Μάχη του Σαγγαρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Σαγγάριου
Μέρος της Μικρασιατικής Εκστρατείας
Battle of Sangarios 1921.png
Λιθογραφία της εποχής.
Χρονολογία10 Αυγούστου (23 Αυγούστου ν.η) - 1 Σεπτεμβρίου (13 Σεπτεμβρίου ν.η) 1921
ΤόποςΣαγγάριος ποταμός, Μικρά Ασία, Τουρκία
ΈκβασηΑποτυχία των Ελλήνων να καταλάβουν την Άγκυρα και οπισθοχώρηση στις θέσεις εξόρμησης. Ακολουθεί μια μακρά περίοδος αδράνειας και από τις δύο πλευρές που τελικά δίνει καθοριστικό πλεονέκτημα στους Τούρκους.
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
80.000 μάχιμοι[1]

Η Μάχη του Σαγγάριου έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1921 μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ως αποκορύφωμα της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στην μικρασιατική ενδοχώρα. Η έκβαση της μάχης ήταν αμφίρροπη και συντέλεσε στην ανακοπή της πορείας των Ελλήνων προς Άγκυρα και την μετάπτωσή τους σε αμυντικό προσανατολισμό, έως την οριστική τους ήττα ένα χρόνο αργότερα.

Προλεγόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική Στρατιά Μικράς Ασίας τον Ιούνιο του 1921 ξεκίνησε την προς ανατολάς εξόρμηση με πρώτο στόχο την κατάληψη της Κιουτάχειας. Ύστερα από τη νίκη στη Μάχη της Κιουτάχειας στις 4 Ιουλίου και την κατάληψη της πόλης, προέλασε και προωθήθηκε στη γραμμή Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ. Μετά τη νικηφόρα έκβαση στη Μάχη του Εσκί Σεχίρ στις 9 Ιουλίου, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε αυτή την πόλη και νοτιότερα το Αφιόν Καραχισάρ, που ταυτόχρονα ήταν και δύο πολύ σπουδαίοι στρατηγικοί κόμβοι. Οι τουρκικές δυνάμεις αφού απέφυγαν την κύκλωση στην Κιουτάχεια, συνέχισαν την υποχώρησή τους και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους της γραμμής Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ. Ο ελληνικός στρατός δεν καταδίωξε συστηματικά τις τουρκικές δυνάμεις πέραν των δύο αυτών πόλεων και αυτές εγκαταστάθηκαν ανενόχλητες ανατολικά από τις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και οχυρώθηκαν εκεί για να προστατεύσουν την Άγκυρα που ήταν η έδρα της Εθνοσυνέλευσης των Κεμαλιστών. Στην υποχώρησή τους αυτή κατέστρεψαν τη σιδηροδρομική γραμμή σε διάφορα σημεία από το Εσκί Σεχίρ μέχρι τον Σαγγάριο και ανατίναξαν όλες τις γέφυρες του ποταμού.

Η προς Ανατολάς εξόρμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Ιουλίου 1921, ύστερα από ελληνικό πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια (με τη συμμετοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Δ. Γούναρη[2], του διοικητή της Στρατιάς αντιστράτηγου Α. Παπούλα, του υπουργού Στρατιωτικών Νικολάου Θεοτόκη και μερικών ακόμη ανώτατων πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων) και αφού ο τουρκικός στρατός είχε αλώβητος υποχωρήσει, αποφασίστηκε η συνέχιση της προέλασης προς Άγκυρα. Η επιχείρηση αυτή έλαβε την ονομασία "εκστρατεία Σαγγαρίου-Αγκύρας".

Οι αντίπαλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον χώρο αυτό η τουρκική διοίκηση, υπό την άμεση επίβλεψη του αρχιστρατήγου Μουσταφά Κεμάλ και του τουρκικού Γενικού Επιτελείου (επικεφαλής: αντιστράτηγος Φεβζί Πασάς), οργάνωσε τρεις αμυντικές γραμμές σε βάθος 25 έως 30 χιλιομέτρων, που περιελάμβαναν χαρακώματα, ορύγματα με συρματοπλέγματα, πρόχειρα πυροβολεία και θέσεις αυτομάτων όπλων. Η τουρκική πλευρά διέθετε συνολικά 98.000 ένοπλους: 16 ελαφρές μεραρχίες πεζικού δύναμης περίπου 5000 ανδρών η κάθε μία χωρίς πολλές βοηθητικές υπηρεσίες (σε αντίθεση με τις ελληνικές), 3 συντάγματα πεζικού, 4 μεραρχίες και 1 ταξιαρχία ιππικού.

