Μάχη του Λενιάνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η μάχη του Λενιάνο διεξήχθη στις 29 Μαΐου 1176 ανάμεσα στα στρατεύματα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υπό την ηγεσία του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα και στα στρατεύματα της Λομβαρδικής Ένωσης κοντά στην πόλη του Λενιάνο, 24 περίπου χιλιόμετρα βόρεια του Μιλάνου. Η μάχη κατέληξε σε πανωλεθρία για τον στρατό του Φρειδερίκου.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιταλική πολιτική του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ στη Γερμανία ο Φρειδερίκος ακολούθησε ρεαλιστική πολιτική η οποία βασιζόταν στην παραχώρηση αξιωμάτων στους τοπικούς εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες, στην Iταλία ακολούθησε ιδεαλιστική πολιτική που αποσκοπούσε στην ανάκτηση των αυτοκρατορικών δικαιωμάτων. Ο ίδιος, βασιζόμενος στο ρωμαϊκό δίκαιο και συγκεκριμένα στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, παρουσίαζε τον εαυτό του ως διάδοχο όχι μόνο του Καρλομάγνου και του Όθωνος του Μεγάλου, αλλά και του Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού, επιθυμώντας την αποκατάσταση του ρωμαϊκού παρελθόντος που είχε χαθεί. Η προβολή του αυτοκρατορικού τίτλου του ως ανώτατη αρχή που εξασφάλιζε οικουμενική κυριαρχία, τον οδήγησε σε σύγκρουση με την Παποσύνη, τους Λομβαρδούς και τους Νορμανδούς. Η αντπαράθεση του με τον πάπα γίνεται καταφανής για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της τελετής της στέψης του στην Παβία απο τον πάπα Αδριανό Δ' , το 1155, μετά την πρώτη εκστρατεία στην Ιταλία (1154-1155) Ο Αδριανός προσπάθησε να τον υποχρεώσει να παραδεχτεί ότι δεν οφείλει το στέμμα του απευθείας στο θεό αλλά στον πάπα που εκπροσωπεί την πνευματική εξουσία του θεού στην γη,[1].

Στα πλαίσια της δεύτερης ιταλικής εκστρατείας του (1158-1162), ο Φρειδερίκος θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την τάξη ανάμεσα στις πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, οι οποίες βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους και οι οποίες περιφρονούσαν την αυτοκρατορική εξουσία. Το 1158 θα καταλάβει το Μιλάνο, την πιο επιθετική απο τις κοινότητες. Την ίδια χρονιά, με την Δίαιτα της Ρονκάλια θα επικυρώσει τα βασιλικά δικαιώματα του και θα διορίσει αυτοκρατορικούς επίτροπους (podesta) στις πόλεις του ιταλικού βορρά, προσαρτώντας αυτές στην σφαίρα επιρροής του. Το 1159 ο πάπας Αδριανός πεθαίνει και έπειτα από σχίσμα που θα προκληθεί με διπλή εκλογή, ο Φρειδερίκος θα προσπαθήσει να επιβάλει ως πάπα τον ευνοούμενο του Βίκτωρα Δ' χωρίς επιτυχία. Ο πάπας Αλέξανδρος ο Γ, ο οποίος εκλέχθηκε από τους αντί-αυτοκρατορικούς θα επικρατήσει και θα αναγνωριστεί από τα άλλα ευρωπαϊκά βασίλεια. Μεταξύ των ετών 1160-1162, οι κάτοικοι του Μιλάνου θα εξεγερθούν πάλι εναντίον του αυτοκράτορα. Ο τελευταίος δεν θα δείξει την επιείκεια που έδειξε το 1158, αλλά αυτή την φορά θα ισοπεδώσει την πόλη. Το γεγονός αυτό θα τον φέρει σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Αλέξανδρο Γ. Θα ακολουθήσει νέα εκστρατεία στην Ιταλία (1163-1164), μετά από εξέγερση των Λομβαρδικών πόλεων, η οποία δεν θα φέρει κανένα αποτέλεσμα.[2]

