Ηγεμονία της Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μέγας Δούκας της Λήμνου)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μετά την Δ' Σταυροφορία, η Λήμνος αποτέλεσε για ένα διάστημα αυτόνομη ηγεμονία στα πλαίσια της Λατινικής Αυτοκρατορίας, υπό την ενετική (ή ελληνο-εννετική) οικογένεια των Ναβιγκαγιόζο, που έφεραν παράλληλα τον τίτλου του μεγάλου δουκός της Λατινικής Αυτοκρατορίας.

Ιστορικά γεγονότα[1][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση της ηγεμονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 κατά την Δ' Σταυροφορία έγινε διανομή των νησιών και εδαφών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η Λήμνος και άλλα νησιά του Αιγαίου πέρασαν στο μερίδιο του Λατίνου αυτοκράτορα της Πόλης Βαλδουίνου. Αυτός ανέθεσε στους Ενετούς την κατάληψη τους. Η Ενετία προσκάλεσε διάφορους επιφανείς πολίτες της να φροντίσουν να κατακτήσουν τα νησιά αυτά, με αντάλλαγμα την πλήρη δεσποτεία πάνω σε αυτά.

Η Λήμνος περιήλθε στην εξουσία της επιφανούς ενετικής οικογένειας του Φιλόκαλου Ναβιγκαγιόζο (Navigajoso) το 1207. Ο Φιλόκαλος ορκίστηκε πίστη στον Βαλδουίνο, ώστε να υπαχθεί το νησί στην κυριαρχία του Λατίνου αυτοκράτορα, όπως είχε συμφωνηθεί και εκείνος του απένειμε τον βυζαντινό τίτλο του Μεγάλου Δούκα (imperiali privilegio Imperii Megaducha est effectus), ήτοι αρχιναύαρχου της Λατινικής Αυτοκρατορίας.

Ο τίτλος αυτός διατηρήθηκε ως τίτλος του εκάστοτε ηγεμόνα του νησιού επί εβδομήντα περίπου έτη, ως το τέλος της ενετοκρατίας στη Λήμνο. Εντούτοις, όπως όλοι οι βυζαντινοί τίτλοι, δεν είχε εδαφικό χαρακτήρα. Ο όρος «Μέγας Δούκας της Λήμνου» είναι, ως εκ τούτου, λανθασμένος. Οι ηγεμόνες είχαν ως έδρα το Κάστρο της Μύρινας, πρωτεύουσας του νησιού, το αποκαλούμενο τότε Παλαιόκαστρο και κυβέρνησαν από το 1207 ως το 1278.

Η διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ναβιγκαγιόζο διοίκησαν τη Λήμνο με το φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο επικρατούσε στη Δύση.

Ο Φιλόκαλος ενίσχυσε την άμυνα του νησιού ισχυροποιώντας τα φρούρια και τα κάστρα της. Μετά το θάνατό του, που συνέβη το 1214, το νησί μοιράστηκε σε φέουδα. Τον τίτλο και το μισό του νησιού κληρονόμησε ο γιος του Λεονάρδος, που είχε ως έδρα την πρωτεύουσα Παλαιόκαστρο (σημερινή Μύρινα). Το υπόλοιπο μισό μοιράστηκαν οι δυο θυγατέρες του Φιλόκαλου και κατ’ επέκταση οι γαμπροί του, κάθε μια από τις οποίες έλαβε από ένα τέταρτο με έδρες τα δυο άλλα σημαντικά κάστρα της Λήμνου.

Η μία εξ αυτών πήρε σύζυγο τον Μαργ. Φόσκαρη το 1222 και έλαβε το κάστρο του Μούδρου. Γιος της ήταν ο Ιωάννης Φόσκαρης που έγινε διάδοχος του φέουδου από το 1252 ως την κατάλυση της ηγεμονίας το 1276. Η δεύτερη πήρε σύζυγο το Μαρίνο Γραδενίγο και έλαβε το κάστρο του Κότσινου. Γιος και διάδοχός της υπήρξε ο Φιλόκαλος Γραδενίγος από το 1265 ως το 1276.

Ο Λεονάρδος κυβέρνησε ως το 1260 στηριγμένος στους κτηματίες του νησιού και φορολογώντας βαριά τους καλλιεργητές της γης. Παράλληλα ενίσχυσε την άμυνα του φτιάχνοντας πολυάριθμα φρούρια σε κατάλληλες θέσεις αλλά απέτυχε να πατάξει την πειρατεία. Απέκτησε τρεις γιους, τον Παύλο (; - 1277), ο οποίος τον διαδέχθηκε, το Φίλιππο (; - 1276) και το Νικόλαο (; - 1276). Οι δύο τελευταίοι σκοτώθηκαν κατά την ανακατάληψη της νήσου από το βυζαντινό στόλο το 1276.

Ο Παύλος ανέλαβε τις τύχες της ηγεμονίας το 1260. Για την πάταξη της πειρατείας διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του Φίλιππο μικρό στόλο από εννέα γαλέρες και συντηρούσε ένοπλο στρατιωτικό σώμα. Ως σύζυγο πήρε τη θυγατέρα του Άντζελο Σανούντο (εξελλ. Άγγελος Σανούδος), Δούκα του Αρχιπελάγους (Αιγαίου), η οποία τον διαδέχθηκε το 1277, όταν απεβίωσε κατά τη διάρκεια της πολύμηνης πολιορκίας του Παλαιόκαστρου από το βυζαντινό στόλο.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ενετική ηγεμονία Λήμνου κατέλυσε ο βυζαντινός ναύαρχος Λικάριος την περίοδο 1276-78. Το 1276, δεκαπέντε χρόνια μετά την ανακατάληψη της Πόλης από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, αυτοκράτορα της Νίκαιας, ο βυζαντινός στόλος υπό το ναύαρχο Λικάριο κατέπλευσε στη Λήμνο με σκοπό να την καταλάβει.