Οι ελληνικές δυνάμεις από τις βάσεις εξόρμησής τους θα προέλαυναν με τρία σώματα στρατού συνολικά 80.000 μάχιμων ανδρών[1], αποτελούμενες από 9 μεραρχίες πεζικού, 1 ταξιαρχία ιππικού και 2 συντάγματα πυροβολικού. Το Α' ΣΣ (Ι, ΙΙ και ΧIΙ μεραρχίες) με διοικητή τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Κοντούλη, το Β' ΣΣ (V, ΙX και ΧΙII μεραρχίες) με διοικητή τον υποστράτηγο βασιλόπαιδα πρίγκιπα Ανδρέα και το Γ' ΣΣ (ΙΙΙ, VII και Χ μεραρχίες) με διοικητή τον υποστράτηγο Γεώργιο Πολυμενάκο. Ο πρίγκιπας Ανδρέας ανέλαβε τη διοίκηση του Β' ΣΣ μετά τη μάχη του Εσκί Σεχίρ (9η Ιουλίου 1921) από τον υποστράτηγο Αριστοτέλη Βλαχόπουλο, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη μη καταδίωξη και διαφυγή του τουρκικού στρατού. [3] Επιπλέον η βασιλική οικογένεια ήθελε έναν εκπρόσωπο του βασιλιά και τυπικά αρχηγού του ΕΣ Κωνσταντίνου στην ανώτατη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας και η κυβέρνηση ικανοποίησε την επιθυμία αυτή με την τοποθέτηση του βασιλόπαιδα Ανδρέα ως σωματάρχη του Β' ΣΣ.[1]

Το ελληνικό σχέδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ελληνικό σχέδιο προέλασης ήταν προϊόν υπομνήματος του Επιτελείου, στο οποίο είχαν συγκεραστεί οι οι αισιόδοξες προτάσεις για ταχεία προέλαση προς την Άγκυρα με τις επιφυλάξεις για τα προβλήματα επικοινωνιών και ανεφοδιασμού που θα προκαλούσε αυτή η προέλαση προς τα ανατολικά. Το υπόμνημα καθόριζε ως αντικειμενικό σκοπό την καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων σε μάχη εκ παρατάξεως δυτικά του Σαγγαρίου. Μετά την καταστροφή του κεμαλικού στρατού, μικρό μέρος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος θα καταλάμβανε την Άγκυρα όπου θα κατέστρεφε τις αποθήκες υλικού των Τούρκων. Αν οι Τούρκοι απέφευγαν να δώσουν μάχη, η διάβαση ή όχι του Σαγγαρίου θα καθοριζόταν από την κατάσταση των γεφυρών, των δρόμων και την επάρκεια των μεταφορικών μέσων. Σε κάθε περίπτωση, ο στρατός θα επέστρεφε στις βάσεις του μόνο αφού είχε πρώτα καταστρέψει τη σιδηροδρομική γραμμή από το ανατολικότερο σημείο προέλασής του μέχρι το Εσκί Σεχίρ.[1] Η περιοχή των επιχειρήσεων περικλείονταν από τα όρη Ελμά Νταγ, Τσελίκ Νταγ, Καλέ Γκρότο και από τους ποταμούς Σαγγάριο και Γκεούκ.

Αναλυτικότερα, το Α Σώμα Στρατού, συνεπικουρούμενο από το Γ Σώμα Στρατού, θα επιχειρούσε κατά μέτωπο επίθεση προς ανατολάς, στην περιοχή δυτικά του Σαγγαρίου. Ο υπόλοιπος όγκος του ελληνικού στρατού (Β Σώμα) θα διάβαινε τον Σαγγάριο νοτιότερα και θα στρεφόταν βορειοανατολικά με σκοπό να να υπερκεράσει την αμυντική διάταξη των Τούρκων και να τους κυκλώσει.[4] Μέρος μάλιστα του Β Σώματος Στρατού θα επιχειρούσε πορεία μέσα από την Αλμυρά έρημο, στο βόρειο άκρο της. Η ελληνική διοίκηση πίστευε ότι ο ελιγμός αυτός θα αιφνιδίαζε τις τουρκικές δυνάμεις[5], πράγμα που δεν συνέβη καθώς το πολυάριθμο τουρκικό ιππικό με διοικητή τον υποστράτηγο Φαχρεντίν Αλτάυ παρακολουθούσε στενά τις κινήσεις των Ελλήνων και ενημέρωνε την τουρκική διοίκηση.[6] Έτσι το τουρκικό επιτελείο ειδοποιήθηκε εγκαίρως και αναδιατάξε κατάλληλα τις δυνάμεις του, γι' αυτό, όταν επιτέθηκε ο κύριος όγκος του Β' Σώματος του ελληνικού στρατού κατά των θέσεων αμύνης των Τούρκων, βρήκε απέναντί του ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που είχαν μεταφερθεί από άλλα σημεία του μετώπου.[7]

Σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο έλληνικός στρατός ξεκίνησε την προς ανατολάς προέλασή του το πρωί της 1ης Αυγούστου (13 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο), από τις βάσεις του στο Εσκί Σεχίρ διαμέσου έρημων και άνυδρων εκτάσεων μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο, χωρίς οι τουρκικές δυνάμεις να τον παρενοχλήσουν ιδιαίτερα. Η πορεία, όμως, ήταν κοπιωδέστατη και ταλαιπώρησε αφάνταστα τα προελαύνοντα τμήματα, αφού πραγματοποιήθηκε μέσα σε αφόρητο καύσωνα και με ελλιπέστατη επιμελητεία. Η διαταγή της Στρατιάς Μικράς Ασίας όριζε πως για την σίτιση θα μεταφέρονταν άρτος, αλάτι, τσάι και ζάχαρη. Όλα τα υπόλοιπα θα τα προμηθεύονταν από επιτόπιους πόρους. Επιπλέον την Στρατιά ακολουθούσαν μεν αγέλες σφαγίων, αλλά το μαγείρεμα του κρέατος ήταν προβληματικό, καθώς δεν υπήρχαν ξύλα, εκτός από τα άδεια κιβώτια των πυρομαχικών.[8] Ειδικά το Β΄ Σώμα Στρατού που διένυσε τη μεγαλύτερη απόσταση αναγκάστηκε να πεζοπορήσει 300 χιλιόμετρα μέσα στην Αλμυρά έρημο. Στις 9 Αυγούστου (22 Αυγούστου ν.η.) οι ελληνικές δυνάμεις έφθασαν στον Σαγγάριο, τον διάβηκαν με γέφυρες εκστρατείας χωρίς σημαντική παρενόχληση από τους Τούρκους και στράφηκαν βορειοανατολικά προς τις κύριες θέσεις άμυνας του τουρκικού στρατού.

Το στρατηγείο της Στρατιάς (διοικητής Αν. Παπούλας, επιτελάρχης Κ. Πάλλης) εγκαταστάθηκε στο χωριό Ουζούνμπεη, στα όρια ευθύνης των Γ' και Α' ΣΣ.

Επίθεση και διάσπαση των δύο αμυντικών γραμμών των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Αυγούστου (23 Αυγούστου ν.η) τα Α' και Γ' Σώματα Στρατού εξαπέλυσαν κατά μέτωπο επίθεση με σκοπό την διάσπαση της γραμμής Ινλάρ Κατραντζή - Ιλιτζά. Εν τω μεταξύ το Β' Σώμα Στρατού εκτελούσε κυκλωτικό ελιγμό από το αριστερό πλευρό της τουρκικής αμυντικής γραμμής που καταλάμβανε το όρος Καλέ Γκρότο.

Στις 11 Αυγούστου (24 Αυγούστου ν.η.) η VIIη μεραρχία ενισχυμένη με δύο συντάγματα πεζικού που είχε αποσπαστεί από τον κύριο όγκο του ελληνικού στρατού και είχε περάσει 24 ώρες νωρίτερα από τις υπόλοιπες δυνάμεις (αντί της 12ης Αυγούστου, το έπραξε τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου, ερμηνεύοντας λανθασμένα[9] τη διαταγή της διοίκησης της Στρατιάς) τον Σαγγάριο βορειότερα από τη γέφυρα Μπεϊλίκ Κιοπρού, επιτέθηκε κατά μέτωπο στην κατεύθυνση της σιδηροδρομικής γραμμής Εσκί Σεχήρ - Άγκυρας για την κατάληψη του Πολατλί, που ήταν ο τελευταίος σημαντικός σιδηροδρομικός σταθμός (60 χιλιόμετρα) πριν την Άγκυρα.

