Μάχη του Ντιντγκόρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Ντιντγκόρι
Πόλεμοι Γεωργιανών-Σελτζούκων
Χρονολογία12 Αυγούστου 1121
Τόπος
41°41′N 44°31′E / 41.683°N 44.517°E / 41.683; 44.517Συντεταγμένες: 41°41′N 44°31′E / 41.683°N 44.517°E / 41.683; 44.517
ΑποτέλεσμαΝίκη του Βασιλείου της Γεωργίας
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Ilghazi (WIA)
David IV
Εμπλεκόμενες μονάδες
100,000-250,000
55,600
Απολογισμός
Απώλειεςπερισσότεροι απο 200,000 νεκροί

Στη Μάχη του Ντιντγκόρι[1] πολέμησαν μεταξύ τους οι στρατοί του Βασιλείου της Γεωργίας και η Η Μεγάλη Αυτοκρατορία των Σελτζούκων στο στενό πέρασμα του Ντιντγκόρι, 40 χλμ. δυτικά της πόλης Τιφλίδας, στις 12 Αυγούστου, του 1121. Ο μεγάλος Μουσουλμανικός στρατός, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Ιλγκαζί ιμπν Αρτούκ δεν ήταν σε θέση να ελιχθεί, και υπέστη μια καταστροφική ήττα, από τον Βασιλιά Δαβίδ Β΄ της Γεωργίας χρησιμοποιώντας αποτελεσματική και αξιόλογη στρατιωτική τακτική που οδήγησε τον γεωργιανό στρατό σε αυτήν την φοβερή νίκη εναντίον των μουσουλμάνων.

Η μάχη στο Ντιντγκόρι ήταν το αποκορύφωμα των Πολέμων Γεωργίας-Σελτζούκων, και οδήγησε τους Γεωργιανούς στην" ανακατάληψη της Τιφλίδας, το 1122. Σύντομα μετά από αυτό ο Δαβίδ μετέφερε την πρωτεύουσα από το Κουτάισι στην Τιφλίδα. Η νίκη στο Ντιντγκόρι εγκαινίασε τη μεσαιωνική Γεωργιανή Χρυσή Εποχή και γιορτάζεται στα γεωργιανά χρονικά ως (γεωργιανά: ძლევაჲ საკვირველი, dzlevay sakvirveli* κυρ. η "θαυματουργή νίκη"). ΟΙ Σύγχρονοι Γεωργιανοί συνεχίζουν να θυμούνται το περιστατικό ως ετήσιο φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου γνωστό ως Didgoroba ("[η μέρα] της Ντιντγκόρι").

Πρελούδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Γεωργίας ήταν υπό καθεστώς υποτέλειας στα χέρια της Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων από την δεκαετία του 1080. Ωστόσο, στα 1090, ο γεωργιανός βασιλιάς Δαβίδ Β΄ ήταν σε θέση να εκμεταλλευτεί την εσωτερική αναταραχή στο κράτος των Σελτζούκων και την επιτυχία των λαών της Δυτικής Ευρώπης στην Πρώτη Σταυροφορία κατά των Μουσουλμάνων για τον έλεγχο των Αγίων τόπων, και δημιούργησε μια σχετικά ισχυρή μοναρχία, την αναδιοργάνωση του στρατού και την πρόσληψη των Κιπτσάκων, Αλανών, και Φράγκων μισθοφόρων για να τους οδηγήσει στην ανακατάληψη των χαμένων εδαφών και την εκδίωξη των Τούρκων επιδρομών. Οι μάχες του Βασιλιά Δαβίδ δεν ήταν, όπως αυτές των Σταυροφόρων, ως μέρος δηλαδή ενός θρησκευτικού πόλεμου κατά του Ισλάμ, αλλά μάλλον ήταν μια πολιτική-στρατιωτική προσπάθεια να απελευθερώσουν τον Καύκασο , από τους Τούρκους νομάδες που τον λυμαίνονταν.

