Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μίκλος Ράντνοτι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μίκλος Ράντνοτι
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Radnóti Miklós (Ουγγρικά)
Γέννηση5  Μαΐου 1909
Βουδαπέστη
Θάνατος9  Νοεμβρίου 1944ή10  Νοεμβρίου 1944ή6  Νοεμβρίου 1944
Abda
Αιτία θανάτουτραύμα από πυροβολισμό
Τόπος ταφήςFiume Road Graveyard
Χώρα πολιτογράφησηςΟυγγαρία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΟυγγρικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΟυγγρικά
Γαλλικά
Σπουδέςπανεπιστήμιο του Σέγκεντ (1930–1934)
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταποιητής
συγγραφέας
μεταφραστής
καθηγητής
ΕργοδότηςNyugat
Οικογένεια
ΣύζυγοςFanni Gyarmati
ΑδέλφιαÁgnes Erdélyi
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςBaumgarten Prize (1937)
Hungarian Heritage Award (2001)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Μίκλος Ράντνοτι (ουγγρικά: Miklós Radnóti), γεννημένος ως Μίκλος Γκλάτερ (5 Μαΐου 1909 - 4 ή 9 Νοεμβρίου 1944) ήταν Ούγγρος ποιητής εβραϊκής καταγωγής που εξοντώθηκε κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ούγγρους λυρικούς ποιητές του 20ού αιώνα.[1]

Βιογραφικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μίκλος Ράντνοτι γεννήθηκε ως Μίκλος Γκλάτερ το 1909 στη Βουδαπέστη, πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ουγγαρίας, και καταγόταν από ουγγρική εβραϊκή οικογένεια μικροπωλητών εμπόρων και πανδοχέων στο Ράντνοβτσε, στη σημερινή Σλοβακία.

Ο πατέρας του Γιάκαμπ Γκλάτερ, εργαζόταν ως περιοδεύων πωλητής για εταιρεία κλωστοϋφαντουργίας, η οποία ανήκε στον κουνιάδο του. Κατά τη γέννηση, ο δίδυμος αδελφός του γεννήθηκε νεκρός και η μητέρα του, Ιλόνα Γκρος, πέθανε λίγο μετά τον τοκετό. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε το 1911 με την Ιλόνα Μόλναρ, η οποία αγαπούσε το παιδί σαν δικό της και του δημιούργησε ευχάριστη οικογενειακή ατμόσφαιρα. Ο ποιητής ήταν επίσης εξαιρετικά δεμένος με την ετεροθαλή αδερφή του, Άγκι, πέντε χρόνια μικρότερή του, η οποία αργότερα έγινε γνωστή ως Άγκνες Γκλάτερ-Έρντελι (1914–1944) ως δημοσιογράφος και συγγραφέας. (Και οι δύο γυναίκες δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς το 1944.)

Το 1921, ο πατέρας του πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο και κηδεμόνας του έγινε ο θείος του, ο πλούσιος έμπορος υφασμάτων Ντέζο Γκρος, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδιοκτήτες της εταιρείας κλωστοϋφαντουργίας στην οποία εργαζόταν ο πατέρας του.

Ο θείος του τον ενθάρρυνε να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση και έτσι, μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο το 1927, ο Μίκλος αρχικά ακολούθησε εμπορική μαθητεία για ένα χρόνο και ανέλαβε θέση στην εταιρεία χονδρικής πώλησης του θείου του μέχρι το 1930. Τελικά, κατάφερε να ικανοποιήσει την επιθυμία του για σπουδές και άρχισε να σπουδάζει φιλοσοφία, ουγγρικά και γαλλικά στο Πανεπιστήμιο του Σέγκεντ, δημιουργώντας σημαντικές φιλίες με πολλούς από τους πιο εξέχοντες καλλιτέχνες και διανοούμενους της Βουδαπέστης του Μεσοπολέμου.[2]

Το 1934, ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Μετά την αποφοίτησή του, άλλαξε το επώνυμό του σε Ράντνοτι, από το χωριό καταγωγής των προγόνων του. Τον Αύγουστο του 1935, παντρεύτηκε την μακροχρόνια αγαπημένη του Φάνι Γκιαρμάτι (1912–2014), καθηγήτρια και κόρη ιδιοκτήτη σεβαστού τυπογράφου. Ο ευτυχισμένος γάμος τους ήταν άτεκνος μέχρι την απέλασή του. Το ακαδημαϊκό έτος 1935-36 άρχισε να εργάζεται σε γυμνάσιο στη Βουδαπέστη.