Στις 14 Αυγούστου το Β' Σώμα Στρατού με δύο μεραρχίες στην πρώτη γραμμή, την Vη και την ΧΙΙΙη, επιτέθηκε κατά μέτωπο κατά του αριστερού άκρου της τουρκικής αμυντικής γραμμής που καταλάμβανε το όρος Καλέ Γκρότο, παραβλέποντας τη δυνατότητα υπερκέρασης από αριστερά αυτής (ανατολικά) που υποδείχθηκε στη διοίκηση από τον διευθυντή του 3ου επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς, συνταγματάρχη Βερνάρδο[10]. Σύμφωνα μέ άλλη πηγή[11], o συνταγματάρχης Βερνάρδος, πρότεινε στις 13/8 επέκταση της επίθεσης προς βορειανατολικά, ενώ την άλλη μέρα η Στρατιά διέταξε επίθεση προς τα βορειοδυτικά. Το Καλέ Γκρότο ήταν ισχυρά οχυρωμένο αμυντικά με επάλληλες σειρές πολυβολείων, χαρακώματα, συρματοπλέγματα και επαρκή υποστήριξη πυροβολικού. Οι μάχες για την κατάληψή του διήρκεσαν τέσσερις μέρες και στέφθηκαν με επιτυχία, αλλά με βαρύτατο φόρο αίματος. Οι απώλειες έφθασαν συνολικά τους 3408 άνδρες (564 νεκροί από τους οποίους 35 αξιωματικοί και 2844 τραυματίες από τους οποίους 107 αξιωματικοί)[12] Ουσιαστικά αυτές οι δύο μεραρχίες και ειδικά η Vη τέθηκαν εκτός μάχης λόγω των τεράστιων απωλειών και από έλλειψη εφοδίων και δεν ανέλαβαν καμιά νέα επιθετική επιχείρηση μέχρι την αποχώρηση του ΕΣ[13]. Η διοίκηση του Β' Σώματος Στρατού δεν κατάφερε να αξιοποιήσει την επιτυχία αυτή και να προελάσει με την 9η μεραρχία ΠΖ και την ταξιαρχία Ιππικού που δεν είχαν λάβει μέρος στις μάχες, αλλά καθηλώθηκε αναίτια στην περιοχή, μέχρι την υποχώρηση της Στρατιάς στα τέλη του μήνα δυτικά του Σαγγαρίου[14]. Αντιθέτως, το τουρκικό επιτελείο μετέφερε μονάδες από άλλες περιοχές της σύγκρουσης και κάλυψε το ρήγμα, εκμεταλλευόμενο την ελληνική αδράνεια. Οι αιματηρές μάχες για την κατάληψη του Καλέ Γκρότο με διαδοχικές εφόδους, δραστικές αντεπιθέσεις και γενικότερα οι επικές τιτανομαχίες συνιστούν τις κορυφαίες στιγμές της μάχης του Σαγγαρίου[15] και όλου του μικρασιατικού πολέμου.

Οι επιθέσεις των Ελλήνων επέτυχαν την κατάληψη αρκετών τουρκικών θέσεων, αλλά η ελληνική διοίκηση στάθηκε ανίκανη να τις αξιοποιήσει και η τουρκική διοίκηση με επιτυχημένες ενέργειες απεσόβησε δυσάρεστες καταστάσεις[16]. Το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ήταν η κατάληψη την 10η Αυγούστου, κατόπιν ορμητικής επίθεσης της Ιης Μεραρχίας Πεζικού (διοικητής σχης Αθανάσιος Φράγκου) υπό ραγδαία βροχή, των τουρκικών θέσεων επί του όρους Μανγκάλ Νταγ και η ανατροπή της εκεί αμυνόμενης 5ης τουρκικής Μεραρχίας Πεζικού, αλλά η ελληνική διοίκηση αδυνατώντας να καταλάβει την σπουδαιότητά της και να την επεκτείνει, άφησε ανεκμετάλλευτη αυτή την απροσδόκητη επιτυχία στο κέντρο της τουρκικής άμυνας και η τουρκική διοίκηση μεταφέροντας εφεδρικές δυνάμεις που διατηρούσε κάλυψε το ρήγμα[17] Ο ίδιος ο Ισμέτ Ινονού έφτασε επί τόπου αφαίρεσε τη διοίκηση από τον τούρκο μέραρχο και διέταξε ανακρίσεις.[18]

