Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης
Ruines d'un Palais, Étienne Gravier d'Ortières, 1685.png
Η πρώτη γνωστή αναπαράσταση των γλυπτών ως μέρος του ευρύτερου μνημείου, Ετιέν Γκραβιέ ντ'Ωρτιέρ, 1685
Γενικές πληροφορίες
ΕίδοςΚτίριο κορινθιακού ρυθμού
ΑρχιτεκτονικήΡωμαϊκή
ΤοποθεσίαΘεσσαλονίκη (αρχικά), Παρίσι (Λούβρο)
Ολοκλήρωση2ος αιώνας μ.Χ.
Κατεδάφιση1864
Κατάστασηδιασώζονται τα αγάλματα στο μουσείο του Λούβρου.
Χρήσηείσοδος
Διαστάσεις
Ύψος12,70 μ. [1]
Άλλες διαστάσειςσυνολικό μήκος: 14,40 μ., ύψος στηλών: 5,90 μ. [1]
Υλικά κατασκευής
ΥλικάΜάρμαρο
Σχεδιασμός και κατασκευή

Οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης είναι ομάδα γλυπτών του 2ου αιώνα μ.Χ. τα οποία κοσμούσαν μνημειακό κτήριο κοντά στην ρωμαϊκή αγορά της Θεσσαλονίκης, και θεωρούνταν ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της πόλης. Βάσει των διαθέσιμων αναπαραστάσεων του μνημείου από Ευρωπαίους περιηγητές, αποτελούνταν από πέντε στήλες κορινθιακού ρυθμού με τις τέσσερεις από αυτές να διαθέτουν αμφίπλευρα γλυπτά. Τα αγάλματα αποσπάστηκαν το 1864 από τον Γάλλο παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλλέρ (Emmanuel Miller) και τοποθετήθηκαν στο Λούβρο, ενώ το μνημείο καταστράφηκε και τα ίχνη του χάθηκαν.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την οθωμανική περίοδο της πόλης το μνημείο ήταν γνωστό με διάφορες ονομασίες ανάλογα με την γλώσσα, οι Μαγεμένες είναι μετάφραση από τα σεφαρδίτικα εβραϊκά Incantadas, ενώ οι Τούρκοι το ονόμαζαν Σουρέ Μαλέ (μορφές των αγγέλων),[2] και οι Έλληνες κάτοικοι της εποχής αναφέρονταν σε αυτό ως η στοά των ειδώλων,[3] καθώς και ως Γοήτρεια (καταγράφεται ως Goetria the Incantada από τους Στιούαρτ και Ρέβετ το 1754).[4] Στην σύγχρονη εποχή αναφέρονται και ως Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης[5][6][7][8] καθώς και Ελγίνεια της Θεσσαλονίκης[9][10] βάσει της απόσπασης τους το 1864.[11]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρείται πως βρισκόταν στην εβραϊκή συνοικία Ρογκός (περιοχή γύρω από την σημερινή οδό Χαλκέων δίπλα από την ομώνυμη εκκλησία) πίσω από τα λουτρά Παράδεισος (Μπέη Χαμάμ),[12][13] κοντά στην αρχαία ρωμαϊκή αγορά. Το γεγονός ότι είχε αγάλματα και στις 2 όψεις, σημαίνει πως η χρήση του κτηρίου προορίζονταν και για τις δυο πλευρές. Έχουν γίνει διάφορες υποθέσεις για το ποια χρήση είχε, είναι αρκετά πιθανό πως αποτελούσε την είσοδο στην ρωμαϊκή αγορά, ή ήταν διαχωριστικό σύνορο μεταξύ της παλαίστρας και της εξέδρας,[14] ή ακόμα και προπύλαια του ιπποδρόμου.[15]

Σε τοπογραφικό σχέδιο του Ερνέστ Εμπράρ (Ernest Hébrard) ο οποίος ασχολήθηκε με την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η τοποθεσία τους σημειώθηκε στην ευρύτερη περιοχή πίσω από τα λουτρά του Μπέη Χαμάμ.[16]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες περιγραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοδευτικό σχέδιο των περιγραφών του Πόκοκ

