Μάχη της Μπόσρα
Η Μάχη της Μπόσρα διεξήχθη το 634 μ.Χ. μεταξύ τού στρατού τού χαλιφάτου Ρασιντούν και τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για την κατοχή τής πόλης Μπόσρα, στη Συρία. Η πόλη ήταν μία από τις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις των ισλαμικών δυνάμεων, και εκείνη την εποχή ήταν η πρωτεύουσα των Γασσανιδών, Αράβων υποτελών των Ρωμαίων. Η πολιορκία έλαβε χώρα μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου.
Ιστορικό και πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι περισσότερες παραδοσιακές ισλαμικές αναφορές τοποθετούν τη μάχη στο έτος 634, υπό τον χαλίφη Αμπού Μπακρ. Άλλες πηγές την τοποθετούν αργότερα, με τα χρονικά τού Θεοφάνη τού Ομολογητή να την τοποθετούν κατά τη διάρκεια της χαλιφείας τού Ουμάρ. Σύμφωνα με ισλαμικές αναφορές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται σε έργα του αλ-Μπαλαντουρί, τέσσερα σώματα υπό τούς Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα, Σουραχμπίλ ιμπν Χασάνα και Γιαζίντ ιμπν Αμπί Σουφιάν συγκεντρώθηκαν έξω από την πόλη. Μετά από μία μάχη πεδίου, στην οποία οι Ρωμαϊκές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μέσα στην πόλη, [1] ακολούθησε πολιορκία, με την πόλη να παραδίδεται, και να συμφωνεί να καταβάλλει τζίζια στο χαλιφάτο. [2]
Στη μάχη δόθηκε ιδιαίτερη σημασία σε μεταγενέστερα ισλαμικά έργα, συμπεριλαμβανομένου τού επικού θρύλου Futuh al-Sham, ο οποίος την παρουσιάζει ως το πρώτο Ρωμαϊκό κέντρο που κατακτήθηκε από Άραβες, και ως ένδειξη τής θεϊκής αποστολής τού Ισλάμ. [3]
Η μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ισλαμικές αναφορές αναφέρουν ότι ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ έφθασε στην πόλη τής Μπόσρα τον Ιούνιο τού 634, αφού κατέλαβε αρκετές συριακές πόλεις. Σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα, ο οποίος είχε ήδη καταλάβει την περιοχή Χαουράν, η οποία βρισκόταν βορειοανατολικά τού ποταμού Γιαρμούκ, έπρεπε να παραμείνει στη θέση του, μέχρι να φθάσει ο Χαλίντ στη Μπόσρα. Ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα είχε υπό τη διοίκησή του τρία σώματα στρατού μουσουλμάνων στρατιωτών - το δικό του, τού Γιαζίντ και του Σουραχμπίλ - αλλά δεν είχε δώσει μάχη, και δεν είχε καταλάβει κάποια πόλη. Η Μπόσρα, μία μεγάλη πόλη και πρωτεύουσα τού βασιλείου των Γασσανιδών, περιλάμβανε μία δύναμη Ρωμαίων και Χριστιανών Αράβων, υπό τη διοίκηση Ρωμαίων αξιωματικών.
Ενώ ο Χαλίντ βρισκόταν στην ανατολική Συρία, ο Αμπού Ουμπάιντα έμαθε ότι θα υπηρετούσε υπό τον Χαλίντ με την άφιξη τού τελευταίου. Μόλις έλαβε αυτά τα νέα, έστειλε τον Σουραχμπίλ με 4.000 άνδρες για να καταλάβουν τη Μπόσρα, η φρουρά τής οποίας υποχώρησε στην οχυρωμένη πόλη, μόλις εμφανίστηκαν οι στρατιώτες. Αυτή η φρουρά αποτελούνταν από 4.000 στρατιώτες, που όλοι περίμεναν ότι σύντομα θα έφθαναν περισσότερες ισλαμικές δυνάμεις, και ότι το απόσπασμα Σουραχμπίλ ήταν απλώς μία εμπροσθοφυλακή, και παρέμειναν εντός των τειχών τού φρουρίου. Ο Σουραχμπίλ στρατοπέδευσε στη δυτική πλευρά τής πόλης, και τοποθέτησε ομάδες των ανδρών του γύρω από το φρούριο.