Στην τέταρτη ιταλική εκστρατεία (1166-1168), μολονότι θα σημειώσει σημαντικές επιτυχίες και θα καταλάβει την Ρώμη, ο στρατός του θα αποδεκατιστεί από μια επιδημία. Συνεπώς θα αναγκαστεί να υποχωρήσει. Παράλληλα στο βορρά με την καθοδήγηση της Βενετίας και τις ευλογίες του πάπα Αλέξανδρου και των Βυζαντινών, οι ιταλικές πόλεις θα σχηματίσουν την λεγόμενη Λομβαρδική Ένωση (Societas Lombardie) το 1167. Η ένωση αυτή περιλάμβανε 16 πόλεις, ανάμεσα τους και το επανιδρυμένο Μιλάνο. Σκοπός της ήταν αποκατάσταση της πολιτικής κατάστασης πριν την συνθήκη της Ρονκάλια.). Την ανάληψη των κοινών υποθέσεων της Ένωσης θα αναλάμβανε ένα κεντρικό όργανο, αποτελούμενο από αξιωματούχους που έφεραν τον τίτλο του ρέκτορα και διορίζονταν από τις πόλεις-μέλη. Οι εσωτερικές έριδες απαγορεύτηκαν και οι πόλεις όφειλαν να παρέχουν διπλωματική και στρατιωτική στήριξη η μια στην άλλη. Όσοι πολίτες είχαν φιλοαυτακροτορικά αισθήματα εξορίζονταν και κατάσχονταν η περιουσία τους.[3]

Η πέμπτη ιταλική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φρειδερίκος θεώρησε τον πολιτικό αυτό σχηματισμό ως μια έκφραση ανοιχτής απείθειας στην εξουσία του και αφού απέτυχε να συγκεντρώσει συμμάχους από την Γερμανία, αποφάσισε να εκστρατεύσει για πέμπτη φορά σε ιταλικό έδαφος τον Σεπτέμβριο του 1174. Ο Φρειδερίκος πέρασε το πέρασμα του Mont Cenis από την Βουργουνδία στο Πεδέμοντιο με περίπου 8000 άνδρες. Ο καρδινάλιος Βoso περιγράφει με μελανά χρώματα το στράτευμα: «ένας μεγάλος στρατός βαρβάρων, συνηθισμένων στις πρακτικές του πολέμου, σατανικοί, άπληστοι, ταραχοποιοί, τους οποίους μάζεψε από την Φλάνδρα και τις κοντινές περιοχές, και οι οποίοι, εφόσον δεν έχουν αγάπη για τους συνάνθρωπους τους, κανένας δεν τους αγαπά.».[4] Αφού πυρπόλησε την Σούζα και κατέλαβε το Άστι, προχώρησε προς την Αλεξάνδρεια που αποτελούσε κεντρικό στόχο της εκστρατείας του. Η νέα αυτή πόλη που ιδρύθηκε από την Λομβαρδική Ένωση προς τιμή του πάπα Αλέξανδρου, έλαβε τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό «αχυρένια» λόγω των βιαστικών οχυρωματικών έργων της. Μολαταύτα, η «αχυρένια» πόλη τελικά αποδείχτηκε να είναι κατασκευασμένη από σίδηρο, κατά το εύστοχο σχόλιο του Romauld του Σαλέρνο. Το Μεγάλο Σάββατο του 1175, τα στρατεύματα του Φρειδερίκου εισχώρησαν στην πόλη από υπόγειες σήραγγες που έσκαψαν επιχειρώντας γενική επίθεση. Η επίθεση τους όμως αποκρούστηκε από την σθεναρή αντίσταση που αντέταξαν οι Λομβαρδοί. Καθώς ένας νέος Λομβαρδικός στρατός πλησίαζε προς την πόλη, ο Φρειδερίκος αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία που κράτησε έξι μήνες και να υποχωρήσει στην Παβία.

