Μάχη των αλυσίδων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

"Μάχη των αλυσίδων" ονομάστηκε η μάχη που έγινε τον Απρίλιο του 633, μεταξύ των Αράβων μουσουλμάνων και των Περσών, στη περιοχή της Ουμπάλα, στη σημερινή Βασόρα, στο Ιράκ. Ο πρώτος διάδοχος του προφήτη Μωάμεθ, Αμπού Μπακρ (632-634), αφού υπέταξε τις αραβικές φυλές που μετά τον θάνατο του Μωάμεθ επαναστάτησαν ενάντια στην υποταγή στο Ισλάμ, έστειλε τους στρατηγούς του, να κατακτήσουν για λογαριασμό της πίστης στο Ισλάμ τις περιοχές του σημερινού Ιράκ. Αρχηγός της εκστρατείας ορίστηκε ο ήδη επιτυχημένος Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, που με ένα σώμα 18000 αντρών, ξεκίνησε από τη περιοχή της βορειο-κεντρικής Αραβίας, έφτασε στη περιοχή του σημερινού Κουβέιτ και εκεί συνάντησε σε μάχη τις περσικές δυνάμεις που οδηγούσε ο Πέρσης διοικητής της επαρχίας εκείνης, ο Χορμούζ. Ύστερα από μάχη που κράτησε σχεδόν μια μέρα, οι Άραβες νίκησαν τους Πέρσες, πήραν πάρα πολλά λάφυρα μεγάλης αξίας, και άνοιξαν τη πόρτα για την κατάκτηση της Περσίας. Οι επόμενες μάχες που θα ακολουθήσουν, όλες νικηφόρες, θα τελειώσουν με τη πλήρη κατάρρευση της Περσικής αυτοκρατορίας και την υποταγή της στους μουσουλμάνους Άραβες.

Η μάχη ονομάστηκε «των αλυσίδων» εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αμυνόταν το περσικό πεζικό. Αλυσοδένονταν οι στρατιώτες μεταξύ τους σε μικρές ομάδες και έτσι δημιουργούσαν ένα πιο ισχυρό φράγμα απέναντι στο αντίπαλο πεζικό.[1]

Οι κατακτήσεις των Αράβων

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ πήρε διαταγές από τον Αμπού Μπακρ να συνεχίσει τις κατακτήσεις, αυτή τη φορά προς το Ιράκ και συγκεκριμένα στη περιοχή της Ουμπάλλα (σημερινή Βασόρα). Η περιοχή της Ουμπάλλα ήταν μια εύφορη και πλούσια κοιλάδα, σταυροδρόμι εμπορικών δρόμων, και διοικητής της ήταν ο Ορμούζ, ένας έμπειρος, και ικανός διοικητής της Περσικής αυτοκρατορίας.

Ο Χαλίντ, στρατοπεδευμένος στη πεδιάδα της Γιαμαμάχ (στη βορειοκεντρική Αραβία), άρχισε τις προετοιμασίες για τη συγκρότηση νέου στρατού. Καβαλάρηδες που έστειλε σε όλη τη βόρεια και κεντρική Αραβία, καλούσαν τους πολεμιστές να πάρουν μέρος στην εκστρατεία υπό τη αρχηγία του Χαλίντ. Το κάλεσμα είχε άμεση ανταπόκριση, και μέσα σε λίγο καιρό ο Χαλίντ, δημιούργησε στράτευμα 10.000 και κάλεσε 4 αξιωματικούς με στρατό 2000 αντρών περίπου ο καθένας, να ενωθούν υπό την αρχηγία του.[2] Έτσι ο συνολικό αριθμός των μουσουλμάνων που εισέβαλλαν στο Ιράκ, ήταν 18000 άντρες.