Από τις 11 Αυγούστου (24 Αυγούστου ν.η.) έως τις 24 Αυγούστου (6 Σεπτεμβρίου ν.η.) πραγματοποιήθηκαν σκληρές συγκρούσεις σε όλη την έκταση του μετώπου και οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να διασπάσουν τις δύο τουρκικές αμυντικές γραμμές και να καταλάβουν την γραμμή Καρά Νταγ - Τσαλ Νταγ - Αρντίζ Νταγ - Καλέ Γκρότο. Επιπλέον ο ΕΣ την 17η Αυγούστου με την VII Μεραρχία (23ο σύνταγμα Πεζικού) κατέλαβε το Πολατλί και τον σιδηροδρομικό του σταθμό και αποκατέστησε τη σιδηροδρομική σύνδεση με τις βάσεις εφοδιασμού του στο Εσκί Σεχήρ.[19] Οι Τούρκοι εκκένωσαν εσπευσμένα τον σιδηροδρομικό σταθμό και κατέστρεψαν επιτόπου μεγάλο μέρος των συγκεντρωμένων εφοδίων για να μην πέσουν στα χέρια των Ελλήνων[20].

Απέμενε η τρίτη αμυντική γραμμή των Τούρκων, 8 χιλιόμετρα βόρεια του Καλέ Γκρότο[21], που κάλυπτε την Άγκυρα, έδρα των κεμαλιστών.

Στην κορυφή του λόφου Ντουατεπέ (στο Πολατλί). Μουσταφά Φεβζί (Τσακμάκ), Κιοπρουλή Καζίμ (Οζάλπ), Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), Ισμέτ (Ινονού) και Χαϊρουλάν (Φισέκ)

Όμως, οι επιτυχίες αυτές των Ελλήνων κατακτήθηκαν με τεράστιες θυσίες σε έμψυχο υλικό, αλλά και σε εφόδια. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα όπως η πλημμελής διοίκηση, η κόπωση των τμημάτων, η έλλειψη ικανών εφεδρειών να αναπληρώσουν τις μεγάλες απώλειες ανδρών και ιδίως αξιωματικών (μεταξύ αυτών και ο συνταγματάρχης Βλάσης Καραχρήστος διοικητής του 2/39 ευζωνικού συντάγματος που έπεσε μαχόμενος δύο χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού Καρακουγιού του όρους Τσάλ Νταγ[22]), προβλήματα επισιτισμού (από 13 έως 24 Αυγούστου τό Β΄Σώμα Στρατού δεν εφοδιάσθηκε ούτε με ψωμί[23]) και γενικότερα ανεφοδιασμού του στρατού, αποτέλεσμα όλων των παραπάνω του ανεπαρκούς σχεδιασμού της επιχείρησης, τα οποία οδήγησαν στην πτώση του ηθικού του Ελληνικού Στρατού. Οι έλληνες στρατιώτες για αρκετές μέρες έτρωγαν βρασμένο σιτάρι, το οποίο αποκαλούσαν σκωπτικά "τα κόλυβα του Γούναρη". Επίσης πολλές επιθέσεις κατά οχυρωμένων θέσεων των Τούρκων πραγματοποιήθηκαν χωρίς την απαραίτητη προπαρασκευή πυροβολικού, λόγω ελλείψεως βλημάτων πυροβόλων[24] αλλά και της απουσίας αεροπορικής δύναμης κάλυψής του, με προγενέστερη επισκόπηση των εχθρικών θέσεων.

Διακοπή της επίθεσης και μετάπτωση σε άμυνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις 25 Αυγούστου (7 Σεπτεμβρίου ν.η.) αποφασίστηκε η διακοπή της επίθεσης για τη διάσπαση της τρίτης και τελευταίας αμυντικής γραμμής και η προσωρινή μετάπτωση σε άμυνα, καθώς οι αντοχές των μαχητών είχαν φθάσει στο έσχατο όριό τους και οι προβλέψεις για συνέχιση της επίθεσης ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνες.

Παρομοίως και στην πλευρά των Τούρκων η κατάσταση ήταν κρίσιμη, είχαν μεγάλες απώλειες ενώ είχαν διασπαστεί οι δύο αμυντικές γραμμές τους. Η τουρκική διοίκηση σκέφθηκε προς στιγμήν την απόσυρση πίσω από την Άγκυρα, αλλά αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστροφή, γιατί θα έπεφτε στα ελληνικά χέρια η πρωτεύουσά τους Άγκυρα η κύρια βάση ανεφοδιασμού τους και, ανατολικά αυτής, χωρίς σοβαρή δημογραφική βάση και χωρίς εφόδια η συνέχιση της αντίστασης τους θα ήταν ανέφικτη.