Η παλαιότερη αναφορά είναι αυτή από τον Ιταλό περιηγητή Κυριάκο τον Αγκωνίτη, το 1431, σύντομα μετά την οθωμανική άλωση της Θεσσαλονίκης. Σε αυτή περιγράφεται συνοπτικά ως κατεστραμμένος ναός της Αρτέμιδος στα επιστύλια του οποία υπήρχαν μορφές θεών.[17] Η πρώτη αναπαράσταση του μνημείου έγινε μεταξύ του 1685 και 1687 από τον Γάλλο Ετιέν Γκραβιέ ντ'Ωρτιέρ (Étienne Gravier d'Ortières),[18] όπου παρουσιάζεται η βασική διάταξη του μνημείου χωρίς υψηλό επίπεδο λεπτομέρειας, και περιγράφεται ως ερείπια ενός παλατιού (Ruines d'un Palais). Ακολούθησε ο Βρετανός ανθρωπολόγος Ρίτσαρντ Πόκοκ (Richard Pococke) το 1740 ο οποίος παρότι περιέγραψε τα γλυπτά των στηλών, ο σχεδιαστής που ζωγράφισε τις εικόνες βάσει των περιγραφών του απεικόνισε το μνημείο χωρίς τα γλυπτά καθώς και το τοποθέτησε σε έναν φανταστικό χώρο που δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα.[19]

Το μνημείο φέρεται επίσης να απεικονίζεται σε αταυτοποίητο, ενδεχομένως ενετικό, παλαιό χάρτη της Θεσσαλονίκης στον οποίο σημειώνονται όλα τα μνημεία της πόλης με ιταλικές περιγραφές. Εκεί υπό τον τίτλο colonne (κολώνες) εμφανίζεται να έχει συνολικά 8 στήλες σε δύο τμήματα των 3 και 5 αντίστοιχα τα οποία ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας γωνία, το μνημείο όπως ήταν αρχικά εάν δεν είχε καταστραφεί κάποιο άλλο τμήμα τους ακόμα παλαιότερα.[16]

Στιούαρτ και Ρέβετ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λεπτομερέστερη περιγραφή του μνημείου με αναπαραστάσεις έγινε το 1754 από τους Βρετανούς αρχαιοδίφες Τζέιμς Στιούαρτ (James Stuart) και Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett) ως απεσταλμένους της εταιρείας των Ντιλετάντι,[20] με πλήθος εικόνων και σχεδίων οι οποίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στον 3ο τόμο του έργου The Antiquities of Athens το 1762.[4] Το μνημείο περιγράφεται ως κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού η οποία συνοδεύεται από αγάλματα στην κορυφή. Σε μια από τις παραστάσεις αυτές, όπου απεικονίζεται το μνημείο στο σύνολο του, διακρίνεται και η επιγραφή στο επιστύλιο Ν[-]ΓΕΓΕΝΗΜΕΝΟΝ[-]ΥΠΟ ('έγινε υπό') όπου ενδεχομένως αναφερόταν το όνομα του χορηγού του έργου ή του τοπικού άρχοντα της πόλης, το τμήμα με το όνομα όμως δεν διασωζόταν πλέον κατά την περίοδο της αναπαράστασης, σημαίνει όμως ότι το μνημείο ήταν αρκετά μεγαλύτερο και στις 2 πλευρές του. Σημαντικό μέρος του κτηρίου βρισκόταν κάτω από το έδαφος, και το πραγματικό ύψος του ήταν αρκετά μεγαλύτερο. Πραγματοποιώντας επί μέρους ανασκαφή, προσδιόρισαν το συνολικό ύψος του κτηρίου στα 12,70 μέτρα.[1]

Στα γραπτά τους μετέφεραν επίσης την λαϊκή παράδοση των Ελλήνων κατοίκων, σύμφωνα με την οποία το μνημείο ήταν τμήμα στοάς που συνέδεε με το παλάτι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν κάποτε επισκέφτηκε την πόλη ο βασιλιάς της Θράκης, η σύζυγος του ερωτεύτηκε τον Αλέξανδρο και συναντιόντουσαν κρυφά μέσω της στοάς αυτής. Ο βασιλιάς μόλις έμαθε για αυτό, έβαλε να κάνουν στο κτίσμα μάγια ώστε όποιος περνά από εκεί να μαρμαρώνει. Έτσι η σύζυγος του βασιλιά μαρμάρωσε μαζί με την συνοδό της και έγιναν αγάλματα, και το ίδιο και ο βασιλιάς μαζί με τον μάγο του ο οποίος είχε πάει να δει αν είχαν πιάσει τα μάγια, ενώ ο Αλέξανδρος δεν εμφανίστηκε την νύχτα εκείνη καθώς κατά το διήγημα είχε προειδοποιηθεί από τον Αριστοτέλη.[4]

Μετέπειτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθησε ο Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φωβέλ (Louis-François-Sébastien Fauvel) το 1782, η απεικόνιση του οποίου δημοσιεύτηκε το 1831 από τον Γάλλο αρχαιολόγο Εσπρί-Μαρί Κουζινερύ (Esprit-Marie Cousinéry), με ένα σχέδιο αρκετά παρόμοιο με αυτό του σπιτιού από τους Στιούαρτ και Ρέβετ από την ίδια οπτική γωνία.[21]Το 1800 ανασκαφές γύρω από το μνημείο έκανε ο Γάλλος πρόξενος Φελίξ ντε Μπωζούρ (Félix de Beaujour) ο οποίος έδωσε ως συνολικό ύψος 12,5 μέτρα., με μήκος κίονα -μαζί με την βάση- 1,98 μέτρα πάνω από το έδαφος και 5,49 κάτω από το έδαφος αντίστοιχα.[1]

Παρόμοια κτήρια υπήρχαν σε διάφορες πόλεις οι οποίες αποτέλεσαν τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γάλλος αρχαιολόγος Πωλ Περντριζέ (Paul Perdrizet)[22] ο οποίος μελέτησε τα γλυπτά αφότου είχαν πλέον μεταφερθεί στο Λούβρο, ανέφερε το παράδειγμα του Piliers de Tutelle (στήλες των προστατών) στο Μπορντώ της Γαλλίας, το οποίο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες αλλά δεν διασώζεται πλέον καθώς κατεδαφίστηκε το 1677.[23]

Απόσπαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμμανουέλ Μιλλέρ ήταν Γάλλος παλαιογράφος ο οποίος βρισκόταν σε απευθείας αποστολή από τον Ναπολέοντα Γ´ για απόκτηση αρχαιοτήτων από άλλες χώρες. Συνοδευόταν από τον ζωγράφο και φωτογράφο Πιέρ Ντεζιρέ Γκιγεμέ (Pierre-Désiré Guillemet), και το ταξίδι τους το περιγράφει ο ίδιος ο Μιλλέρ λεπτομερώς στο οδοιπορικό που έγραψε,[24] όπου αναφέρει πως αρχικά είχε ταξιδέψει στο Άγιο Όρος για την εύρεση και απόκτηση σπανίων χειρογράφων. Εκεί αφότου αντιμετώπισε την καχυποψία των μοναχών δεν κατάφερε να συλλέξει κάτι αξιόλογο, και κατόπιν πέρασε στην Θάσο από την οποία απέσπασε μεγάλο αριθμό αρχαιοτήτων. Κατά την συνάντηση του με τον Γάλλο πρόξενο, ο πρόξενος του είπε πως δεν θα έπρεπε να αφήσει τίποτα πίσω του διαφορετικά θα το έπαιρναν οι Βρετανοί. Μαθαίνοντας για τα αξιοθέατα της Θεσσαλονίκης έμαθε για το μνημείο που βρισκόταν, ζήτησε άδεια από τον κυβερνήτη ώστε να αποσπάσει τα γλυπτά, όμως ο πασάς του είπε πως θα έπρεπε να λάβει άδεια από την Κωνσταντινούπολη, κάτι που έγινε σύντομα έπειτα καθώς μεσολάβησε η γαλλική πρεσβεία και η άδεια δόθηκε από τον Μεγάλο Βεζύρη.

Η μοναδική γνωστή φωτογραφία των Μαγεμένων στην θέση τους στην Θεσσαλονίκη, Πιέρ Ντεζιρέ Γκιγεμέ, 1864

