Μάχη του Βουλγαρόφυγου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°26′N 27°06′E / 41.433°N 27.100°E / 41.433; 27.100

Μάχη του Βουλγαρόφυγου
Βυζαντινο-Βουλγαρικοί Πόλεμοι
Boulgarofygon.jpg
Οι Βούλγαροι καταστρέφουν τον βυζαντινό στρατό στο Βουλγαρόφυγο, μικρογραφία από την «Σύνοψι Ιστοριών».
ΧρονολογίαΚαλοκαίρι του 896
ΤόποςΒουλγαρόφυγο, σημερινή Τουρκία
ΈκβασηΝίκη των Βουλγάρων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Λέων Κατακαλών
Δυνάμεις
άγνωστο
άγνωστο
Απώλειες
άγνωστο
άγνωστο

Η μάχη του Βουλγαρόφυγου (βουλγαρικά: Битка при Булгарофигон‎) συνέβη το καλοκαίρι του 896 κοντά στην πόλη Βουλγαρόφυγον, το σημερινό Babaeski στην Τουρκία, μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Το αποτέλεσμά της ήταν ο εκμηδενισμός του βυζαντινού στρατού που καθόρισε την βουλγαρική νίκη στον εμπορικό πόλεμο του 894–896.

Παρά τις αρχικές δυσκολίες στον πόλεμο εναντίον των Μαγυάρων, οι οποίοι ενεργούσαν ως σύμμαχοι των Βυζαντινών, η μάχη του Βουλγαρόφυγου αποδείχθηκε η πρώτη αποφασιστική νίκη του νεαρού και φιλόδοξου βούλγαρου κυβερνήτη Συμεών Α΄ κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Συμεών θα επέβαλε αρκετές ήττες στους Βυζαντινούς επιδιώκοντας τον τελικό του στόχο, τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Η συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε ως αποτέλεσμα της μάχης επιβεβαίωσε την βουλγαρική κυριαρχία στα Βαλκάνια.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την βασιλεία του Βόρις Α΄ (περ. 852–889), η Βουλγαρία υπέστη σημαντικές αλλαγές: τον εκχριστιανισμό της χώρας, την αποδοχή των μαθητών των Αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου που σηματοδότησαν την αρχή της δημιουργίας και της ενοποίησης της μεσαιωνικής βουλγαρικής λογοτεχνίας και αλφαβήτου. Παρά τις πολλές στρατιωτικές αποτυχίες ενάντια στις περισσότερες γειτονικές χώρες, ο Βόρις Α΄ κατάφερε να διατηρήσει την εδαφική ακεραιότητα της Βουλγαρίας[1]. Κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου του Πρέσλαβ το 893, που συνεκλήθη μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του μεγαλύτερου γιου του, Βλαδίμηρου, να αποκαταστήσει τον παγανισμό, αποφασίστηκε ότι η Παλιά Βουλγαρική θα αντικαταστήσει τα ελληνικά ως γλώσσα της εκκλησίας και ότι οι Βυζαντινοί κληρικοί θα αντικατασταθούν από Βούλγαρους[2] [3]. Το Συμβούλιο επισφράγισε τις φιλοδοξίες του Βόρις για πολιτιστική και θρησκευτική ανεξαρτησία[4] και καθησύχασε τις ανησυχίες των ευγενών, οι οποίοι φοβόντουσαν οποιαδήποτε ισχυρή βυζαντινή επιρροή στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας. Αποφασίστηκε επίσης ότι ο τρίτος γιος του, Συμεών, που γεννήθηκε μετά τον εκχριστιανισμό και ονομάστηκε παιδί της ειρήνης[5], επρόκειτο να γίνει ο επόμενος Πρίγκιπας της Βουλγαρίας[6].

Οι Βούλγαροι νικούν τους Βυζαντινούς του Κρηνίτη και Κουρτίκιου στη Θράκη, μινιατούρα από την «Σύνοψι Ιστοριών».

