Μάχη του Μαυροποτάμου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Μαυροποτάμου
Αραβοβυζαντινοί πόλεμοι
Asia Minor ca 842 AD.svg
Χάρτης της βυζαντινής Μικράς Ασίας και της Βυζαντινοαραβικής παραμεθόριας περιοχή περίπου το 842 μ.Χ.
Χρονολογία 844
Τόπος Μαυροπόταμος, Μικρά Ασία
Έκβαση Αραβική νίκη
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Αμπού Σαΐντ
Ομάρ αλ-Ακτά

Η Μάχη του Μαυροποτάμου διεξήχθη το 844, μεταξύ των στρατών της Βυζαντινής Αυτοκρατορία και του Χαλιφάτου των Αββασιδών, στον Μαυροπόταμο (είτε στο βόρειο τμήμα της Βιθυνίας είτε στην Καππαδοκία). Μετά από μια αποτυχημένη βυζαντινή απόπειρα να ανακτηθεί το Εμιράτο της Κρήτης κατά το προηγούμενο έτος, οι Αββασίδες ξεκίνησαν μια επιδρομή στη Μικρά Ασία. Ο Βυζαντινός αντιβασιλέας Θεόκτιστος, επικεφαλής του στρατού προσπάθησε να αντισταθεί στην εισβολή, αλλά υπέστη βαριά ήττα και πολλοί από τους αξιωματικούς του αυτομόλησαν στους Άραβες. Εσωτερική αναταραχή, ωστόσο, εμπόδισε τους Αββασίδες να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους. Μια εκεχειρία και ανταλλαγή αιχμαλώταν συμφωνήθηκε το 845, ακολουθούμενη από μια εξαετή παύση των εχθροπραξιών, καθώς και οι δύο δυνάμεις εστίασαν την προσοχή τους αλλού.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποκατάσταση της προσκύνησης των εικόνων τον Μάρτιο του 843, η κυβέρνηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με επικεφαλής την αυτοκράτειρα-αντιβασίλισσα Θεοδώρα και τον λογοθέτη Θεόκτιστο, ξεκίνησε μια διαρκή επίθεση κατά του κύριου πολιτικού και ιδεολογικού εχθρού των Βυζαντινών, το Χαλιφάτο των Αββασιδών και τις εξαρτήσεις του. Αυτή η επιθετική στάση ήταν αφενός διευκολύνθηκε από την εσωτερική σταθερότητα που έφερε το τέλος της διαμάχης της Εικονομαχίας, και από την άλλη ενθαρρύνθηκε από την επιθυμία να δικαιωθεί η νέα πολιτική μέσα από στρατιωτικές νίκες εναντίον των μουσουλμάνων.[1][2]

Η πρώτη τέτοια εκστρατεία, μια επιχείρηση ανακατάληψης του Εμιράτου της Κρήτης με επικεφαλής τον Θεόκτιστο τον ίδιο, είχε αρχικά νίκες, αλλά τελικά κατέληξε σε καταστροφή. Μετά από μια νίκη επί των Αράβων στην Κρήτη, ο Θεόκτιστος έμαθε από μια φήμη ότι η Θεοδώρα ετοιμαζόταν να ονομάσει ένα νέο αυτοκράτορα, πιθανώς τον αδελφό της Βάρδα. Ο Θεόκτιστος έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανακάλυψε ότι η φήμη ήταν ψευδής, αλλά κατά την απουσία του, ο βυζαντινός στρατός στην Κρήτη διαλύθηκε από τους Άραβες.[3][4]

Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 844, σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, ο Θεόκτιστος έμαθε για μια Αραβική εισβολή στη Βυζαντινή Μικρά Ασία, με επικεφαλής κάποιον Αμρ, κατά πάσα πιθανότητα τον ημιαυτόνομο εμίρη της Μαλάτειας, Ομάρ αλ-Ακτά. Οι αραβικές πηγές δεν κάνουν ρητή αναφορά αυτής της εκστρατείας. Ο Ρώσος ιστορικός Αλέξανδρος Βασίλιεφ, ωστόσο, την ταύτισε με μια αποστολή που καταγράφεται στα ποιήματα των Αμπού Ταμμάμ και Μπουχτούρι, η οποία είχε επικεφαλής τον στρατηγό Αμπού Σαΐντ και έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της Θεοδώρας Η συμμετοχή του Ομάρ αλ-Ακτά είναι πιθανή, καθώς ο ίδιος βοηθούσε συχνά τους Αββασίδες στις επιδρομές τους εναντίον των Βυζαντινών.[1][5]  Σύμφωνα με αραβικές μαρτυρίες, τα στρατεύματα με επικεφαλής τον Αμπού Σαΐντ περιελάμβαναν μαχητές από τα συνοριακά εμιράτα Καλικάλας (Ερζερούμ ) και Ταρσού. Οι αραβικές δυνάμεις ενώθηκαν στο Αρνταντούν (πιθανώς το συνοριακό φρούριο της Ροδανδού) πριν επιδράμουν μέσα από τα βυζαντινά θέματα της Καππαδοκίας, Ανατολικών, Βουκελλαρίων, και Οψικίου. Τα στρατεύματα του Σαΐντ άλωσαν το Δορύλαιο και μάλιστα έφθασαν στην ακτή του Βοσπόρου.[6]

Ο Θεόκτιστος οδήγησε τον Βυζαντινό στρατό ενάντια στους εισβολείς, αλλά υπέστη βαριά ήττα στον Μαυροπόταμο. Η θέση του τελευταίου, αν πράγματι είναι ένα ποτάμι και όχι ένα απλό τοπωνύμιο, αμφισβητείται. Ήταν πιθανότατα ένας παραπόταμος του Σαγγάριου στη Βιθυνία ή του Άλυ στην Καππαδοκία. Όχι μόνο οι Βυζαντινοί υπέστησαν μεγάλες απώλειες, αλλά πολλοί ανώτεροι Βυζαντινοί αξιωματούχοι αυτομόλησαν στους Άραβες.[7][8] Ο Θεόκτιστος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατηγόρησε τον Βάρδα για τις πρόσφατες ήττες και τον εξόρισε από την πρωτεύουσα.[4][9][10]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αββασίδες δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους, λόγω της εσωτερικής αστάθειας του χαλιφάτου. Ομοίως, οι Βυζαντινοί προτιμούσαν να διοχετεύσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στην συνεχιζόμενη κατάληψη της Σικελίας από τους Αγλαβίδες. Έτσι, μια βυζαντινή πρεσβεία στάλθηκε στην Βαγδάτη το 845, το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής. Οι Αββασίδες ανταπέδωσαν με μια πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, όπου τα δυο κράτη συμφώνησαν σε εκεχειρία και ανταλλαγή κρατουμένων, η οποία πραγματοποιήθηκε στον Λάμο ποταμό στις 16 Σεπτεμβρίου 845. Μια χειμωνιάτικη επιδρομή από τον Άραβα διοικητή της Ταρσού λίγο μετά απέτυχε παταγωδώς, μετά την οποία τα αραβοβυζαντινά σύνορα έμειναν ήσυχα για έξι έτη.[10][11]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Κιαπίδου 2003Κεφάλαιο 1.
  2. Treadgold 1997, σελίδες 446–447.
  3. Vasiliev 1935, σελίδες 194–195.
  4. 4,0 4,1 Treadgold 1997, σελ. 447.
  5. Vasiliev 1935, σελίδες 195–196.
  6. Vasiliev 1935, σελίδες 399–404.
  7. Vasiliev 1935, σελίδες 196–198.
  8. Kiapidou 2003Chapter 2.
  9. Vasiliev 1935, σελ. 198.
  10. 10,0 10,1 Kiapidou 2003Chapter 3.
  11. Vasiliev 1935, σελίδες 198–204; Treadgold 1997, σελίδες 447–449.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]