Μάχη των Μεταξάδων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη των Μεταξάδων
Μέρος του Ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου
Ηρώον πεσόντων της Μάχης των Μεταξάδων.png
Χρονολογία15 Μαΐου 194920 Μαΐου 1949
ΤόποςΜεταξάδες Έβρου
ΑποτέλεσμαΝίκη του Ελληνικού Στρατού και καταφυγή υπολειμμάτων τμημάτων του ΔΣΕ στη Βουλγαρία
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
Hellenic Army War Flag.svg Ένας λόχος του ΕΣ με δύναμη μόλις δύο αξιωματικών και 32 ανδρών
1,378 ή 800 περίπου μαχητές
Απώλειες

1 νεκρός έφεδρος ανθυπολοχαγός ο Ευάγγελος Μώρος του 93ου Τάγματος Εθνοφρουράς

1 νεκρός δόκιμος έφεδρος αξιωματικός ο Ηλίας Παπαδόπουλος του Σάββα

11 νεκροί οπλίτες

62 τραυματίες

6 αγνοούμενοι οπλίτες

5 τραυματίες και 2 αγνοούμενοι άνδρες των ΜΕΑ

Από τους Μεταξάδες απήχθησαν 4 άνδρες και 7 γυναίκες.

Σύμφωνα με στοιχεία του στρατού, 173 νεκροί και 108 συλληφθέντες ή παραδοθέντες αντάρτες.

Κατά τον καπετάν Κρίτωνα (Βαγγέλη Κασάπη), από το σύνολο 1378 ανταρτών και στελεχών, μόλις και μετά βίας γλίτωσαν κακήν κακώς 420-450. Όλοι οι άλλοι έπεσαν νεκροί, τραυματίες, αιχμάλωτοι, αγνοούμενοι.

Η Μάχη των Μεταξάδων ήταν μία μάχη, μέρος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου που έλαβε χώρα στο χωριό Μεταξάδες Έβρου από τις 15 έως 20 Μαΐου 1949, μεταξύ του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ) και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην περιοχή ανάμεσα των δύο λόφων του χωριού. Η μάχη αυτή αποτέλεσε την τελευταία απόπειρα του ΔΣΕ να επιχειρήσει εκτός των οχυρωμένων συγκροτημάτων στο Γράμμο και το Βίτσι. Ήταν η μεγαλύτερη και τελευταία μεγάλη και αιματηρή μάχη στον νομό Έβρου.[1][2][3][4][5]

Χρονικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία εβδομάδα πριν τις 15 Μαΐου 1949, η γύρω περιοχή είχε καταληφθεί από τους αντάρτες και έτσι οι κάτοικοι των χωριών Παλιουρίου, Πολιάς, Αβδέλλας και Αλεποχωρίου είχαν εγκατασταθεί στους Μεταξάδες. Οι στρατιώτες ήξεραν για την επίθεση των ανταρτών και δεν άφηναν τους αγρότες να πάνε στα χωράφια τους.

Η επίθεση ξεκίνησε την Κυριακή 15 Μαΐου. Οι κάτοικοι του χωριού πανικόβλητοι έτρεχαν να κρυφτούν στους γύρω λόφους, όπου υπήρχαν πολλά αμπριά (οχυρά κρησφύγετα μέσα από χώμα). Κάθε αμπρί χωρούσε 15 με 20 άτομα. Το Ύψωμα των Μεταξάδων, το οποίο φρουρούνταν από τον Υπολοχαγό Λάζο και μια διμοιρία πολιτοφυλάκων ήταν από τα σημαντικότερα στον Έβρο. Λίγος στρατός βρισκόταν και στο Υδραγωγείο ή Ασβεσταριά, όπως λεγόταν τότε, αλλά γρήγορα έπεσε στα χέρια των ανταρτών. Τρία εικοσιτετράωρα οι αντάρτες προσπαθούσαν να καταλάβουν το ύψωμα. Ο στρατός όμως με τη βοήθεια των κατοίκων που είχαν κρυφτεί στα αμπριά, τους απωθούσε. Εξάλλου χρησιμοποιούσε όλμους και πολυβόλα σε αντίθεση με τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους όλμους μικρής ισχύος που όμως δεν ήξεραν να τους χειρίζονται σωστά. Ο ανεφοδιασμός του οχυρού σε πολεμοφόδια και τρόφιμα γινόταν δύσκολα γιατί ο κλοιός ήταν ασφυκτικός. Τα αεροπλάνα που πετούσαν πάνω από το Ύψωμα γι' αυτό το σκοπό, τις περισσότερες φορές τα έριχναν κατά λάθος στα σημεία των ανταρτών.

Ήταν πολλοί αυτοί που ήθελαν να εγκαταλείψουν το Ύψωμα αλλά δεν τους το επέτρεπε ο Υπολοχαγός, ο οποίος είχε εντολή να προστατέψει το οχυρό των Μεταξάδων πάση θυσία, μη πέσει στα χέρια των ανταρτών. Έτσι έστειλε μήνυμα για βοήθεια. Η βάση του στρατού ήταν στο Πρωτοκκλήσι απ' όπου και στάλθηκαν δύο Λοχαγοί για να ενισχύσουν το οχυρό. Η πρόσβαση σ' αυτό όμως ήταν πολύ δύσκολη. Νάρκες ήταν τοποθετημένες σ' όλα τα περάσματα. Παρ' όλα αυτά διέσπασαν τον κλοιό και μπήκαν στη μάχη μαζί με μια ταξιαρχία από τη Λάδη κι έτσι κατάφεραν να νικήσουν τους αντάρτες. Στις 18 του Μάη δόθηκε η τελευταία μάχη όπου οι αντάρτες παραδόθηκαν. Οι περισσότεροι κατέφυγαν σε κάποιες χαράδρες όπου και σκοτώθηκαν από βομβαρδισμούς αεροπλάνων.

Όσοι σώθηκαν έφυγαν από την Ελλάδα ακολουθούμενοι από τις οικογένειές τους, αλλά και από άλλους συγχωριανούς που τους βοηθούσαν για να γλιτώσουν από τα αντίποινα του στρατού. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν στο χωριό για να αντικρίσουν πολλά σπίτια καμένα, οικογένειες ξεκληρισμένες και περιουσίες κατεστραμμένες και από τους αντάρτες κι από το στρατό που κυνηγούσε όποιον τους βοηθούσε. Με τον καιρό βέβαια επουλώθηκαν οι πληγές, ξαναγύρισαν στις εργασίες τους και την προηγούμενη ζωή τους.[5][6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]