Αυτά τα γεγονότα κατέστρεψαν τις βυζαντινές ελπίδες να ασκήσουν επιρροή στη νέα χριστιανική χώρα, αλλά σύντομα δόθηκε η ευκαιρία στον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ (886-912) να αντιδράσει[6]. Ορισμένα μέλη της βυζαντινής Αυλής είχαν συμφέρον να μεταφέρουν την αγορά βουλγαρικών προϊόντων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που σήμαινε ότι οι βούλγαροι έμποροι θα έπρεπε να πληρώνουν υψηλότερους φόρους. Η κίνηση αυτή επηρέασε όχι μόνο τα ιδιωτικά συμφέροντα αλλά και τη διεθνή εμπορική σημασία της Βουλγαρίας, η οποία διεπόταν από τη Βυζαντινο - Βουλγαρική Συνθήκη του 716[7] [8]. Η απομάκρυνση των εμπόρων από την Κωνσταντινούπολη, που ήταν ένας σημαντικός κόμβος εμπορικών οδών από όλη την Ευρώπη και την Ασία, ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τα βουλγαρικά οικονομικά συμφέροντα[9]. Οι έμποροι παραπονέθηκαν στον Συμεών, ο οποίος με τη σειρά του έθεσε το ζήτημα στον Λέοντα, αλλά το αίτημα αφέθηκε αναπάντητο. Ο Συμεών, ο οποίος αναζητούσε πρόσχημα για να κηρύξει πόλεμο και να αρχίσει να εφαρμόζει τα σχέδιά του, ξεκίνησε μια εισβολή στην Βυζαντινή Θράκη[10], με αποτέλεσμα αυτό που μερικές φορές αποκαλείται «ο πρώτος εμπορικός πόλεμος» στην Ευρώπη[11].

Παρέμβαση Μαγυάρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν βιαστικά έναν μεγάλο στρατό υπό τους στρατηγούς Προκόπιο Κρηνίτη και Κουρτίκιο, που περιλάμβανε και την Αυτοκρατορική Φρουρά που αποτελούνταν από Χαζάρους μισθοφόρους[11]. Στην μάχη που ακολούθησε στο Θέμα της Μακεδονίας (σημερινή Ανατολική Θράκη ), πιθανώς κοντά στην Αδριανούπολη[12], οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν και οι αρχηγοί τους χάθηκαν. Οι περισσότεροι Χαζάροι συνελήφθησαν και ο Συμεών έκοψε τις μύτες τους και «τους έστειλε στην πρωτεύουσα για ντροπή των Ρωμαίων [των Βυζαντινών]»[13].

Οι Μαγyάροι ακολουθούν τον Συμεών Α΄ στη Σιλίστρα, μινιατούρα από την «Σύνοψι Ιστοριών». Αξιοσημείωτο ότι οι Μαγυάροι ονομάζονται πάνω από το στρατό «Τούρκοι».