Στην Θεσσαλονίκη βρέθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1864 ερχόμενος με γαλλικό πολεμικό πλοίο, και προσάραξε όχι στο λιμάνι της πόλης αλλά σε άλλη τοποθεσία κατά την συμβουλή του Γάλλου προξένου, έτσι ώστε η μεταφορά των αρχαιοτήτων να παραμείνει όσο το δυνατόν μη αντιληπτή από το ευρύτερο πλήθος.[25] Κατόπιν, ο Μιλλέρ έμαθε από τον Γάλλο πρέσβη πως είχε έρθει μήνυμα από την Γαλλία στο οποίο του ζητούνταν να απαλλοτριώσει όχι μόνο τα αγάλματα αλλά ολόκληρο το μνημείο, αγάλματα, στήλες, μετόπες κ.α.. Αυτό στάθηκε αδύνατο καθώς το βάρος θα ήταν τεράστιο και δεν είχε τον απαραίτητο εξοπλισμό αλλά ούτε και το πλοίο μπορούσε να αντέξει τόσο βάρος. Το νέο της αφαίρεσης του μνημείου είχε μαθευτεί και είχε προκαλέσει αναταραχή στον πληθυσμό. Ο Μιλλέρ περιέγραψε πως δεν καταλάβαινε γιατί αντιδρούσαν έτσι από την στιγμή όπου οι γενίτσαροι πυροβολούσαν τα αγάλματα για την διασκέδαση τους, ενώ και ο Εβραίος ιδιοκτήτης του σπιτιού δίπλα στο μνημείο περιστασιακά έσπαγε κομμάτια και τα πουλούσε στους τουρίστες.[25]

Λίγο πριν ξεκινήσει η αφαίρεση, ο Γκιγεμέ έβγαλε φωτογραφία του μνημείου από γειτονικό κτήριο, η οποία είναι η μοναδική γνωστή φωτογραφία που διασώζεται στην αρχική του τοποθεσία στην Θεσσαλονίκη.[26][27][16] Παράλληλα, είχε μαθευτεί ότι θα αφαιρούνταν το μνημείο, και υπήρξε κατακραυγή από τους κατοίκους της πόλης, Τούρκους, Εβραίους και Έλληνες και ακολούθησαν μικροεπεισόδια. Στις 1 Νοεμβρίου ο Μιλλέρ ξεκίνησε τις εργασίες αφαίρεσης, περιέφραξε τον χώρο με κορδόνι, ενώ είχε και την συνδρομή Τούρκων αστυνομικών που κρατούσαν το πλήθος σε απόσταση, ενώ κατά τις ημέρες που ακολούθησαν κατάβρεχαν το πλήθος για να μη μαζεύεται.[28]

Έτσι αφαιρέθηκε πρώτα η πλάκα που βρισκόταν πάνω από τα αγάλματα, και κατόπιν τα ίδια τα αγάλματα. Ένα από αυτά, αυτό της Νίκης, έπεσε στο έδαφος καθώς ξέφυγε από το βαρούλκο και κατά την πτώση του έσπασε ένα μικρό τμήμα του που δεν ήταν σε πλευρά γλυπτού. Στις 12 Νοεμβρίου ολοκληρώθηκε η αφαίρεση των αγαλμάτων, και ξεκίνησε η μεταφορά τους, μαζί και με τα επιστύλια και τους στυλοβάτες, με τις βοϊδάμαξες που είχε συνδράμει ο Τούρκος πασάς.[29] Η μεταφορά μέσα από τα στενά σοκάκια της πόλης με τις λακκούβες και απότομες γωνίες ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς και εκφόρτωσης των γλυπτών στο γαλλικό πολεμικό πλοίο, ο Μιλλέρ παρέτεινε την διαμονή του στην πόλη για μερικές ακόμα εβδομάδες, έως το τέλος Δεκεμβρίου, και σε ότι αφορά τα βαρύτερα τμήματα του μνημείου ανέφερε στα γραπτά του πως αν δεν κατάφερνε να τα μετακινήσει τότε θα τα άφηνε στους δρόμους, και ίσως η εκκλησία του Αγίου Νικολάου θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα μάρμαρα αυτά.

Ο Μιλλέρ καθώς δεν ήταν αρχαιολόγος, δεν έκανε καμία τοπογραφική μελέτη ή άλλες σημειώσεις για το που βρισκόταν το μνημείο. Κατά την παράδοση στο Λούβρο, δεν υπήρχε συνοδευτική απογραφή των ευρημάτων, ενώ τα κομμάτια είχαν μπερδευτεί με άλλα τα οποία είχαν παρθεί από την Θάσο.[30]

Γλυπτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρονολόγηση του μνημείου έγινε βάσει της εξέτασης των γλυπτών στο Λούβρο, και βάσει της μελέτης των αναπαραστάσεων των περιηγητών. Έχουν προταθεί διάφορες περίοδοι, από τα μέσα του 2ου αιώνα έως τα τέλη του 3ου, με τις συγκλίνουσες απόψεις να είναι στον 2ο αιώνα. Αρχικά προτάθηκε πως το μνημείο ήταν της περιόδου του Διοκλητιανού (τέλη 3ου με αρχές 4ου αιώνα) καθώς παρουσιάζει κάποιες αρχιτεκτονικές ομοιότητες με το παλάτι του Διοκλητιανού κοντά στην Σαλώνα. Ωστόσο υπήρξε το αντεπιχείρημα πως υπάρχουν διαφορές ως προς τις διαστάσεις των κιονόκρανων, και παράλληλα σε ότι αφορά τις παραστάσεις των γλυπτών, ειδικά αυτές της Αύρας και του Διονύσου, υποδεικνύουν πως τα αγάλματα δεν μπορεί να ανήκουν σε μεταγενέστερες εποχές όπου η τέχνη είχε αρχίσει να αλλάζει, κάτι που ωστόσο δεν είναι απόλυτο. Το σημαντικότερο επιχείρημα σχετικά με την χρονολόγηση στον 2ο αιώνα, εστιάζει στο ότι τα κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με αυτά που βρίσκονται σε δύο μικρούς ναούς του 2ου αιώνα στην αγορά των Φιλίππων, καθώς και σε άλλα αρχιτεκτονικά ευρήματα της ίδιας περιόδου στην πρόσοψη των αιχμαλώτων[31] στην Κόρινθο, και στο ωδείο της αγοράς των Αθηνών. Βάσει των λεπτομερειών αυτών, η τεχνοτροπία του μνημείου και τα γλυπτά είναι επηρεασμένα από την ελληνιστική τέχνη, ενώ το ίδιο το έργο φαίνεται πως αποτελεί τυπικό δείγμα της τοπικής ελληνικής αρχιτεκτονικής της Θεσσαλονίκης.[32]

Παραστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στήλη 1 Στήλη 2 Στήλη 3 Στήλη 4
Πλευρά 1 Παράσταση Νίκη Αύρα Διόσκουρος Γανυμήδης
Σχέδιο

(Στιούαρτ & Ρέβετ,

1754)

Φωτογραφία

(Λούβρο)

Las Incantadas Louvre Ma1394 side A.jpg
Πλευρά 2 Παράσταση Λήδα Αριάδνη Διόνυσος Μαινάδα
Σχέδιο

(Στιούαρτ & Ρέβετ,

1754)

Φωτογραφία

(Λούβρο)

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1997 κατά τις εργασίες ανασκαφών για παροχή φυσικού αερίου στην οδό Ρογκότη, αρκετά νοτιότερα από την αρχαία αγορά, ανακαλύφθηκε τμήμα κεφαλής γλυπτού για το οποίο έχει γίνει η υπόθεση πως αποτελούσε τμήμα ενός 5ου αγάλματος, το οποίο κατέρρευσε κατά την διάρκεια σεισμού τον 7ο αιώνα.[33]Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην ομοιότητα του γλυπτού καθώς και από το γεγονός ότι στις αναπαραστάσεις του μνημείου η κάθε στήλη συνοδεύεται από ένα άγαλμα με εξαίρεση την 5η στήλη. Το θραύσμα εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης.[8]Το ίδιο έτος με αφορμή την χρονιά της Θεσσαλονίκης ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης έγινε αίτηση από τον δήμο Θεσσαλονίκης στην γαλλική κυβέρνηση για επιστροφή των γλυπτών στην πόλη, η αίτηση όμως δεν έγινε δεκτή.