Ο Δαβίδ απαρνήθηκε την υποτέλεια στους Σελτζούκους το 1096/7, και έθεσε τέλος στις μετακινήσεις των Τούρκων στη Γεωργία. Μετά την προσάρτηση του Βασιλείου της Kakheti, το 1105 ο Δαβίδ διέτρεξε μια επιθετική δύναμη εναντίων των Σελτζούκων στη Μάχη της Ertsukhi, οδηγώντας τον σε πλεονέκτημα, που τον βοήθησε να εξασφαλίσει αρκετά βασικά φρούρια σε μια σειρά εκστρατειών από 1103 έως 1118.

Η Γεωργία συνεχίζοντας τον πόλεμο για σχεδόν είκοσι χρόνια, έπρεπε να ξεκινήσει ενέργειες, ώστε να γίνουν παραγωγικοί και πάλι. Για να ενισχύσει τον στρατό του, ο Βασιλιάς Δαβίδ ξεκίνησε μια μεγάλη στρατιωτική μεταρρύθμιση στα 1118-1120 με την επανεγκατάσταση αρκετών χιλιάδων Κιπτσάκων από τις βόρειες στέπες σε παραμεθόριες περιοχές της Γεωργίας. Σε αντάλλαγμα, η Κιπτσάκοι παρείχαν έναν στρατιώτη ανά οικογένεια, επιτρέποντας στο Βασιλιά Δαβίδ να δημιουργήσει ένα μόνιμο στρατό, εκτός από τα βασιλικά στρατεύματα (γνωστή ως Μονασπα). Ο νέος στρατός του βασιλιά προσέδωσε την απαραίτητη δύναμη να αντιμετωπίσουν τόσο τις εξωτερικές απειλές, όσο και την εσωτερική δυσαρέσκεια των ισχυρών αρχόντων.


Ξεκινώντας το 1120, ο Βασιλιάς Δαβίδ άρχισε μια πιο επιθετική επεκτατική πολιτική, διείσδυσε μέχρι τον Αράξη ποταμό και τα παράκτια της Κασπίας, και τρομοκρατούσε Μουσουλμάνους έμπορους σε όλο το Νότιο Καύκασο. Από τον Ιούνιο του 1121, η Τιφλίδα βρισκόταν υπό γεωργιανή πολιορκία, με την Μουσουλμανική ελίτ να αναγκάζεται να πληρώνει βαρύ φόρο στον Δαβίδ Β΄.[1] Η αναζωπύρωση των στρατιωτικών δυνάμεων των Γεωργιανών, καθώς και τα αιτήματά του για φόρο υποτέλειας από την ανεξάρτητη πόλη της Τιφλίδας, προκάλεσαν μια συντονισμένη αντίδραση των μουσουλμάνων. Το 1121, ο σουλτάνος των Σελτζούκων Μαχμούτ Β' Ο Μωάμεθ (σ.1118-1131) κήρυξε ιερό πόλεμο στη Γεωργία.



Ανάπτυξη και σειρά της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μουσουλμανική συμμαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά, έχοντας συνάψει ειρήνη με τους Σταυροφόρους, οι Σελτζούκοι Τούρκοι υπό την καθοδήγηση του Ilghazi ibn Artuq σκοπεύουν να επιτεθούν στη Γεωργία σε διάφορα σημεία.

Τόσο οι γεωργιανές όσο και οι ισλαμικές πηγές μαρτυρούν ότι στις καταγγελίες των μουσουλμάνων εμπόρων της Τιφλίδας, της Γκαντζά και του Ντμανίσι, ο σουλτάνος Μαχμούντ Β' της Βαγδάτης (1118-1131) έστειλε μια αποστολή στη Γεωργία υπό την εποπτεία του στρατηγού Ιλγκαζί Ιμπν Αρτούκ του Μαρντίν, του οποίου η ηγεμονία στη Μέση Ανατολή και η εξουσία μεταξύ των μουσουλμάνων ήταν αναμφισβήτητη. Μετά τη λεηλασία της Περιφέρειας της Έδεσσας και την ήττα του Ρογήρου του Σαλέρνο στη μάχη στο Αζέρ Σανγκουίνις, το 1119, η φήμη του Ιλγκαζί ως μεγάλου στρατιωτικού διοικητή και υπερασπιστή των μουσουλμάνων ενάντια στους χριστιανούς εξαπλώθηκε ευρέως.