Κατά τη δεκαετία του 1930, ταξίδεψε αρκετές φορές στη Γαλλία με τη σύζυγό του, όπου είχε επαφές με αριστερούς διανοούμενους. Ήταν ήδη μέλος του παράνομου Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος και ο θάνατος του ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα άσκησαν βαθιά επιρροή πάνω του.[3]

Στα στρατόπεδα εργασίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1940, λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, επιστρατεύτηκε σε ένα τάγμα εργασίας (ένα είδος άοπλης στρατιωτικής θητείας, μια τιμωρία για πολίτες που θεωρούνταν ακατάλληλοι για ένοπλη θητεία και αναξιόπιστοι, όπως κομμουνιστές, αντιφρονούντες και Εβραίοι που εφαρμόστηκε ευρέως και στην Ουγγαρία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) του Βασιλικού Ουγγρικού Στρατού μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, και στη συνέχεια από τον Ιούλιο του 1942 έως τον Απρίλιο του 1943 για δεύτερη φορά. Τον Μάιο 1943, καθώς η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ουγγαρία έγινε όλο και πιο απειλητική υπό το φασιστικό καθεστώς του Μίκλος Χόρτυ, μαζί με τη σύζυγό του μεταστράφηκαν στη Ρωμαιοκαθολική πίστη, ωστόσο δεν προστατεύθηκαν από περαιτέρω διώξεις. Τον Μάιο του 1944 ξεκίνησε η τρίτη περίοδος στρατιωτικής εργασίας του Ράντοτι και το τάγμα του οδηγήθηκε στα ορυχεία χαλκού του Μπορ στη Σερβία. Μετά το 1943, οι Ούγγροι Εβραίοι εργάτες που εργάζονταν στα ορυχεία χαλκού του Μπορ συνέβαλαν στο 50% του χαλκού που χρησιμοποιούσε η γερμανική πολεμική βιομηχανία. Οι επιβλέποντες των εργατών του στρατοπέδου του Μπορ ήταν διαβόητοι για τη σκληρότητά τους.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1944, το τάγμα διατάχθηκε να εγκαταλείψει το στρατόπεδο πεζή σε δύο ομάδες σε μια αναγκαστική πορεία για να ξεφύγει από τα προελαύνοντα σοβιετικά στρατεύματα. Ο Ράντνοτι ήταν στην πρώτη ομάδα (περίπου 3.600 καταναγκαστικοί εργάτες, οι μισοί από τους οποίους εξοντώθηκαν. Οι επιβλέποντες αξιωματικοί της δεύτερης ομάδας έπεσαν σε ενέδρα Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων πριν από την αναχώρηση και όλοι οι εργάτες επέζησαν. Ο Ράντνοτι υπέμεινε απάνθρωπες συνθήκες αναγκασμένος να περπατήσει από το Μπορ στο χωριό Σεντκιλάισζαμπατζα στην κεντρική Ουγγαρία, όπου έγραψε το τελευταίο του ποίημα στις 31 Οκτωβρίου.[4]

Ο Ράντνοτι και η σύζυγός του το 1938

Τον Νοέμβριο του 1944, λόγω της πλήρους σωματικής και ψυχικής τους εξάντλησης από την πείνα και τις κακουχίες, ο Ράντνοτι και 20 άλλοι κρατούμενοι διατάχθηκαν να σκάψουν έναν ομαδικό τάφο και στη συνέχεια τους πυροβολήθηκαν και θάφτηκαν από μια ομάδα αποτελούμενη από έναν διοικητή και τέσσερις στρατιώτες του Βασιλικού Ουγγρικού Στρατού.

Ο ομαδικός τάφος βρέθηκε ενάμιση χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1946. Η επίσημη νεκρώσιμη ακολουθία του Μίκλος Ράντνοτι τελέστηκε στη Βουδαπέστη δημόσια στις 14 Αυγούστου 1946 και ενταφιάστηκε στο Νεκροταφείο της οδού Φιούμε στη Βουδαπέστη.

Ο διοικητής των φρουρών που διέπραξαν τη μαζική δολοφονία εντάχθηκε αμέσως στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας μετά το τέλος του πολέμου, αλλά συνελήφθη, καταδικάστηκε από μεταπολεμικό Λαϊκό Δικαστήριο για τη σκληρότητά του προς τους εργάτες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπορ και εκτελέστηκε το 1947. Τα ονόματα των άλλων δολοφόνων παρέμειναν άγνωστα για χρόνια. Το 2006 αποκαλύφθηκαν και έγινε γνωστό ότι είχαν ταυτοποιηθεί μετά από αυστηρά εμπιστευτική έρευνα που διεξήχθη μεταξύ 1967-1977, αλλά δεν διώχθηκαν ποτέ γιατί ήταν μέλη του κυβερνώντος Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, παρέμειναν μόνο υπό μυστική παρακολούθηση της ουγγρικής μυστικής αστυνομίας.