Το Μάρτη του 633 έφυγε από την Αραβία. Ωστόσο, πριν φύγει, όπως ήταν η διαταγή του Αμπού Μπακρ, έστειλε στον διοικητή της Περσικής επαρχίας που θα εισέβαλλε, τον Χορμούζ, γράμμα που τον καλούσε σε υποταγή, για να αποφευχθεί η μάχη. ο Χορμούζ δεν απάντησε ποτέ, και ο Χαλίντ ξεκίνησε. Ο Xoρμούζ παίρνοντας τον δρόμο για τη Γιαμαμάχ, για να φτάσει πρώτος και να αιφνιδιάσει έτσι τον Χαλίντ, στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καζίμα (σημ.Κουβέιτ), εκτιμώντας ότι ο Χαλίντ δεν μπορούσε να περάσει από οπουδήποτε αλλού. Έτσι έφτιαξε το στρατόπεδό του στη περιοχή, και ανέπτυξε και το στρατό του σε θέση μάχης. Μάλιστα, όπως ήταν η περσική στρατιωτική τακτική εκείνο τον καιρό, αλυσόδεσε και τους στρατιώτες του, για να σχηματίσουν ένα πιο ισχυρό φράγμα. όμως άδικα περίμενε. Οι ανιχνευτές του, το επόμενο πρωί, του έφεραν μήνυμα ότι ο Χαλίντ, βάδιζε από άλλο δρόμο, από το Χουφάιρ. [3] Ο Χαλίντ ήθελε και κατάφερε να ξεγελάσει τον Ορμούζ. Ο τελευταίος διέταξε να διαλυθεί το στρατόπεδο και να πάει προς το Χουφάιρ, 50 μίλια πορεία για να συναντήσει τον Χαλίντ. Χρειάστηκαν 2 μέρες πορείας για να φτάσει στη πόλη, και όταν το κατάφερε, ο Χαλίντ, δεν ήταν πια εκεί! Νομίζοντας ότι οι μουσουλμάνοι θα καταφτάσουν όπου να’ ναι, ανέπτυξε και πάλι το στράτευμα σε θέση μάχης!. Στο τέλος, οι ανιχνευτές του, του ανακοίνωσαν ότι ο Χαλίντ, τώρα, πήγαινε προς την Καζίμα!

Πράγματι, ο Χαλιντ, παρακολουθώντας τον δυσκίνητο περσικό στρατό από μακριά, μόλις είδε ότι έφτασε στο Χουφάιρ, έφυγε, βάζοντας την έρημο ανάμεσά τους, πάλι πίσω για την Καζίμα. Βάδισαν με αργό ρυθμό, γιατί δεν ήθελαν να στρατοπεδεύσουν πρώτοι στην Καζίμα. Προτιμούσε να βρει έτοιμους τους Πέρσες, έχοντας πάρει τις θέσεις τους, για να μπορεί τότε εκείνος ελεύθερος να κάνει τις κατάλληλες μανούβρες του στρατού του. Ο Ορμούζ λοιπόν, έφυγε και πάλι από εκεί για να ξανα- πάει στην Καζίμα. Στην πορεία αυτή, άρχισαν και οι πρώτες διαμαρτυρίες για τις άσκοπες κινήσεις του στρατού, κυρίως ανάμεσα στους Άραβες χριστιανούς στρατιώτες των Περσών. Όταν έφτασαν, εξουθενωμένοι αυτή τη φορά από τη γρήγορη πορεία, ξαναπήραν θέσεις μάχης και οι πεζοί ξαναδέθηκαν μεταξύ τους. Οι αλυσίδες έβγαιναν σε 4 μήκη, δένοντας μαζί 3, 5 , 7, ή 10 άντρες και χρησίμευαν στο να κάνουν τους στρατιώτες πιο συμπαγείς και κατά συνέπεια δυνατότερους, σύμφωνα με αυτά που λέει ο Άραβας ιστορικός Ατ Ταμπαρί. [4] Επίσης, έτσι δεν μπορούσαν να τους διαλύσει εύκολα το εχθρικό ιππικό, αφού δεν μπορούσε να διεισδύσει ανάμεσά τους. Βέβαια, είχαν το μεγάλο μειονέκτημα, ότι σε περίπτωση ήττας, όλοι οι δεμένοι στρατιώτες ήταν εκ προοιμίου χαμένοι, αφού δεν είχαν καμιά δυνατότητα διαφυγής. (πάντως ορισμένοι ερευνητές, πιστεύουν ότι ο λόγος που δένονταν ήταν για να μην το σκάνε, λόγω της περίφημης δειλίας τους)[5]