Μετά από αυτή τη νίκη ο Ιλγκαζί ιμπν Αρτούκ έκανε εκεχειρία με τους Σταυροφόρους και πήγε βόρεια προς την Αρμενία κατόπιν πρόσκλησης του αδελφού του Σουλτάνου Toghrul, κυβερνήτη του Αρράν, για να συμμετάσχει στον μουσουλμανικό συνασπισμό ενάντια στους χριστιανούς Γεωργιανούς και να οδηγήσει το στρατό του συνασπισμού στο οποίο πήραν μέρος: - Ο βασιλιάς του Tughan-Arslan, Μπιτλίς και Dvin,   - Ο Dubays II ibn Sadaqa του Αλ Χιλάχ - Ο Τογρούλ, ο άρχοντας του Αρράν και του Ναχιτσεβάν, με τον αδελφό του Kun-Toghdi.

Το μέγεθος του μουσουλμανικού στρατού εξακολουθεί να αποτελεί θέμα συζήτησης, με αριθμούς που κυμαίνονται από φανταστικούς 600.000 άνδρες (όπως δόθηκαν από τον Walter the Chancellor και Matthew of Edessa) σε 400.000 (Χρονικό του Sempad Sparapet), ενώ εκτιμήσεις σύγχρονων Γεωργιανών ιστορικών κυμαίνονται μεταξύ 100.000 και 250.000 άνδρες. Αν και οι υψηλότεροι αριθμοί είναι υπερβολικοί, όλες οι πηγές δείχνουν ότι οι μουσουλμάνοι έκαναν μαζικές προετοιμασίες και υπερείχαν εξαιρετικά, σε αριθμούς, από τους Γεωργιανούς.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 1121, τα μουσουλμανικά στρατεύματα προχώρησαν σε διάφορες διαδρομές, με μέρος των οποίων περνούσαν τις επαρχίες Ερζερούμ και Καρς, ενώ ο σουλτάνος Τογρούλ Ιμπν Μουχάμαντ κινήθηκε μέσω Γκαντζά και ο Tughan-Arslan ο «Καμπούρης» προχώρησε από το Ντβιν. Καθώς ο Γεωργιανός βασιλιάς γνώριζε καλά τα σχέδια του συνασπισμού, αποφάσισε να αποκλείσει έναν από τους ηγέτες του. Στο πρώτο μισό του 1121, οι Γεωργιανοί επιτέθηκαν δυο φορές στους Σελτζούκους στην επικράτεια του Εμιράτου της Γκαντζάς και τους σφαγίασαν, ως εκ τούτου, ο άρχοντας του Αρράν δεν ήταν πλέον σε θέση να συμμετάσχει στην εκστρατεία.

Ο Ιλγκαζί Ιμπν Αρτούκ γνώριζε για την ήττα του βασικού του συμμάχου, αλλά συνέχισε την πορεία του. Τον Ιούλιο του 1121, ο στρατός του Ιλγκαζί εισήλθε στην γεωργιανή επικράτεια. Σύμφωνα με τον Αλ-Φαρικί, ο Ιλγκαζί επέλεξε τη διαδρομή από το Καρς στη Javakheti και το Τριαλέτι για να φτάσει στην Τιφλίδα, όπου θα μπορούσε να στρατοπεδεύσει, να ξεκουραστεί και στη συνέχεια να ενεργήσει εναντίον των Γεωργιανών. Ο μουσουλμανικός στρατός κάτω από τη γενική διοίκηση του Ιλγκαζί εισήλθε στην κοιλάδα του Τριαλέι στην ανατολική Γεωργία και στρατοπέδευσε κοντά στο Όρος Ντιντγκόρι και στο Μανγκλίσι στις 10 Αυγούστου 1121, μιας ημέρας απόσταση  από την Τιφλίδα.