Αναμνηστική πλακέτα για τον ποιητή στη Βουδαπέστη

Η ποίηση του Μίκλος Ράντνοτι συνδυάζει εξπρεσιονιστικά και πρωτοποριακά στοιχεία με κλασικές φόρμες και μια βαθιά σύνδεση με την πατρίδα του. Αντικατοπτρίζει την κλασική του παιδεία, τη χαρά του για τη ζωή και την τραγωδία της σταδιακής απώλειας αυτής της χαράς, αναγνωρίζοντας προφητικά ότι αυτή ήταν η αναπόφευκτη μοίρα του. Τα κύρια θέματα του έργου του είναι μια μυθική ταύτιση με τον Κάιν, που προέκυπτε από την ενοχή του ως επιζών δίδυμος, η φύση, ο έρωτας, η πολιτική, η κοινωνική κριτική και τέλος, ως μάρτυρας της φρίκης, οι κακουχίες της καταναγκαστικής εργασίας και του πολέμου. Τα έργα του θεωρούνται πλέον κλασικά της ουγγρικής ποίησης.[5]

Το 1928, δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό που είχε ιδρύσει με φίλους. Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του τον στοίχειωναν συναισθήματα ενοχής και τύψεων για τον θάνατο της μητέρας του λίγο μετά τον τοκετό και του θνησιγενούς δίδυμου αδελφού του, τα οποία εκφράζονται συχνά στα πρώτα του ποιήματα και στα πεζά του απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν το 1940.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή Παγανιστικός χαιρετισμός, εμφανίστηκε το 1930, αντανακλώντας την επιρροή του εξπρεσιονισμού και θέμα τις κοινωνικές αδικίες.

Το 1931, εκδόθηκε η επόμενη συλλογή του, Τραγούδια των νέων ποιμένων. Κατασχέθηκε από την εισαγγελία για φερόμενη αισχρότητα και προσβολή του κοινού γούστου και ο ποιητής μόλις που γλίτωσε τη φυλάκιση.

Καθώς η δύναμη της ναζιστικής Γερμανίας αυξανόταν και οι αντισημιτικοί κανονισμοί στην Ουγγαρία γίνονταν ολοένα και πιο περιοριστικοί, τα γραπτά του Ράντνοτι έγιναν όλο και πιο σκοτεινά και δυσοίωνα και ο τόνος τραγικός. Με τις συλλογές Φύγε, καταδικασμένε άνθρωπε! το 1936 και Απότομος δρόμος που εκδόθηκαν δύο χρόνια αργότερα, η ποίησή του μετατρέπεται σε ένα προφητικό όραμα για την επικείμενη καταστροφή και την εντεινόμενη βεβαιότητά του ότι δεν ήταν προορισμένος να επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα.[4]

Στο στρατόπεδο Μπορ στη Σερβία έγραφε σπαρακτικά ποιήματα και τα συγκέντρωνε σε ένα σημειωματάριο το οποίο βρέθηκε στην τσέπη του σακακιού του κατά την εκταφή του. Αυτή η συλλογή - από τις σημαντικότερες ποιητικές μαρτυρίες του Ολοκαυτώματος - εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο Σημειώσεις από το Μπορ. [6]

Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση. Ο μεταφράσεις του δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο Στα βήματα του Ορφέα και περιλαμβάνουν κυρίως έργα των Ζαν ντε Λα Φονταίν, Αρθούρου Ρεμπώ, Στεφάν Μαλαρμέ, Πωλ Ελυάρ, Γκιγιώμ Απολλιναίρ και Μπλεζ Σαντράρ.

Ένα ουγγρικό βραβείο κατά του ρατσισμού φέρει το όνομα του.

Άγαλμα του ποιητή στη Βουδαπέστη (του Ίμρε Βάργκα)
  • Pogány köszöntő (Παγανιστικός χαιρετισμός) 1930
  • Újmódi pásztorok éneke (Τραγούδια των νέων ποιμένων), 1931
  • Lábadozó szél (Θεραπευτικός άνεμος), 1933
  • Újhold (Νέα σελήνη), 1935
  • Járkálj csak, halálraítélt! (Φύγε, καταδικασμένε άνθρωπε!), 1936
  • Meredek út (Απότομος δρόμος), 1938
  • Under Gemini (Στο σημάδι των Διδύμων) 1940, απομνημονεύματα
  • Naptár (Ημερολόγιο), 1942
  • Orpheus nyomában : műfordítások kétezer év költőiből (Στα βήματα του Ορφέα: μεταφράσεις έργων ποιητών πριν δύο χιλιάδες χρόνια), 1943
  • Erőltetett menet (Αναγκαστική πορεία), 1944
  • Tajtékos ég (Χιονισμένος ουρανός), 1946
  • Bori notesz (Σημειώσεις από το Μπορ)
  1. . «neversuchinnocence.com/mikls-radnti-second-world-war».
  2. . «poetryfoundation.org/poets/miklos-radnoti».
  3. . «ebsco.com/research-starters/history/miklos-radnoti».
  4. 1 2 . «blog.smu.edu/ponyexpressions/non-fiction/miklos-radnoti-the-poetry-of-witness-and-prophesy/».
  5. . «forward.com/culture/103565/miklos-radnoti-bearer-of-poetic-witness/».
  6. . «huckgutman.com//Miklós Radnóti‎‎».