτά τα έσοδα ήταν ικανός να χρηματοδοτήσει τον ιδιωτικό του στρατό.

Στην Αίγυπτο, ο συγκεντρωτισμός των Μαμελούκων στην αγροτική παραγωγή ήταν πιο ισχυρός από τη Συρία και την Παλαιστίνη, για μια σειρά από αιτίες. Μεταξύ αυτών ήταν το γεγονός ότι στην ουσία όλη η γεωργία στην Αίγυπτο εξαρτώταν από τη μόνη πηγή άρδευσης, τον ποταμό Νείλο, και τα κριτήρια και δικαιώματα άρδευσης καθορίζονταν από τις πλημμύρες του, ενώ στη Συρία και την Παλαιστίνη υπήρχαν πολλές πηγές άρδευσης, κυρίως από το νερό της βροχής, επομένως τα κριτήρια και δικαιώματα άρδευσης καθορίζονταν σε τοπικό επίπεδο. Το συγκεντρωτικό σύστημα επίσης στη Συρία και την Παλαιστίνη (συροπαλαιστινιακές περιοχές) ήταν πιο πολύπλοκο από αυτό στην Αίγυπτο, εξαιτίας της ποικιλίας της γεωγραφίας της περιοχής, καθώς και των συχνών εξωγενών εισβολών σε αυτές. Ο ρόλος του κράτους στη γεωργία της Συροπαλαιστίνης περιοριζόταν στη δημοσιονομική διοίκηση και στ΄ αρδευτικά δίκτυα και άλλους τομείς της αγροτικής υποδομής. Παρόλο που το επίπεδο συγκεντρωτισμού δεν ήταν τόσο υψηλό όσο στην Αίγυπτο, οι Μαμελούκοι επέβαλαν επαρκή έλεγχο στη συριακή οικονομία για να αποσπούν έσοδα από τη Συρία προς χάριν του σουλτανάτου και να συνεισφέρουν στην άμυνα του βασιλείου και ειδικώς στην καρδιά αυτού και έδρα της μαμελουκικής ισχύος, την Αίγυπτο. Επιπλέον, η διατήρηση μαμελουκικού στρατού στη Συρία βασιζόταν στον κεντρικό κρατικό έλεγχο στα έσοδα της συριακής γεωργίας.

Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού ή περιφερειακού Μαμελούκου κυβερνήτη ήταν ο επανεποικισμός περιοχών που είχαν ερημωθεί, για να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή, η προστασία της γης από τις επιδρομές των Βεδουίνων, η αύξηση της παραγωγικότητας των άγονων περιοχών (κυρίως μέσω της συντήρησης και επέκτασης των υφιστάμενων αρδευτικών δικτύων), και η επίδειξη ιδιαίτερης προσοχής στην καλλιέργεια των πιο αρόσιμων πεδινών περιοχών. Προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η αγροτική ζωή θα παρέμενε όσο το δυνατόν ασφαλέστερη από τις επιδρομές των Βεδουίνων, που μπορούσαν να περιορίσουν τη γεωργική εργασία ή να βλάψουν τις σοδειές και την αγροτική υποδομή, μειώνοντας τα έσοδα, οι Μαμελούκοι επιχείρησαν να εμποδίσουν τον εφοδιασμό των Βεδουίνων με όπλα, κατάσχοντας παράλληλα τα ήδη υφιστάμενα στα χέρια τους.

Εμπόριο και βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αίγυπτος και η Συρία έπαιζαν κεντρικό ρόλο στο διεθνές διαμετακομιστικό εμπόριο των μεσαιωνικών χρόνων. Νωρίς οι Μαμελούκοι αναζήτησαν να επικτείνουν το ρόλο τους στο εξωτερικό εμπόριο, και με το σκοπό αυτό ο Μπαϋμπάρς Α΄ υπέγραψε μια εμπορική συμφωνία με τη Γένοβα, ενώ αργότερα ο σουλτάνος Καλαβούν υπέγρααψε μια παρόμοια συμφωνία με την Κεϋλάνη. Τoν 15ο αιώνα, εσωτερικές αναταραχές ως αποτέλεσμα διαμαχών για την εξουσία στις τάξεις των Μαμελούκων, η εκμηδένιση των εσόδων από τα φέουδα ως αποτέλεσμα λοιμών, και ο σφετερισμός και καταπάτηση των εγκαταλελειμμένων αγροκτημάτων από φυλές των Βεδουίνων, οδήγησαν το σουλτανάτο σε οικονομική κρίση. Για να αναπληρώσουν τις απώλειες αυτές, οι Μαμελούκοι εφάρμοσαν μια τριπλή προσέγγιση: φορολόγησαν την αστική μεσαία τάξη, αύξησαν την παραγωγή και πώληση βαμβακιού και ζάχαρης στην Ευρώπη, και εκμεταλλεύτηκαν τη γεωγραφική θέση του σουλτανάτου ως ενδιάμεσου σταθμού στο εμπόριο μεταξύ Άπω Ανατολής και Ευρώπης. Η τελευταία αυτή προσέγγιση αποδείχθηκε η πιο επικερδής μέθοδος και δημιουργήθηκε μετά την καλλιέργεια και σφυρηλάτηση εμπορικών δεσμών με τη Βενετία, τη Γένοβα και τη Βαρκελώνη (πόλη της επικράτειας του Στέμματος της Αραγωνίας), και την αύξηση των δασμών στα διάφορα αγαθά. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, το από μακρού χρόνου εμπόριο μεταξύ της Ευρώπης και του ισλαμικού κόσμου άρχισε ν' αποτελεί σημαντικό τμήμα των εσόδων του σουλτανάτου, καθώς οι Μαμελούκοι επέβαλλαν φόρους και δασμούς στους εμπόρους που εμπορεύονταν στη χώρα ή μετέφεραν τα εμπορεύματά τους μέσω των λιμανιών του σουλτανάτου.