Η διοίκηση της Ελληνικής Στρατιάς τότε, αμφιταλαντευόμενη και αδυνατώντας να αποφασίσει για την εξέλιξη των επιχειρήσεων, έστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση στην Αθήνα ζητώντας από τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη εντολές για την περαιτέρω συνέχιση της επίθεσης. Στο τηλεγράφημα ο Παπούλας ρωτούσε αν η κυβέρνηση θεωρούσε επιβεβλημένη τη συνέχιση της επίθεσης έστω και με τον κίνδυνο της ανατροπής και ήττας της Στρατιάς. Ο Γούναρης με έκπληξη απάντησε ότι ήταν αναρμόδιος και συνέστησε να ληφθεί η απόφαση «συμφώνως προς το στρατιωτικόν συμφέρον».

Υποχώρηση στις αρχικές γραμμές εξόρμησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 27η Αυγούστου ο διοικητής του Β' Σώματος Στρατού Πρίγκιπας Ανδρέας εξέδωσε αυθαίρετη διαταγή μετακίνησης των δυνάμεών του (V, XIIΙ Μεραρχιών ΠΖ και Ταξιαρχία Ιππικού) προς τα πίσω.[25] Aντίθετα, βάσει της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού[26], η μετακίνηση του Β΄Σώματος Στρατού πίσω από το Α΄ Σώμα Στρατού ήταν συμφωνημένη από τα επιτελεία Στρατιάς Μικράς Ασίας και Β΄Σώματος Στρατού, γιά να αντιμετωπισθή η τουρκική επίθεση που αναμενόταν. Ο αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Παπούλας αντέδρασε αμέσως αποστέλλοντας το παρακάτω μήνυμα.[27]

Έκπληκτος προ σκέψεως εγκαταλείψεως θέσεών σας, διατάσσω Σώμα παραμείνει θέσεις του. Μόνος αρμόδιος κρίνη και αποφασίση τυγχάνω εγώ ως διοικητής της Στρατιάς.

Όμως την 29 Αυγούστου (11 Σεπτεμβρίου ν.η) ο Παπούλας σε συνεννόηση με το Επιτελείο της Στρατιάς[28], εξέδωσε διαταγή μετακίνησης του Β' Σώματος Στρατού πίσω από το Α' Σώμα Στρατού. Δηλαδή αναίρεσε την απόφαση που είχε λάβει δύο μέρες πριν για την μετακίνηση του Β' Σώματος Στρατού! Τα ξημερώματα της 31ης Αυγούστου 1921 η μεγάλη επιχείρηση έληξε άδοξα για τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες πέρασαν τις γέφυρες του Σαγγαρίου επιστρέφοντας στα ορμητήριά τους επί της δυτικής όχθης του ποταμού, από όπου είχαν ξεκινήσει την προέλασή τους πριν ένα μήνα. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε αντιμετωπίζοντας με επιτυχία μία 4ήμερη αντεπίθεση των Τούρκων στην περιοχή των "Δίδυμων Λόφων" (27-30 Αυγούστου), αλλά ήταν σαφές πως είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία να αναδειχτεί νικητής, αφού δεν είχε πετύχει τους αντικειμενικούς στόχους του, που ήταν η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του κεμαλικού στρατού, πληρώνοντας παράλληλα βαρύτατο φόρο αίματος.

Η διοίκηση της Στρατιάς δεν εξέτασε καθόλου το ενδεχόμενο να παραμείνει αυτή στα εδάφη που είχε καταλάβει γιατί η περιοχή ήταν εντελώς άγονη, χωρίς πόρους για την επί μακρόν συντήρηση του στρατεύματος και μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού. Επί πλέον, από τον Οκτώβριο ο καιρός σε αυτά τα υψίπεδα της Ανατολίας (1000 μέτρα περίπου υψόμετρο) γινόταν πολύ εχθρικός με συνεχείς ραγδαίες βροχές που μετέβαλαν την περιοχή σε απέραντο τέλμα και τον χειμώνα ακολουθούσε δριμύ ψύχος με άφθονες χιονοπτώσεις. Έτσι λήφθηκε η απόφαση για οπισθοχώρηση στις βάσεις εξόρμησης. Τις επόμενες μέρες οι τουρκικές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση για την ανατροπή της ελληνικής Στρατιάς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι ελληνικές δυνάμεις αφού ξαναπέρασαν τον Σαγγάριο κατά την αντίστροφη φορά την 10η Σεπτεμβρίου (23 ν.η) εγκαταστάθηκαν συντεταγμένες στη γραμμή εξόρμησής τους Εσκί Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ καταστρέφοντας 134 χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής δυτικά του Σαγγαρίου και 8 χιλιόμετρα ανατολικά προς Πολατλί, ώστε να μην μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν για καιρό οι Τούρκοι.