Το 2015 βάσει χρηματοδότησης από τον οργανισμό της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης και συμμετοχή άλλων τοπικών φορέων (ΕΒΕΘ, ΕΕΘ, ΟΛΘ, ΕΥΑΘ) έγινε δυνατή η κατασκευή πιστών αντιγράφων των γλυπτών στο Λούβρο, για τα οποία και για τα εκμαγεία τους το τελικό κόστος ανήλθε στα 150.000 ευρώ.[34] Εκτέθηκαν στην 80η ΔΕΘ και κατόπιν τα αντίγραφα μεταφέρθηκαν το 2015 στο αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης και βρίσκονται εκεί έκτοτε σε μόνιμη έκθεση.[35][36][37]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Γκαλά-Γεωργιλά, σελ. 5-6
  2. Marovitz, Sanford E.; Christodoulou, Athanasios C. (2001). Melville "Among the Nations": Proceedings of an International Conference, Volos, Greece, July 2-6, 1997. Kent State University Press. σελ. 90. ISBN 978-0-87338-696-8. 
  3. «Στοά των ειδώλων». www.komvos.edu.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Δεκεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Stuart & Revett 1762, σελ. 53-56
  5. «Η πονεμένη ιστορία των Μαγεμένων, των χαμένων «Καρυάτιδων» της Θεσσαλονίκης». LiFO. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  6. «Οι «Μαγεμένες» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης | naftemporiki.gr». m.naftemporiki.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  7. «Η ιστορία ζωντανεύει: Οι «εξόριστες» Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης (ΦΩΤΟ)». Typosthes.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  8. 8,0 8,1 «Μαγεμένες», αντιγραμμένες και… ακριβοπληρωμένες!». www.makthes.gr. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  9. «Photodentro-Cultural: Αύρα, η "Μαγεμένη" της Θεσσαλονίκης». photodentro.edu.gr. 2 Ιουνίου 2015. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  10. «Παρέμβαση του Σταύρου Καλαφάτη για τα». www.makthes.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  11. Βακαλόπουλος 1986, σελ. 24
  12. Γρηγορίου & Χεκίμογλου 2008
  13. «Οι "Μαγεμένες" της Θεσσαλονίκης | Καλώς ήρθατε στην 84η ΔΕΘ». www.helexpo.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  14. Fox, Robin J. Lane (22 Ιουνίου 2011). Brill's Companion to Ancient Macedon: Studies in the Archaeology and History of Macedon, 650 BC - 300 AD. BRILL. ISBN 978-90-04-20923-7. 
  15. «Dictionary of Greek and Roman Geography (1854), THESSALONI´CA». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  16. 16,0 16,1 16,2 Sivenas, Nikiforos (1 Δεκεμβρίου 2016). «Οι Μαγεμένες: έρως θεών και ανθρώπων». Little stories of big History (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Μαΐου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  17. «Επιστημονική Διημερίδα για τις Μαγεμένες». Αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης. Ιούνιος 2018. ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ. 
  18. Sève 2013, σελ. 126
  19. Perdrizet 1930, σελ. 56-57
  20. McKee, Gabriel (2015-03-03). «Antiquarian volumes in the ISAW Library collection» (στα αγγλικά). Institute for the Study of the Ancient World. https://isaw.nyu.edu/library/blog/Dilettanti. Ανακτήθηκε στις 2020-05-20. 
  21. Perdrizet 1930, σελ. 59
  22. Perdrizet, Paul (1930). «L'« Incantada » de Salonique (Musée du Louvre )». Monuments et mémoires de la Fondation Eugène Piot 31 (1): 51–90. doi:10.3406/piot.1930.1885. https://www.persee.fr/doc/piot_1148-6023_1930_num_31_1_1885. 
  23. Perdrizet 1930, σελ. 84-85
  24. Miller 1889, σελ. 336-366
  25. 25,0 25,1 Βακαλόπουλος 1986, σελ. 26
  26. Miller 1889, σελ. 359
  27. Perdrizet 1930, σελ. 61
  28. Βακαλόπουλος 1986, σελ. 27
  29. Βακαλόπουλος 1986, σελ. 28-30
  30. Μαζάουερ 2006, σελ. 270-271
  31. Sanders, Guy D. R.; Palinkas, Jennifer (30 Απριλίου 2018). Ancient Corinth: Site Guide (Modern Greek). American School of Classical Studies at Athens. ISBN 978-1-62139-024-4. 
  32. Lyttelton, Margaret (1974). Baroque Architecture in Classical Antiquity. Cornell University Press. σελίδες 281–282. ISBN 978-0-8014-0784-0. 
  33. Τζήμου, Κύα (23 Φεβρουαρίου 2017). «Η πέμπτη Μαγεμένη βρίσκεται ακόμη εδώ». Parallaxi Magazine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  34. «Οι «Μαγεμένες» επιστρέφουν και πάλι στη Θεσσαλονίκη». Newsbeast.gr. 26 Αυγούστου 2015. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2020. 
  35. «Οι Μαγεμένες - Εγκαίνια μόνιμης έκθεσης». ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. 31 Αυγούστου 2017. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  36. «Οι «Μαγεμένες» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης | naftemporiki.gr». m.naftemporiki.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 
  37. «ThessHistory: Άστεγες οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης». www.thessnews.gr. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2020. 

Κύριες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοδευτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξενόγλωσσοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]