Λίγο είναι γνωστό το ακριβές σχέδιο μάχης ή πορεία μάχης του Ιλγκαζί και η σειρά της μάχης εκτός από την συνήθως προτεινόμενη παράταξη μεγάλου αριθμού ελαφρών δυνάμεων, ιδιαίτερα τοξότες και ελαφρύ ιππικό στην εμπροσθοφυλακή, ώστε να παρενοχλούν τις εχθρικές γραμμές, ενώ ο όγκος του στρατού παρέμεινε πίσω τους σε κανονικό σχηματισμό μάχης. Λέγεται πως η εμπροσθοφυλακή του Ιλγκαζί προσέγγισε τον στρατό του Βασιλιά Δαβίδ και ανέφερε μια πολύ μικρότερη δύναμη από ό,τι αναμενόταν, γεγονός που έγειρε την αυτοπεποίθηση του Ιλγκαζί αρκετά ώστε να μην περιμένει οποιαδήποτε έκπληξη. Υποστηρίζεται επίσης ότι το ελαφρύ ιππικό των Σελτζούκων οδηγήθηκε μπροστά από τους Γεωργιανούς και άρχισε να τους κυνηγά, το οποίο ελήφθη με ελάχιστη ή καθόλου επίδραση στο ηθικό τους. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήρχε βαρύ ιππικό από την πλευρά του Ιλγκαζί ή οποιοσδήποτε τύπος ιππικού που θα μπορούσε να αντιπαραβάλει τον Γεωργιανό ομόλογό του.

Ο Γεωργιανός στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επακόλουθα της μάχης του Ντιντγκόρι, όπως απεικονίζεται στο "Spirit of the Rider" του Augusto Ferrer-Dalmau το 2016..[2]

Από την άλλη πλευρά, οι Γεωργιανοί αντιμετώπιζαν ένα σημαντικά ανώτερο εχθρό από την άποψη των αριθμών, αλλά είχαν το στρατηγικό και το τακτικό πλεονέκτημα. Οι Γεωργιανοί γνώριζαν καλά τις προετοιμασίες των μουσουλμάνων και έλαβαν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Το 1118, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της στρατιωτικής μεταρρύθμισης του Δαβίδ Β΄, σχηματίστηκε μια βασιλική φρουρά (γνωστή ως Monaspa) με περίπου 5000 ιππείς. Ο Γεωργιανός στρατός των 56.000 ανδρών περιλάμβανε 500 Αλανούς, περίπου 200 Φράγκους και 15.000 Κιπτσάκους.

Οι μικρότεροι σχηματισμοί θα ήταν ισοδύναμοι με τις σημερινές ομάδες και διμοιρίες, τότε μια "ομάδα των 100" και ούτω καθεξής όλα με επικεφαλής υπηρέτες ανώτερης τάξης και διαφορετικού βαθμού. Το πιο κρίσιμο και βασικό στοιχείο ήταν η φρουρά της Monaspa (βασιλική φρουρά), η οποία απαρτιζόταν από 5.000 καλά εκπαιδευμένους και βαριά οπλισμένους, έφιππους πολεμιστές, οι οποίοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μαζί με την αριστοκρατία για να επιτεθούν. Οι Σταυροφόροι, το ιππικό των Κιπτσάκων και των Κουμάνων καθώς και ένα μικρό τμήμα του πεζικού παρατάχθηκαν στο κέντρο του Γεωργιανού στρατού γύρω από το λάβαρο του βασιλιά, ενώ τα υπόλοιπα χωρίστηκαν εξίσου σε δύο μεγάλες πτέρυγες, εκτός οπτικού πεδίου των Σελτζούκων. Επικεφαλής σε κάθε σχηματισμό ήταν μια μεγάλη και πυκνή γραμμή ιππέων. Το βαρύ ιππικό θα χτυπούσε τις τάξεις του εχθρού με τις λόγχες τους, ενώνοντας με το πεζικό, όπου θα εμπλεκόταν το κύριο σώμα των Σελτζούκων στη μάχη, ενώ το ιππικό έπρεπε να ανασυγκροτηθεί και να επαναλαμβάνει τις επιθέσεις μέχρι να σπάσει η γραμμή του εχθρού. Στο σημείο της κατάρρευσης ο Δαβίδ θα έστελνε το ιππικό των Κιπτσάκων. Αρχικά ο βασιλιάς και όλη η συνοδεία του έμειναν στο κέντρο αλλά αμέσως γύρισαν στις αντίστοιχες θέσεις τους όταν ξεκίνησε η μάχη. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Βασιλιάς Δαβίδ Β΄ θα αναλάβει την διοίκηση της αριστεράς πτέρυγας του στρατού, ενώ ο Πρίγκιπας  Δημήτριος Α' την δεξιά πτέρυγα.