Τον Απρίλιο του 1175, οι δύο αντίπαλες πλευρές προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις στο κάστρο του Μοντεμπέλλο για να υπογραφτεί ειρήνη, χωρίς οι συνομιλίες τους να καταλήξουν κάπου. Με τον στρατό του αποδυναμωμένο και με μόνους σύμμαχους την πόλη της Παβία και τον μαρκήσιο του Μονφεράτου, ο Φρειδερίκος χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ ενισχύσεις. Τον Νοέμβριο έστειλε πίσω στην Γερμανία τον αρχιεπίσκοπο Φίλιππο της Κολωνίας με σκοπό να εγείρει νέο στρατό. Η προσπάθεια έφερε αποτέλεσμα καθώς οι περισσότεροι υποτελείς επίσκοποι παρείχαν ενισχύσεις. Μολαταύτα, όταν τον Ιανουάριο- Φεβρουάριο 1176 συνάντησε στην Τσιαβέννα τον πιο σημαντικό υποτελή του και εξάδελφο του, τον Ερρίκο τον Λέοντα, αυτός αρνήθηκε να τον στηρίξει. Η στάση αυτή υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την ήττα του Φρειδερίκου στο Λενιάνο και κατ’ επέκταση για την αποτυχία ολόκληρης της εκστρατείας. Διάφορες απόψεις έχουν διατυπωθεί για τους λόγους που οδήγησαν στη άρνηση του Ερρίκου. O κύριος λόγος που ο Ερρίκος δεν δέχτηκε να συνδράμει στην εκστρατεία ήταν η άρνηση του Φρειδερίκου να παραδώσει την αυτοκρατορική πόλη του Γκόσλαρ μαζί με τα ορυχεία αργυρού που διέθετε, ως αποζημίωση για τους ιππότες που έχασε στην δεύτερη εκστρατεία στην Ιταλία. Ο Γερμανός ιστορικός Joachim Ehlers προτείνει ότι ο Ερρίκος αρνήθηκε φοβούμενος ότι θα προέκυπταν προβλήματα διαδοχής αν πέθαινε, καθώς ο γιος θα γινόταν δούκας όπως έγινε ο ίδιος σε νεαρή ηλικία το 1139.[5]

Η Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρελούδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νέες γερμανικές ενισχύσεις κατέφθασαν από το πέρασμα Lukmanier στην λίμνη του Κόμο τον Απρίλιο του 1176. Οι δυνάμεις αυτές που περιλάμβαναν 2000 περίπου ιππότες και προέρχονταν από την Σαξονία και την Νότια Ρηνανία, βρισκόταν κάτω από την διοίκηση των αρχιεπισκόπων Wichmann του Μαγδεμβούργου και του Φίλιππου της Κολωνίας. Συνολικά θα λάμβαναν μέρος 16 Γερμανοί άρχοντες ανάμεσα τους και ο επίσκοπος-εκλέκτορας Κορράδος ο 2ος της Βόρμς και ο δούκας Φίλιππος της Αλσατίας. Ο Φρειδερίκος ξεκίνησε από την Παβία όπου βρίσκονταν οι κύριες δυνάμεις του με μια συνοδεία ίσως 500 ανδρών για να συναντήσει τις ενισχύσεις στο Κόμο. Όταν θα φτάσει στο σημείο συνάντησης, ένα τοπικό απόσπασμα κατοίκων του Κόμο θα συνενωθεί με τους Γερμανούς και έτσι ο αριθμός του στρατού του Φρειδερίκου θα ανεβεί στους 3000 με 3500 άνδρες. Παράλληλα ο Φρειδερίκος ανέμενε ενισχύσεις και από τον αρχιεπίσκοπο Χριστιανό του Μάιντς ο οποίος το 1175 εισέβαλε στο νορμανδικό βασίλειο και νίκησε τους Νορμανδούς στο Καρσόλι. Οι δυνάμεις του Χριστιανού ξεκίνησαν να κινούνται προς τον Φρειδερίκο από τη βόρεια Απουλία αλλά καθυστέρησαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν όταν έμαθαν πως η κρίσιμη μάχη είχε δοθεί στο Λενιάνο και ότι ο Φρειδερίκος ηττήθηκε.[6]