Καθώς οι κύριες βυζαντινές δυνάμεις ήταν απασχολημένες στα ανατολικά εναντίον των Αράβων, ο Λέων ΣΤ΄ στράφηκε στις δοκιμασμένες μεθόδους της βυζαντινής διπλωματίας και έστειλε απεσταλμένους με πλούσια δώρα στους Μαγυάρους[14], οι οποίοι εκείνη την εποχή κατοικούσαν στις στέπες βόρειοανατολικά της Βουλγαρίας[15]. Όταν ο Συμεών αρνήθηκε να κλείσει ειρήνη και φυλάκισε τον βυζαντινό απεσταλμένο Κωνσταντινάκιο, στα τέλη του 894 το βυζαντινό ναυτικό χρησιμοποιήθηκε για να μεταφέρει τους Μαγυάρους στον Δούναβη, παρά το γεγονός ότι οι Βούλγαροι είχαν φράξει το ποτάμι με αλυσίδες και σχοινιά[13]. Ο Συμεών, ο οποίος βρισκόταν στα βυζαντινο-βουλγαρικά σύνορα απέναντι από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, έπρεπε να γυρίσει βόρεια για να τους αντιμετωπίσει. Ο στρατός του ηττήθηκε από τους Μαγυάρους κάπου στην Δοβρουτσά και ο ίδιος ο Συμεών κατέφυγε στο ισχυρό οχυρό της Σιλίστρας[16]. Οι Μαγυάροι λεηλάτησαν και άρπαξαν ανενόχλητοι, φτάνοντας στα περίχωρα της πρωτεύουσας Πρέσλαβ, και αφού πούλησαν τους αιχμαλώτους στους Βυζαντινούς, υποχώρησαν βόρεια του Δούναβη[17]. Τότε ο Συμεών προσποιήθηκε ότι ήθελε να διαπραγματευτεί και πρότεινε το ζήτημα της ανταλλαγής κρατουμένων. Οι Βυζαντινοί έστειλαν τον Λέοντα Χοιροσφάκτη στο Πρέσλαβ για να διαπραγματευτούν τους όρους [18]. Καθώς ο Συμεών χρειαζόταν χρόνο για να αντιμετωπίσει την απειλή των Μαγυάρων, επέκτεινε σκόπιμα τις διαπραγματεύσεις και αρνήθηκε επανειλημμένα ακρόαση στον Χοιροσφάκτη. Εν τω μεταξύ ο Συμεών συμμάχησε με τους Πετσενέγους, ενώ ο λαός κάλεσε τον πατέρα του, Βόρις Α΄, ο οποίος είχε γίνει μοναχός, να αναλάβει τη διοίκηση του στρατού. Στην κρίσιμη μάχη οι Μαγυάροι υπέστησαν καταστροφική ήττα, αλλά οι νικητές Βούλγαροι έλεγαν ότι είχαν χάσει 20.000 ιππείς[19]. Αυτή ήταν η μόνη νίκη στο πεδίο της μάχης που πέτυχε ποτέ ο Βόρις[20]. Ως αποτέλεσμα αυτής της ήττας, οι Μαγυάροι μετακινήθηκαν δυτικά και εγκαταστάθηκαν στην Παννονία, όπου αργότερα ίδρυσαν το Βασίλειο της Ουγγαρίας[21].

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Συμεών επέστρεψε στον Πρέσλαβ «περήφανος για τη νίκη»[22], διέκοψε τις διαπραγματεύσεις με τη Χοιροσφάκτη και εισέβαλε εκ νέου στην Βυζαντινή Θράκη, ενθαρρυνόμενος περαιτέρω από τον θάνατο του ικανού στρατηγού Νικηφόρου Φωκά[19]. Οι Βυζαντινοί μετέφεραν «όλα τα θέματα και τάγματα », δηλαδή όλες τις δυνάμεις που πολεμούσαν τους Άραβες, στην Ευρώπη. Ο στρατός διοικούνταν από το Δομέστιχο των σχολών Λέοντα Κατακαλών, ο οποίος δεν είχε τις ικανότητες του Φωκά. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν στο Βουλγαρόφυγον το καλοκαίρι του 896 και οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν ολοκληρωτικά. Ένας βυζαντινός ιστορικός έγραψε:

Οι Βούλγαροι καταστρέφουν τον βυζαντινό στρατό στο Βουλγαρόφυγο, μικρογραφία από την «Σύνοψι Ιστοριών».

Μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο πρωτοβεστιάριος Θεοδόσιος, ο υποδιοικητής του στρατού, ενώ ο Λέων Κατακαλών κατάφερε να δραπετεύσει μαζί με μερικούς άλλους επιζώντες[11] [19]. Η βυζαντινή ήττα είχε τέτοια έκταση που ένας από τους στρατιώτες τους αποσύρθηκε από τον κόσμο και έγινε ασκητής με το όνομα Λουκάς ο Στυλίτης.

Κερδίζοντας το πάνω χέρι, ο Συμεών οδήγησε τα βουλγαρικά στρατεύματα στην Κωνσταντινούπολη, καίγοντας χωριά καθ 'οδόν. Σύμφωνα με τον μουσουλμάνο ιστορικό al-Tabari, ο Λέων είχε απελπιστεί μετά τις διαδοχικές αρνήσεις συμφώνων ειρήνης και αναγκάστηκε να συγκεντρώσει στρατό Αράβων αιχμαλώτων πολέμου και να τους στείλει εναντίον των Βουλγάρων με την υπόσχεση να τους ελευθερώσει[23]. Οι Βούλγαροι σταμάτησαν λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολη και ο Συμεών συμφώνησε να διαπραγματευτεί[α].