Τοιχογραφία του Βασιλιά Δαβίδ IV από το Μοναστήρι Gelati.

Σύμφωνα με τον Γάλλο ιππότη και ιστορικό Walter the Chancellor, πριν ξεκινήσει η μάχη, ο βασιλιάς των Γεωργιανών Δαυίδ ενέπνευσε τον στρατό του με τα εξής λόγια:

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Δαβίδ δεν μπορούσε να επιτρέψει στον Ιλγκαζί να ενωθεί με τους μουσουλμάνους της Τιφλίδας, οπότε αποφάσισε να τον αναχαιτίσει στο δρόμο του. Χρησιμοποίησε μια στρατηγική αιφνιδιασμού και έβαλε τον εχθρό του βήμα προς βήμα σε παγίδα. Επέλεξε μια ορεινή και δασική περιοχή κοντά στην οροσειρά Ντιντγκόρι, που βρίσκεται ανάμεσα στο Manglisi και την Τιφλίδα, για να επιτεθεί. Στις 11 Αυγούστου 1121 ο βασιλιάς Δαυίδ οδήγησε τον στρατό του κατά μήκος της κοιλάδας Nichbisi από την αρχαία πρωτεύουσα του Μτσχέτα και χώρισε τα στρατεύματά του σε δύο μέρη, ένα υπό δική του ηγεσία  και μια άλλη μικρότερη ομάδα υπό τον γιο του Δημήτριο Α', κρυμμένη ως εφεδρεία, πίσω από τα γειτονικά ύψη, με εντολή να επιτεθούν στις πτέρυγες μόλις δοθεί σήμα.

Σύμφωνα με τον Άραβα χρονικογράφο Ibn al-Athir, ο Δαβίδ έστειλε ένα μικρό απόσπασμα από τους άνδρες του προκειμένου να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις. Οι Μουσουλμάνοι πίστευαν ότι το μικρό απόσπασμα είχε αφήσει το γεωργιανό στρατό για να αναζητήσει προστασία, έτσι οι Μουσουλμάνοι δεν το θεωρούν ως απειλή. Εν τω μεταξύ, οι Γεωργιανοί κατάφεραν να αναπτύξουν ένα μεγάλο μέρος της δύναμής τους, όπου σχεδόν περικύκλωσαν τον εχθρό σε κλοιό. Οι αντίπαλοί τους αγνοούσαν τέτοιες δραστηριότητες. Κατά την προσέγγιση των ηγετών των Σελτζούκων, οι λιποτάκτες χρησιμοποίησαν την αυτοπεποίθηση των μουσουλμάνων προς όφελός τους και επιτέθηκαν με βέλη, σκοτώνοντας κάθε κυβερνήτη τους.