Η μαμελουκική Αίγυπτος ήταν κύριος παραγωγός υφασμάτων και προμηθευτής από τη Δυτική Ευρώπη. Παρόλα αυτά, οι συχνές επιδημίες Μαύρου Θανάτου οδήγησαν σε πτώση της παραγωγής στα μαμελουκικά εδάφη των αγαθών όπως τα υφάσματα, μεταξένια προϊόντα, ζάχαρη, γυαλί, σαπούνι και χαρτί, που συνέπεσε με την αυξανόμενη παραγωγή αυτών των αγαθών από τους Ευρωπαίους. Το εμπόριο συνεχίστηκε παρόλα αυτά και παρά τους παπικούς περιορισμούς για διεξαγωγή εμπορίου με τους Μουσουλμάνους κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών. Το μεσογειακό εμπόριο κυριαρχείτο από μπαχαρικά, όπως το πιπέρι, μοσχοκάρυδο, γαρύφαλλο και κανέλα, καθώς και φαρμακούχα σκευάσματα και το λουλάκι (ουσία με βαθύ γαλάζιο χρώμα που τη χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στο πλύσιμο των ρούχων για να δίνει στα λευκά λάμψη). Τα αγαθά αυτά προέρχονταν από την Περσία, την Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία, και διακινούνταν στην Ευρώπη μέσω των μαμελουκικών λιμανιών της Συρίας και της Αιγύπτου. Τα λιμάνια αυτά κατακλύζονταν από Ευρωπαίους εμπόρους, που με τη σειρά τους πουλούσαν χρυσά και αργυρά δουκάτα και ράβδους χρυσού και αργύρου, καθώς και μεταξένια, μάλλινα και λινά υφάσματα, γούνες, κερί, μέλι και τυριά.

Υπό τον σουλτάνο Μπαρσμπάϋ (1422-1438), επιβλήθηκε κρατικό μονοπώλιο στα αγαθά πολυτελείας, κυρίως τα μπαχαρικά, στα οποία το κράτος όριζε τις τιμές και συγκέντρωνε ένα ποσοστό των κερδών. Με αυτό το σκοπό, το 1387, ο Μπαρσμπάϋ επέβαλε άμεσο έλεγχο επί της Αλεξάνδρειας, το κύριο εμπορικό λιμάνι της Αιγύπτου, μεταφέροντας τα έσοδα από τους λιμενικούς δασμούς στον προσωπικό θησαυρό του σουλτάνου (ντιβάν αλ-χας), αντί για το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο που συνδεόταν με το φεουδαρχικό σύστημα του στρατού. Επιπλέον, το 1429, διέταξε το εμπόριο μπαχαρικών στην Ευρώπη να διεξάγεται μέσω του Καΐρου, πριν τα αγαθά φτάσουν στην Αλεξάνδρεια, προσπαθώντας έτσι να τερματίσει την απευθείας μεταφορά των μπαχαρικών από την Ερυθρά Θάλασσα στην Αλεξάνδρεια. Στα τέλη του 15ου και αρχές του 16ου αιώνα η επέκταση της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας στην Αφρική και την Ασία άρχισε να μειώνει σημαντικά τα έσοδα του μαμελουκικο-βενετικού μονοπωλίου στο μεσογειακό εμπόριο. Το γεγονός αυτό συνεισέφερε και συνετέλεσε στην πτώση του μαμελουκικού σουλτανάτου.