Μάχη της Ράμλα (1101)

Η Α΄ Μάχη της Ράμλα (ή Ραμλέχ) έλαβε χώρα στις 7 Σεπτεμβρίου 1101 μεταξύ του βασιλείου της Ιερουσαλήμ και των Φατιμιδών της Αιγύπτου. Η πόλη Ράμλα βρισκόταν στον δρόμο από την Ιερουσαλήμ προς την Ασκαλώνα, η οποία ήταν το μεγαλύτερο φρούριο των Φατιμιδών στην Παλαιστίνη. Από την Ασκαλώνα, ο βεζίρης των Φατιμιδών, Αλ-Αφντάλ Σαχανσάχ, εξαπέλυε σχεδόν ετήσιες επιθέσεις στο νεοσύστατο βασίλειο των Σταυροφόρων από το 1099 έως το 1107. Τρεις φορές οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στη Ράμλα.
Η μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Αιγύπτιοι είχαν επικεφαλής τον Σαάντ αλ-Νταουλά αλ-Κουασί, πρώην κυβερνήτη της Βηρυτού, ενώ οι Σταυροφόροι βρίσκονταν υπό τη διοίκηση του βασιλιά Βαλδουίνου Α΄. Ο Βαλδουίνος Α΄ είχε υπό τη διοίκησή του 260 ιππείς και 900 πεζούς, με αποτέλεσμα να υστερεί σημαντικά σε αριθμό σε σχέση με τον αιγυπτιακό στρατό, ο οποίος εκτιμήθηκε σε 32.000 άνδρες από τον Φούλχερ της Σαρτρ, και υποβαθμίζεται σε 3.000-5.000 από τους σύγχρονους ιστορικούς. [1] [2] Μόλις είδε τον στρατό των Φατιμιδών, ο Βαλδουίνος Α΄ παρέταξε τη δύναμή του σε έξι μεραρχίες, διοικώντας ο ίδιος την εφεδρική δύναμη. [3]
Στην αρχική επίθεση, οι δύο πρώτες μεραρχίες των Σταυροφόρων εξοντώθηκαν, ενώ η εμπροσθοφυλακή υπέστη επίσης βαριές απώλειες, με τον Γκελντεμάρ Καρπινέλ ανάμεσα στους νεκρούς. Η μάχη φαινόταν να έχει χαθεί, αλλά όταν η τρίτη μεραρχία καταδιώχθηκε αφού είχε ηττηθεί από τους Αιγύπτιους, ο Βαλδουίνος διέταξε αντεπίθεση, και ανέπτυξε την εφεδρεία του. Σε σφοδρή μάχη σώμα με σώμα, οι Σταυροφόροι απώθησαν τις αιγυπτιακές δυνάμεις, οι οποίες υποχώρησαν πανικόβλητες, καθώς το ένα τάγμα μετά το άλλο λύγιζε κάτω από τη δύναμη της επίθεσης του Βαλδουίνου Α΄. Αφού καταδίωξε τους Φατιμίδες που έφευγαν μέχρι την Ασκαλώνα, ο Βαλδουίνος Α΄ επέστρεψε στη Ράμλα για να λεηλατήσει το αιγυπτιακό στρατόπεδο. Αυτή η επιτυχία εξασφάλισε το βασίλειο της Ιερουσαλήμ ενάντια στις προελάσεις του χαλιφάτου των Φατιμιδών για την περίοδο των εκστρατειών. Σύμφωνα με τον Φούλχερ, ο οποίος ήταν παρών στη μάχη, οι Φατιμίδες έχασαν π. 5.000 άνδρες στη μάχη, συμπεριλαμβανομένου του στρατηγού τους Σαάντ αλ-Νταουλάχ. Ωστόσο, οι απώλειες των Σταυροφόρων ήταν επίσης βαριές, χάνοντας 80 ιππότες και μεγάλο αριθμό πεζικού. [3]
Οι συνέπειες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μάχη είχε σχεδόν αποβεί μοιραία για τους Σταυροφόρους, και ενώ οι επιζώντες των Φατιμιδών κατέφυγαν στην Ασκαλώνα, τα υπολείμματα της εμπροσθοφυλακής που είχε συντριβεί νωρίτερα στη μάχη κατέφυγαν στη Γιάφα. Τόσο μεγάλη ήταν η σύγχυση μετά τη μάχη, που περίπου 500 στρατεύματα των Φατιμιδών προέλασαν στα τείχη της Γιάφας, όπου οι επιζώντες της Λατινικής εμπροσθοφυλακής ενημέρωσαν τη σύζυγο του Βαλδουίνου Α΄, Άρντα, ότι ο βασιλιάς και όλοι οι άνδρες του ήταν νεκροί. Μία επιστολή στάλθηκε αμέσως βόρεια στην Αντιόχεια, για να ζητηθεί βοήθεια από τον Τανκρέδο, αντιβασιλιά της Αντιόχειας στη θέση του Βοημούνδου Α΄ της Αντιόχειας. Η Γιάφα δεν συνθηκολόγησε αμέσως, και όταν ο Βαλδουίνος Α΄ επέστρεψε νικητής την επόμενη ημέρα, οι υπόλοιπες αιγυπτιακές δυνάμεις διασκορπίστηκαν γρήγορα. [3] Ωστόσο η Ασκαλώνα παρέμεινε στα χέρια των Φατιμιδών, και ένας λάθος υπολογισμός θα αποδεικνυόταν πολύ δαπανηρός για τον Βαλδουίνο Α΄, όταν οι δύο πλευρές πολέμησαν ξανά στη Ράμλα τον επόμενο χρόνο (Β΄ μάχη της Ράμλα, 1102).