Ενώ αυτό συνέβαινε Δαβίδ διέταξε μια μετωπική επίθεση στον εχθρό με εμπροσθοφυλακή του σταυροφόρων ιπποτών, το οποίο όχι μόνο κατέστρεψε τον εχθρό προς τα εμπρός γραμμές, αλλά επίσης εμπλακεί το Seljuq τοξότες σε στενή μάχη, αποτελεσματικά τη λήψη έξω ένα κρίσιμο συστατικό του Ιλγκαζί Ιμπν Αρτούκ δύναμη. Αυτό το τέχνασμα είχε ως αποτέλεσμα το χάος και τον πανικό μεταξύ των Μουσουλμάνων. Οι Γεωργιανοί άρχισαν να προχωρήσουμε γρήγορα στις πλαγιές από την δυτική πλευρά του βουνού, σε πλήρη σχηματισμό. Ιλγκαζί Ιμπν Αρτούκπνr και του-σε-δικαίου και οι δύο επέζησαν από την επίθεση στην πρωτοπορία, αλλά τραυματίστηκαν σοβαρά κατά τη διάρκεια του αγώνα και αποχώρησε από το πεδίο της μάχης, αφήνοντας το Σελτζουκικό στρατό ουσιαστικά ακέφαλη.

Η πλειοψηφία του διοικητές ήταν είτε έχουν τραυματιστεί ή σκοτωθεί, η οποία προκάλεσε σύγχυση και πιθανόν να οδηγήσει σε έλλειψη επαρκούς απάντηση στην χαοτική κατάσταση. Ο βασιλιάς Δαβίδ δεν δίστασε και, προσωπικά, οδήγησε την γεωργιανή δεξιά πλευρά, η παραγγελία για το βαρύ ιππικό να οδηγούν κατ ' ευθείαν σε φαινομενικά αποδιοργάνωση των Σελτζούκων από την αριστερή πλευρά, η οποία προσπαθεί να ενισχύσει την πρωτοπορία. Έχοντας το πλεονέκτημα να κινείται σε κατηφόρα, η χρέωση των γεωργιανών ιππικό αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική.

Με το Kipchaks μέρος, η τελική απομεινάρια Seljuq αντίσταση κατέρρευσε και εντάχθηκε στο rout. Η μάχη αποφασίστηκε μέσα σε τρεις ώρες με το Seljuq στρατό υπέρβαση αφήνοντας ένα πολύ μεγάλο αριθμό των νεκρών, τους τραυματίες, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα. Φεύγοντας remaints ήταν επιδιώκει συνεχώς και να τρέξει κάτω για αρκετές ημέρες, έτσι ώστε δεν θα έχετε το χρόνο ή την ευκαιρία να ανασυνταχθούν ή να ξεκινήσει οποιαδήποτε άλλη κίνηση.

Εκτός από αυτούς τους λογαριασμούς, έχει επίσης προταθεί ότι αντιμέτωποι με μια εμπροσθοφυλακή από τη μεγάλη δύναμη εισβολής, ο David είχε να στηριχθεί στα πλεονεκτήματα τα κοντινά εδάφη που προσφέρονται για να συγκαλύψει τις μετακινήσεις των στρατευμάτων του. Το Σελτζουκικό ιππικό προκάλεσε ή να παρασυρθείτε σε ένα σχετικά στενό πέρασμα που μάλλον δεν είχε πολύ χώρο για να κινηθούν. Όπως είχαν αποκοπεί από το υπόλοιπο του Λιγκαζί Ιμπν Αρτούκ στρατό, οι Γεωργιανοί ήταν εύκολα σε θέση να πάρει τους έξω με ακόντια, δόρατα, και ελαφρύ πεζικό, χρησιμοποιώντας τόξα και ακόντια. Το υπόλοιπο του συνασπισμού στρατός ήταν πιθανόν να αναγκαστεί να ανέβει πλαγιές για επίθεση του γεωργιανού στρατού κύριο σώμα, ενώ είναι συνεχώς χτύπησε τα πλευρά από το βαρύ ιππικό. Μετά από λίγο, αυτές οι τακτικές έσπασε η μάχη θα του Μουσουλμανικού στρατού, η οποία σύντομα δρομολογούνται. Ο Ιλγκαζί φέρεται να έλαβε τραυματισμό στο κεφάλι του, όταν εκατό σταυροφόροι κατάφεραν να σπάσουν τις γραμμές του, να τρέχει προς το Σελτζούκ εντολή banner.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αριθμοί των Σελτζούκων που εγκαταλείπουν το πεδίο φέρεται να ήταν τόσο μεγάλες, που η γεωργιανή ιππικό έπαιρνε αποτελέσματα των κρατουμένων για αρκετές ημέρες. Ως αποτέλεσμα, οι Γεωργιανοί ήταν σε θέση να απελευθερώσει όλη την περιοχή από τη Μουσουλμανική επιρροή και ακόμα διαγωνισμό εδάφη εντός της Seljuq Αυτοκρατορία, η οποία σε εκείνο το σημείο έμεινε σχεδόν ανυπεράσπιστος. Την κατέλαβε τους Σελτζούκους Τούρκους θα χρησιμεύσει για τον Ντέιβιντ φιλοδοξίες να ξαναχτίσουν τη βασιλεία του.