Από το Como στρατός του Φρειδερίκου θα κατευθύνονταν πίσω στην Παβία για να συνενωθεί με το κύριο στράτευμα που άφησε πίσω στην πόλη. O Γερμανός αυτοκράτορας σχεδίαζε να δημιουργήσει ένα τεράστιο κλοιό γύρω από το Μιλάνο που βρισκόταν μεταξύ του Κόμο και της Παβίας. Καθώς λοιπόν οι αυτοκρατορικοί πορεύονταν προς την Παβία άρχισαν να λεηλατούν τα εδάφη που βρισκόταν στην επικράτεια του Μιλάνου. Οι Μιλανέζοι τότε μη μπορώντας να αναμένουν ενισχύσεις από όλες τις πόλεις της ένωσης, έδρασαν άμεσα. Εφόσον διέθεταν ήδη άνδρες από τις πόλεις της Πιατσέντζα, της Βερόνα, της Μπρέσια, της Νοβάρα και του Βερτσέλι, οι Μιλανέζοι ξεκίνησαν για να ανακόψουν τον Φρειδερίκο από τις δυνάμεις του στην Παβία. Σχετικά με τον αριθμό των μαχητών του Λομβαρδικού στρατού χρονογράφοι της εποχής, όπως ο Όθων του Αγίου Βλάσιου προβαίνουν σε υπερβολές, με αριθμούς που φτάνουν μέχρι και 100 000 άνδρες. Οι σύγχρονοι ιστορικοί υπολογίζουν ότι ο στρατός των Λομβαρδών περιλάμβανε 3000-4000 ιππότες.[7]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι Λομβαρδοί γνώριζαν ότι οι αυτοκρατορικοί προέλαυναν στην περιοχή, εντούτοις, χωρίς να το αναμένουν, συνάντησαν την αυτοκρατορική εμπροσθοφυλακή κοντά στο δασώδες έδαφος του Λενιάνο στις 29 Μαΐου 1176. Από την πλευρά τους ούτε οι αυτοκρατορικοί περίμεναν να συναντήσουν τους Λομβαρδούς και έτσι οι δύο πλευρές δεν μπόρεσαν να σχεδιάσουν κάποια στρατηγική. Η μάχη ξεκίνησε όταν 700 Λομβαρδοί ιππότες επιτέθηκαν στους 300 ιππότες της εμπροσθοφυλακής. Ο Φρειδερίκος με 2000 ιππείς έσπευσε για να σώσει την εμπροσθοφυλακή και σύντομα η μάχη στράφηκε προς τις γραμμές των Λομβαρδών, αφού οι επιτιθέμενοι Λομβαρδοί ιππότες τράπηκαν σε φυγή. Τότε οι Λομβαρδοί πεζοί, ενισχυμένοι από μερικούς ιππότες που δεν λιποψυχήσαν και αφίππευσαν πλάι τους, τερμάτισαν την καταδίωξη των αυτοκρατορικών. Ο «λόχος του θανάτου», μια επίλεκτη μονάδα των Λομβαρδών που αποτελείτο από 300 άνδρες, πρόβαλε ηρωική αντίσταση σχηματίζοντας ένα προστατευτικό κλοιό με ασπίδες και δόρατα γύρω από το μιλανέζικο carrocio.[8] Το carrocio ήταν ένα τετράτροχo κάρο που συνήθως έσερναν τρία ζευγάρια βοδιών και που έφερε το λάβαρο της πόλης που εκπροσωπούσε. Περιείχε Αγία Τράπεζα όπου τελείτο η Θεία Ευχαριστία και εκφωνούνταν κηρύγματα στα πλαίσια της προετοιμασίας πριν από μια μάχη, ενώ στο κέντρο του είχε ένα σταυρό με τον Εσταυρωμένο. Ακόμη λειτουργούσε ως ορατό σημείο αναφοράς στο πεδίο της μάχης για τα στρατεύματα και είχε πολύ σπουδαία συμβολική αξία για τον «πατριωτισμό» των κατοίκων των ιταλικών πόλεων.[9] Η απώλεια του στο πεδίο της μάχης θεωρείτο κάτι εξαιρετικά ταπεινωτικό για την εκάστοτε πόλη. Ο Gravett υποθέτει ότι είχε σκαφτεί και ένα κανάλι για τη προστασία του carrocio αλλά και για την προστασία του στρατοπέδου που είχαν κατασκευάσει οι μαχητές της Λομβαρδικής Ένωσης για την διανυκτέρευση τους.[10]