Τα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η μάχη του Σαγγαρίου στην Άγκυρα λειτουργούσαν τα λεγόμενα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας, όπου με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάζονταν και εκτελούνταν υποστηρικτές του σουλτάνου και αντίπαλοι του κεμαλικού καθεστώτος. Οι λίγοι χριστιανικοί πληθυσμοί της Άγκυρας είχαν αποχωρήσει από την πόλη φοβούμενοι για την τύχη τους και κρυβόταν σε απρόσιτες περιοχές μακράν της πόλεως. Επίσης όταν η μάχη βρισκόταν στην κορύφωσή της και ο ελληνικός στρατός είχε φθάσει κοντά στην Άγκυρα οι κάτοικοί της έκαναν κατ' επανάληψη ολονυκτίες και δεήσεις στον Αλλάχ για τη σωτηρία τους[29]. Όταν ο ελληνικός στρατός αποχώρησε οι κάτοικοι της Άγκυρας πανηγύρισαν για τη σωτηρία της πόλεως και την ελληνική αποτυχία.

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελληνικές δυνάμεις δεν κέρδισαν την Μάχη του Σαγγάριου αφού δεν πέτυχαν την εξάρθρωση της τουρκικής αμυντικής γραμμής και την κατάληψη της Άγκυρας, λόγω κακού σχεδιασμού της επιχείρησης, πλημμελούς διοίκησης, ανεπαρκούς εφοδιασμού και χρεωκοπίας τῆς επιμελητείας. Παράλληλα τέθηκαν εκτός μάχης 23.000 στρατιώτες και αξιωματικοί, κενά τα οποία, ιδιαίτερα στους αξιωματικούς, δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Η εκστρατεία Σαγγαρίου-Αγκύρας απέτυχε πλήρως και οι ελληνικές δυνάμεις επέστρεψαν βαρύτατα τραυματισμένες στις βάσεις εξόρμησής τους μετά από ένα μήνα. Από τακτικής απόψεως οι τουρκικές δυνάμεις υπό τη στιβαρή ηγεσία του Κεμάλ, επέτυχαν μια σπουδαία αμυντική νίκη με τεράστιο διπλωματικό αντίκρυσμα.

Η ιστορία της ΔΙΣ/ΓΕΣ αναφέρει σχετικά[30]:

Ο αγώνας που ακολούθησε ήταν λυσσώδης και οι μάχες φονικές. Ο Έλληνας μαχητής, για μια ακόμη φορά, επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και πρωτοφανή αντοχή, παρότι είχαν προηγηθεί μακρές και κοπιώδεις πορείες σε άνυδρο και τελείως άγονο έδαφος. Η προσπάθεια της Στρατιάς να υπερκεράσει το αριστερό της τουρκικής διατάξεως απέτυχε, γιατί το τουρκικό ιππικό παρακολουθούσε στενά τις κινήσεις των ελληνικών δυνάμεων και η τουρκική διοίκηση επέκτεινε τη διάταξη προς τα ανατολικά. Καταλήφθηκαν οι δύο πρώτες αμυντικές γραμμές των Τούρκων, όχι όμως και η τρίτη ώστε να διανοιγεί μέσω Γιαπάν Χαμάμ η οδός προς την Άγκυρα.