Ο Χαλίντ θέλησε να επιτεθεί αμέσως, επιβαρύνοντας τους ήδη κουρασμένους Πέρσες. Ήταν Απρίλης του 633. Ο Χορμούζ κάλεσε ξαφνικά τον Χαλίντ, σε μονομαχία των δυο τους. ο Χαλίντ ανταποκρίθηκε αμέσως. Πάλεψαν πρώτα με σπαθί, μετά με τα χέρια, και παρά τη παγίδα που τελικά του είχε στήσει ο Πέρσης διοικητής ο Χαλίντ κατάφερε να τον σκοτώσει με μια μαχαιριά στο στήθος.[6]

Τότε διέταξε επίθεση εναντίον των Περσών και η μάχη ξεκίνησε. Οι Πέρσες στην αρχή άντεξαν τις επιθέσεις των Αράβων. Οι επιθέσεις των Αράβων σκόνταφταν πάνω στους αλυσοδεμένους Πέρσες και έτσι η μάχη έμεινε για αρκετές ώρες αμφίρροπη. Στο τέλος, όμως υπερίσχυσαν οι Άραβες. Οι επιθέσεις τους άρχισαν να σπάνε την περσική άμυνα σε κάποια σημεία, οι Πέρσες στρατηγοί ζήτησαν υποχώρηση των άκρων και αναδιάταξη, όμως η υποχώρησε γενικεύτηκε σε όλο το στράτευμα που έχασε τη πειθαρχία του, και η υποχώρησε μετατράπηκε σε φυγή. Οι αλυσοδεμένοι Πέρσες σφαγιάστηκαν όλοι, όσοι κατάφεραν ξέφυγαν και η πρώτη μάχη τέλειωσε το ηλιοβασίλεμα της ίδιας μέρας, με τη πρώτη νίκη των Αράβων εναντίον των Περσών.

Την επόμενη μέρα, συγκεντρώθηκαν τα λάφυρα, από το πεδίο της μάχης. Τα πλούσια λάφυρα μοιράστηκαν, κατά τη συνήθεια που καθιέρωσε ο προφήτης Μωάμεθ, σε 4 μέρη για τους στρατιώτες και μέρος για τον χαλίφη. Από αυτά, τα 4 μέρη, τα 3 τα έπαιρναν οι ιππείς γιατί είχαν επιπρόσθετα, τα έξοδα συντήρησης των αλόγων, και το 1 μέρος οι πεζοί. Το περίφημο διαμαντοστόλιστο κύπελλο του Ορμούζ, στάλθηκε στον Αμπού Μπακρ, αλλά εκείνος το έστειλε πίσω, ευχαριστήριο δώρο στον Χαλίντ.

Τα αποτελέσματα της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η επαρχία της Ουμπάλλα έπεσε στα χέρια των μουσουλμάνων και οι πληθυσμοί που την κατοικούσαν αποφάσισαν να πληρώσουν τον φόρο υποταγής στους μουσουλμάνους με αντάλλαγμα την προστασία τους. Ο Χαλίντ τις επόμενες μέρες, έστειλε ένα στράτευμα από 2000 άντρες να περιηγηθεί σε όλη τη περιοχή και να σκοτώσει όπου έβρισκε άντρες που καλούσαν στα όπλα τους κατοίκους, εναντίον των Αράβων. Ο Πέρσης αυτοκράτορας Αρντασείρ όμως ετοίμαζε την αντεπίθεσή του.

Παρόλα αυτά, αυτή ήταν η πρώτη μεγάλου μεγέθους νίκη του στρατού των Μουσουλμάνων, πράγμα που τους έδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση στη συνέχεια των πολέμων τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Sword of Allah:Khalid bin Al-Waleed:His Life and Campaigns by Lieutenant-General A.I. Akram, σελ. 160.
  2. Tabari. Vol.2, p.554
  3. Ibid. vol.2,p.556
  4. At Tabari, ‘’Tareekh-ul- Umam wal Muluk’’. Vol.3.p.206
  5. The Sword of Allah:Khalid bin Al-Waleed:His Life and Campaigns by Lieutenant-General A.I. Akram, σελ. 169.
  6. Biographies of the Rightly-guided Caliphs. Εκδ. Dar-el-Manarah, 2002, σελ.99