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος τελείωσε με συνθήκη ειρήνης που διήρκεσε επίσημα μέχρι το θάνατο του Λέοντα ΣΤ΄ το 912, και σύμφωνα με την οποία το Βυζάντιο ήταν υποχρεωμένο να καταβάλλει στη Βουλγαρία ετήσιο φόρο τιμής[24] σε αντάλλαγμα για την επιστροφή των φερόμενων ως 120.000 βυζαντινών στρατιωτών και πολιτών[25]. Σύμφωνα με τη συνθήκη, οι Βυζαντινοί παραχώρησαν επίσης μια περιοχή μεταξύ του Εύξεινου Πόντου και του Στράντζα στη Βουλγαρική Αυτοκρατορία[26], ενώ οι Βούλγαροι υποσχέθηκαν να μην ξαναεισβάλουν σε βυζαντινό έδαφος[23].

Ο Συμεών ήταν ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και θεώρησε ότι είχε υπεροχή έναντι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας[22]. Παρά την επιτυχία, συνειδητοποίησε ότι πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά πριν κυριαρχήσει επ' αυτής για πάντα. Χρειαζόταν γι'αυτό δική του πολιτική και ιδεολογική βάση, και έτσι ξεκίνησε ένα φιλόδοξο κατασκευαστικό πρόγραμμα στο Πρέσλαβ, ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί την Κωνσταντινούπολη[27]. Εν τω μεταξύ, ο Συμεών είχε επίσης επιβάλει την εξουσία του στη Σερβία σε αντάλλαγμα για την αναγνώριση του Πέταρ Γκονίκοβιτς ως ηγεμόνα της[28]. Αυτή ήταν μια σημαντική κίνηση προς τη μείωση της βυζαντινής επιρροής στα Δυτικά Βαλκάνια.

Ο Συμεών πήρε επίσης το μάθημα για το πόσο ευάλωτη ήταν η Βουλγαρία στις βόρειες φυλές που γειτνίαζαν στην περιοχή της, όταν αυτές επηρεάστηκαν από την βυζαντινή διπλωματία[29]. Η εμπειρία αυτή απέδωσε το 917, όταν ο Συμεών κατάφερε να αντιμετωπίσει τις βυζαντινές προσπάθειες για συμμαχία με τους Σέρβους ή τους Πετσενέγους, και τους ανάγκασε να πολεμήσουν μόνοι τους στη μάχη του Αχελώου, όπου οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν ηχηρά σε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία τους[30].

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύμφωνα με τον Zlatarski, ο Συμεών αποσύρθηκε χωρίς να πολεμήσει τους Άραβες, διότι διαφορετικά ο al-Tabari θα κατέγραφε το γεγονός[23].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Andreev, σελ. 73, 75
  2. Zlatarski, σελ. 271–273
  3. Zlatarski, σελ. 261–262
  4. Andreev, p. 87
  5. Andreev, σελ. 91
  6. 6,0 6,1 Andreev, σελ. 92
  7. Runciman, σελ. 144
  8. Zlatarski, σελ. 286
  9. Obolensky, σελ. 105
  10. Andreev, σελ. 92–93
  11. 11,0 11,1 11,2 Mladjov, Ian. «Selections on Byzantium. Selections from the Chronicle of Ioannes Skylitzes, translated and adapted from B. Flusin and J.-C. Cheynet (2003)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2011. 
  12. Zlatarski, σελ. 289
  13. 13,0 13,1 Andreev, σελ. 93
  14. Zlatarski, σελ. 293–294
  15. Zlatarski, σελ. 292
  16. Runciman, σελ. 146
  17. Zlatarski, σελ. 300–301
  18. Zlatarski, σελ. 301
  19. 19,0 19,1 19,2 Runciman, σελ. 147
  20. Andreev, σελ. 86
  21. Obolensky, σελ. 106
  22. 22,0 22,1 Andreev, σελ. 94
  23. 23,0 23,1 23,2 Zlatarski, σελ. 317
  24. Runciman, σελ. 148
  25. Treadgold, σελ. 464
  26. Zlatarski, σελ. 318–321
  27. Andreev, σελ. 94–95
  28. Fine, σελ. 141
  29. Whittow, σελ. 287
  30. Andreev, σελ. 99–100

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]