Ο στρατός των Φατιμιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι αιγυπτιακοί στρατοί της περιόδου βασίζονταν σε σώματα Σουδανών τοξοτών, που υποστηρίζονταν από Άραβες και Βέρβερους ιππείς. Δεδομένου ότι οι τοξότες ήταν πεζοί, και οι ιππείς περίμεναν επίθεση με λόγχες και σπαθιά, ένας αιγυπτιακός στρατός παρείχε ακριβώς το είδος του ακίνητου στόχου, στον οποίο το Φραγκικό βαρύ ιππικό διέπρεψε. Εκτός από την Γ΄ μάχη της Ράμλα το 1105, όταν ο Τογκτεκίν της Δαμασκού έστειλε ένα απόσπασμα Σελτζούκων για να βοηθήσει τους Αιγύπτιους, οι Φατιμίδες δεν χρησιμοποίησαν ιπποτοξότες.
Ενώ οι Σταυροφόροι ανέπτυξαν έναν σωστό σεβασμό για τις τακτικές παρενόχλησης και περικύκλωσης των Σελτζούκων ιπποτοξοτών, έτειναν να υποτιμούν την αποτελεσματικότητα των αιγυπτιακών στρατών. Αν και η υπερβολική αυτοπεποίθηση οδήγησε σε μία καταστροφή των Σταυροφόρων στη Β΄ μάχη της Ράμλα (1102), το πιο συχνό αποτέλεσμα ήταν μία ήττα των Φατιμιδών. «Οι Φράγκοι ποτέ, μέχρι τη βασιλεία του Σαλαντίν, δεν φοβήθηκαν τους Αιγύπτιους, όπως φοβόντουσαν τους στρατούς από τη Μουσουλμανική Συρία και Μεσοποταμία». [4]
Σημειώσεις και αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Verbruggen 1997, σελ. 10.
- ↑ Stevenson 1907, σελ. 39.
- 1 2 3 Thomas Asbridge (19 Ιανουαρίου 2012). The Crusades: The War for the Holy Land. Simon & Schuster. ISBN 978-1-84983-688-3.
- ↑ Smail 1995, σελ. 87.
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Brett, Michael (2019). «The battles of Ramla, 1099–1105». The Fatimids and Egypt. London and New York: Taylor & Francis. σελίδες 207–228. ISBN 978-1-138-35482-1.
- Dupuy, R. E.· Dupuy, T. N., επιμ. (1977). The Encyclopedia of Military History. New York: Harper & Row. ISBN 0-06-011139-9.
- Smail, R. C. (1995) [1956]. Crusading Warfare, 1097–1193. New York: Barnes & Noble Books. ISBN 1-56619-769-4.
- Stevenson, W (1907). The Crusaders in the East: a brief history of the wars of Islam with the Latins in Syria during the twelfth and thirteenth centuries. Cambridge University Press.
- Verbruggen, J.F. (1997) [1954]. De Krijgskunst in West-Europa in de Middeleeuwen, IXe tot begin XIVe eeuw [The Art of Warfare in Western Europe During the Middle Ages: From the Eighth Century to 1340]. Μτφρ. Willard, S. (2nd έκδοση). Suffolk: Boydell Press. ISBN 0-85115-630-4.