Επέκταση του Βασιλείου της Γεωργίας υπό τον Βασιλιά Ντέιβιντ IV.

Η ενοποίηση της Γεωργίας και την εξάλειψη των Μουσουλμάνων αρχή ολοκλήρωσε κατά το έτος μετά την μάχη στο Ντιντγκόρι. Ο Δαβίδ που πολιορκία και κατέλαβε την πόλη της Τιφλίδας, η οποία για σχεδόν τετρακόσια χρόνια ήταν μια Ισλαμική πόλη. Πεντακόσιοι πολίτες βασανίστηκαν μέχρι θανάτου, και ένα μεγάλο μέρος της πόλης κάηκε. Η τιφλίδα έγινε μια βασιλική πόλη, την πρωτεύουσα της Γεωργίας, "για πάντα ένα οπλοστάσιο και το κεφάλαιο για τους γιους του."

Οι μεσαιωνικές πηγές τονίζουν τις πράξεις του Δαβίδ του εκδίκηση εναντίον των Μουσουλμάνων της Τιφλίδας. Ωστόσο, ο Άραβας ιστορικός αλ-Αινί (1360-1451), που χρησιμοποιεί πηγές, μερικές από τις οποίες δεν έχουν διασωθεί, παραδέχεται ότι η πόλη λεηλατήθηκε, αλλά λέει ότι ο γεωργιανός βασιλιάς τελικά έδειξε υπομονή και "σεβόταν τα συναισθήματα των Μουσουλμάνων." Ένας μορφωμένος άνθρωπος, δίδαξε την ανεκτικότητα και την αποδοχή των άλλων θρησκειών, κατάργησε τους φόρους και τις υπηρεσίες για τους Μουσουλμάνους και τους Εβραίους, και να προστατεύονται οι Σούφι και οι Μουσουλμάνοι λόγιοι.

Έχοντας εξαντλήσει τις δυνάμεις του και να τραυματιστεί Ιλγκαζί τον εαυτό του, επέστρεψε στο Mαρνίν σε κατεστραμμένη κατάσταση. Το Ντιντγκόρι μάχη βοήθησε το Crusader μέλη, τα οποία είχαν υπό την πίεση του Ιλγκαζί στρατούς. Η αποδυνάμωση του ο κύριος εχθρός της λατίνους ήταν ευεργετική για το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ από τον Σταυροφόρο Βασιλιά Βαλδουίνο.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Minorsky, Vladimir (1993). «Tiflis». Στο: Houtsma, M. Th.; van Donzel, E. E. J. Brill's First Encyclopaedia of Islam, 1913–1936. Brill. σελ. 755. ISBN 90-04-08265-4. 
  2. "FERRER –DALMAU: El espíritu del jinete", Diario YA

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]