Οι απώλειες των επιχειρήσεων για τις ελληνικές δυνάμεις ανήλθαν σε 4.000 νεκρούς και 19.000 τραυματίες, ενώ για την τουρκική πλευρά οι απώλειες ανήλθαν σε νεκρούς και τραυματίες γύρω στις 15.000. Η μάχη του Σαγγάριου σήμανε το τέλος των επιθετικών επιχειρήσεων για τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία και την μετάπτωση του σε αμυντική κατάσταση. Η πρωτοβουλία των κινήσεων έκτοτε μετατέθηκε στην πλευρά του Κεμάλ και του τουρκικού στρατού, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η αντεπίθεση, η ήττα των Ελλήνων και η μικρασιατική καταστροφή ένα χρόνο αργότερα. Επιπλέον μετά την αποτυχία της κατάληψης της Άγκυρας ο Κεμάλ και η κυβέρνησή του αναγνωρίστηκαν πλήρως από τους διεθνείς παράγοντες, ενώ ο σουλτάνος και η κυβέρνησή του στην Κωνσταντινούπολη περιήλθαν σε ανυποληψία. Έτσι και σε διπλωματικό επίπεδο η αποτυχία των Ελλήνων στην μάχη του Σαγγαρίου και η νίκη του Κεμάλ έπαιξε τεράστιο ρόλο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, σελ. 176.
  2. Πολύμερος Μοσχοβίτης, στο φύλλο της εφημερίδας "Έθνος" της 15 Ιουνίου 1930, σελ. 1-2: "Η Εποποιΐα του Σαγγαρίου" Ανακτήθηκε από την ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, στις 22/1/2020
  3. Κάτσης Αρίστος, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2008, σελ. 263
  4. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, σσ. 176-177.
  5. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, σελ. 177.
  6. Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γεωργίου Ρούσσου, τ. Ε, σελ. 120-121.
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, σσ. 178-179.
  8. Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού Γενικό Επιτελείο Στρατού, Οι επιχειρήσεις προς Άγκυρα, Αθήνα 1965, τόμος πρώτος, σελ 29
  9. Πολύμερος Μοσχοβίτης, "Η Εποποιΐα του Σαγγαρίου", φύλλο εφημερίδας 'Έθνος" της 3 Αυγούστου 1930, σελ. 1: "Υπό την επίδρασιν της ψυχοσυνθέσεώς του αυτής, φυσικά, ηρνήθη απολύτως να παραδεχθή ότι είχε λάθος ερμηνεύων όπως ηρμήνευε χρονικώς την περί της διαβάσεως του Σαγγαρίου διαταγήν της Στρατιάς... Το οποίον έτσι διετάχθη και απεφασίσθη να περασθή τα χαράγματα ξεμερώνοντας 11 Αυγούστου"
  10. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446 & Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Γεωργίου Ρούσσου, τόμος Ε, σελ. 121
  11. Καλαϊτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης Πεζικού (2012) [1965]. Η Εκστρατεία στην Μικρά Ασία. Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. σελ. 159. 
  12. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 447
  13. Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Γεωργίου Ρούσσου, τόμος Ε, σελ. 121, & Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446
  14. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446
  15. Πολύμερος Μοσχοβίτης, Η Εποποιία του Σαγγαρίου, φύλλο εφημερίδας "Έθνος" της 20 Σεπτεμβρίου 1930, σελ 1
  16. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ, σελ. 180
  17. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ, σελ. 180
  18. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ, σελ. 180
  19. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446
  20. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446
  21. Καλαϊτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης Πεζικού (2012) [1965]. Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν. Αθήνα: Γενικό Επιτελείο Στρατού. σελ. 175. 
  22. Καλαϊτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης Πεζικού (2012) [1965]. Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, τόμος ε΄,μέρος α. ΑΘΉΝΑ: Γενικό Επιτελείο Στρατού. σελ. 250. 
  23. Καλαιτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης Πεζικού (1965). Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν,5ος τόμος. Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας, Γενικό Επιτελείο Στρατού. σελ. 89. 
  24. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 446
  25. Κάτσης Άριστος, 2008, σελ. 279
  26. Καλαϊτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης (2012) [1965]. Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν. Αθήνα: Γενικό Επιτελείο Στρατού. σελ. 35-39. 
  27. Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968, σελ. 467
  28. Καλαϊτζής, Γεώργιος, Συνταγματάρχης Πεζικού (2012) [1965]. Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν,τόμος 5ος. Αθήνα: Γενικό Επιτελείο Στρατού. σελ. 35-39. 
  29. Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Γεωργίου Ρούσσου, τόμος Ε, σελ. 122
  30. ΔΙΣ/ΓΕΣ "Ιστορία τους Ελληνικού Στρατού 1821-1997", σελ. 189

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εμείς οι Έλληνες. Σκάι 2008. Πολεμική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας. ISBN 9789606845161
  • ΔΙΣ/ΓΕΣ. Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Αθήνα 1998
  • Έκθεσις της πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, τόμος Β, Εκδοτική Ελλάδος, Αθήναι 1968.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ', Αθήνα 1980.
  • Nεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γεωργίου Ρούσσου, τόμος Ε', Αθήνα 1978.
  • Κάτσης Άριστος. Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, Εμπειρία εκδοτική, Αθήνα 2008.