Η αιματηρή μάχη γύρω από το Carrocio κράτησε έξι περίπου ώρες. Η ανατροπή θα επερχόταν, όταν οι υποχωρούντες από την αρχική επίθεση Λομβαρδοί ιππότες θα συναντούσαν ένα σώμα ιππικού της Μπρέσια που πορευόταν προς το πεδίο της μάχης και θα ενωνόταν μαζί του. Το ιππικό της Μπρέσια και οι ανασυνταγμένοι ιππότες πλευροκόπησαν τους Γερμανούς, οι οποίοι φαίνεται ότι δεν είχαν τοξότες η βαλλιστροφόρους για να προστατέψουν τα πλάγιά τους. Πολλοί από τους άρχοντες των αυτοκρατορικών σκοτώθηκαν, o αυτοκρατορικός λαβαροφόρος σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Φρειδερίκος έπεσε από το άλογο του και τραυματίστηκε. Αμέσως εξαπλώθηκαν φήμες που ήθελαν τον Γερμανό αυτοκράτορα νεκρό. Οι φήμες αυτές όπως ήταν επόμενο, προκάλεσαν πανικό στην γερμανική παράταξη και σύντομα οι αυτοκρατορικοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στο πεδίο της μάχης παρέμειναν μόνο οι άνδρες της πόλης του Κόμο οι οποίοι είτε σκοτώθηκαν είτε αιχμαλωτίστηκαν.[11]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νικηφόρος στρατός της Ένωσης άρπαξε πλούσια λάφυρα. Κάποιες πηγές αναφέρουν οτι περιλάμβαναν αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας όπως ο σταυρός, η ασπίδα, η λόγχη και το λάβαρο του αυτοκράτορα. Οι αιχμάλωτοι περιλάμβαναν προσωπικότητες όπως ο Φίλιππός της Αλσατίας, ο Γκόσγουιν ο 3ος του Χάινσμπεργκ και ο Μπέρτολντ ο 4ος του Andechs. Η τύχη του Φρειδερίκου αγνοείτο για μέρες ώσπου έφθασε πίσω στην Παβία.[12] Η επονείδιστη ήττα των Γερμανών είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των μεγαλεπήβολων αξιώσεων που προέβαλλε ο Φρειδερίκος για τις κοινότητες της Βόρειας Ιταλίας και την αποκατάσταση των σχέσεων του με τον πάπα Αλέξανδρο τον Γ και τους Λομβαρδούς. Με την ειρήνη της Βενετίας που ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα (1177), διασφαλίστηκε εξαετής ανακωχή με την Λομβαρδική Ένωση. η οποία επικυρώθηκε με την συνθήκη της Κωνσταντίας (1183).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Davis, R.H.C (2011). Ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης. Αθήνα: Κριτική. σελ. 443–457.
  2. Davis, R.H.C (2011). Ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης. Αθήνα: Κριτική. σελ. 463.
  3. Byrne, Joseph P. (2004). «Lombard Leagues». Στο: Kleinhenz, Christopher. Medieval Italy An Encyclopeia. New York and London: Routledge.
  4. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 380
  5. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 381.
  6. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 387-388
  7. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 390
  8. Gravett, Christopher (1997). German Medieval Armies 1000-1300. Men at Arms. London: Osprey Publishing. σελ. 33.
  9. Byrne, Joseph P. (2004). «Carroccio». Στο: Kleinhenz, Christopher. Medieval Italy An Encyclopeia. New York and London: Routledge.
  10. Gravett, Christopher (1997). German Medieval Armies 1000-1300. Men at Arms. London: Osprey Publishing. σελ. 34.
  11. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 390
  12. B.Freed, John (2016). Frederick Barbarossa The Prince and The Myth. New Haven and London: Yale University Press. σελ. 390