Ο Λικάριος κατανίκησε εύκολα τον Γραδενίγο και το Φόσκαρη που ήσαν φεουδάρχες των δύο μικρότερων φρουρίων του νησιού, του Μούδρου και του Κότσινου, οι οποίοι φονεύθηκαν. Στη συνέχεια πολιόρκησε το Παλαιόκαστρο, στο οποίο αμύνθηκε σθεναρά ο Παύλος Ναβιγκαγιόζο με 700 άνδρες αρνούμενος να παραδοθεί ή να εξαγοραστεί. Το επόμενο έτος 1277 ο Παύλος απεβίωσε ξαφνικά άλλά την άμυνα συνέχισε η χήρα του, θυγατέρα του Άγγελου Σανούδου, που δεν είναι γνωστό το όνομά της.

Τελικά, το 1278 αποφάσισε να αποχωρήσει για την Εύβοια, ενδεχομένως έπειτα από συμφωνία, αφήνοντας το Παλαιόκαστρο στους βυζαντινούς.

Ηγεμόνες της Λήμνου[2][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλοι οι Μεγάλοι Δούκες ήταν μέλη της οικογένειας Ναβιγκαγιόζο και η διαδοχή γινόταν κληρονομικά από πατέρα σε γιο κατά προτίμηση προς τον πρεσβύτερο. Κατά σειρά τον τίτλο είχαν οι εξής:

  • Φιλόκαλος Ναβιγκαγιόζο (1207-14).
  • Λεονάρδος Ναβιγκαγιόζο (1214-60), υιός του Φιλόκαλου.
  • Παύλος Ναβιγκαγιόζο (1260-77), υιός του Λεονάρδου.
  • Μεγάλη Δούκισσα, χήρα του Παύλου Ναβιγκαγιόζο (1277-78).

Η τύχη της δυναστείας[3][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια Ναβιγκαγιόζο διατηρήθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας ως τα μέσα του 14ου αιώνα. Οι απόγονοι των μεγάλων δουκών συνέχισαν να έχουν αξιώσεις επί της Λήμνου, παρά την απομάκρυνσή τους από αυτήν, τις οποίες μετέδιδαν στους οίκους με τους οποίους απέκτησαν συγγενικούς δεσμούς. Φυσικά, ο τίτλος και οι αξιώσεις αυτές έμειναν χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Ο Παύλος Ναβιγκαγιόζο είχε τρεις κόρες: τη Μαρία, την Ανέζα και μια τρίτη αγνώστου ονόματος, οι οποίες το 1278 που εκδιώχθηκαν από τη Λήμνο εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Εύβοια με τη μητέρα τους.

Η Μαρία πήρε σύζυγο τον Γκιβέρτο της Βερόνα (Giberto da Verona) το 1280. Έζησε στην Εύβοια και απέκτησε τρία παιδιά: το Γουλιέλμο και το Φραγκίσκο, που πέθαναν σε νεαρή ηλικία, και τη Βεατρίκη (;-1328), δέσποινα του ενός τρίτου της Εύβοιας, η οποία έκανε δύο γάμους. Από τον πρώτο σύζυγό της, τον Γκαρπόζο (Garposo), απέκτησε ένα γιο. Σε δεύτερο γάμο, που έγινε το 1303 περίπου, πήρε τον Ιωάννη ντε Νοαγιέ (Jan de Noyers).

Η Ανέζα, δεύτερη κόρη του Παύλου Ναβιγκαγιόζο, πήρε τον Γκαετάνο ντάλα Καρτσέρι (Gaetano dalla Carceri). Απέκτησε μια θυγατέρα, τη Μαρία, που υπήρξε δέσποινα του ενός έκτου της Εύβοιας από το 1310 ως το 1322. Αυτή έκανε δύο γάμους: α) με τον Αλβέρτο Παλαβιτσίνι (Alberto Pallavicini) και β) με τον Ανδρέα Κορνάρο, δεσπότη της Καρπάθου.

Συγγενής των δύο παραπάνω ήταν ο Πέτρος ντάλα Καρτσέρι (Pietro dalla Carceri), ο οποίος κατείχε τα δύο τρίτα της Εύβοιας εκ κληρονομίας την περίοδο 1328-40 και ο γιος του Ιωάννης, άρχων της Εύβοιας την περίοδο 1340-58.

Η τρίτη θυγατέρα του Παύλου Ναβιγκαγιόζο πήρε σύζυγο τον Άγγελο Κουερίνι (Angelo Quirini) και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Απέκτησε μια κόρη, σύζυγός της οποίας ήταν ο Γιαννάκης Γραδενίγος, επίσης από την Κρήτη.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αργ. Μοσχίδη, «Η Λήμνος», Αλεξάνδρεια 1907, σελ. 144-147
  2. Αργ. Μοσχίδη, «Η Λήμνος», Αλεξάνδρεια 1907, σελ. 244.
  3. Αργ. Μοσχίδη, «Η Λήμνος», Αλεξάνδρεια 1907, πίνακας σελ. 244.