Δύο ημέρες αργότερα, καθώς ο Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ ξεκίνησε την τελευταία ημέρα τής πορείας του προς τη Μπόσρα, η φρουρά τής Μπόσρα προήλασε προς τον μουσουλμανικό στρατό έξω από την πόλη. Ο Σουραχμπίλ και ο Ρωμαίος διοικητής είχαν συνομιλίες με τις δυνάμεις τους, που ήταν παραταγμένες για μάχη. Οι Μουσουλμάνοι πρόσφεραν τρεις επιλογές: Ισλάμ, φόρο υποτέλειας ή σπαθί. Όταν οι Ρωμαίοι επέλεξαν το σπαθί, στα μέσα τού πρωινού, ξεκίνησε η μάχη.
Για τις πρώτες ώρες, οι μάχες συνεχίστηκαν με σταθερό ρυθμό, χωρίς κάποια πλευρά να σημειώνει πρόοδο. Αλλά λίγο μετά το μεσημέρι, η ανώτερη δύναμη των Ρωμαίων έστρεψε τη μάχη υπέρ τους. Οι Ρωμαίοι μετακίνησαν δυνάμεις γύρω από και τα δύο πλευρά τού Σουραχμπίλ, και η ένταση των μαχών αυξήθηκε. Η διάθεση των στρατιωτών τού Σουραχμπίλ έγινε αυτοκτονική, καθώς ο πραγματικός κίνδυνος για τη θέση τους έγινε εμφανής, και πολέμησαν με αγριότητα για να αποφύγουν την περικύκλωση, η οποία φαινόταν να είναι ο στόχος των Ρωμαίων. Νωρίς το απόγευμα, οι Ρωμαϊκές πτέρυγες είχαν προχωρήσει πιο μπροστά, και η περικύκλωση τής δύναμης τού Σουραχμπίλ έγινε σχεδόν βέβαιη. Τότε, ξαφνικά, οι μαχητές αντιλήφθηκαν μία ισχυρή δύναμη ιππικού να καλπάζει προς το πεδίο τής μάχης από τα βορειοδυτικά.
Ο Χαλίντ βρισκόταν περίπου ένα μίλι μακριά από τη Μπόσρα, όταν άκουσε τούς ήχους τής μάχης. Αμέσως διέταξε τούς άνδρες να σταθμεύσουν με τα άλογα. Μόλις το ιππικό ήταν έτοιμο, το οδήγησε προς το πεδίο τής μάχης. Οι Ρωμαίοι υποχώρησαν αμέσως, μόλις αντιλήφθηκαν την άφιξη τού ιππικού. Οι Μουσουλμάνοι υπό τον Σουραχμπίλ άρχισαν να θεωρούν την άφιξη τού Χαλίντ ως θαύμα.
Το επόμενο πρωί, η Ρωμαϊκή φρουρά εξαπέλυσε άλλη μία επίθεση. Το σοκ τής άφιξης τού Χαλίντ την προηγούμενη ημέρα είχε πλέον υποχωρήσει, και βλέποντας ότι η συνδυασμένη δύναμη των Μουσουλμάνων ήταν περίπου η ίδια με τη δική τους, οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν ξανά, ελπίζοντας να νικήσουν τούς Μουσουλμάνους πριν προλάβουν να ξεκουραστούν μετά τη μακρά πορεία τους.
Οι δύο στρατοί σχηματίστηκαν για μάχη στην πεδιάδα έξω από την πόλη. Ο Χαλίντ διατήρησε το κέντρο τού στρατού των Ρασιντούν υπό τη διοίκησή του, διορίζοντας τον Ραφάι μπιν Ουμάιρ ως διοικητή τής δεξιάς πτέρυγας, και τον Ντιράαρ μπιν Αλ-Αζουάρ ως διοικητή τής αριστερής πτέρυγας. Μπροστά από το κέντρο, τοποθέτησε ένα λεπτό παραπέτασμα κάτω από τον Αμπντούρ-Ραχμάν μπιν Αμπού Μπακρ (γιο τοή χαλίφη Αμπού Μπακρ). Στην αρχή τής μάχης, ο Αμπντούρ-Ραχμάν μονομάχησε με τον διοικητή τού Ρωμαϊκού στρατού και τον νίκησε. Καθώς ο Ρωμαίος στρατηγός κατέφευγε στην ασφάλεια των φιλικών τάξεων, ο Χαλίντ εξαπέλυσε επίθεση σε όλο το μέτωπο. Για κάποιο χρονικό διάστημα οι Ρωμαίοι αντιστάθηκαν, ενώ οι διοικητές των μουσουλμανικών πτερύγων προκαλούσαν χάος στις αντίπαλες πτέρυγες.
Μετά από μερικές μάχες, ο Ρωμαϊκός στρατός διέκοψε την επαφή και υποχώρησε στο φρούριο. Εκείνη τη στιγμή, ο Χαλίντ πολεμούσε πεζός μπροστά στο κέντρο του. Καθώς γύρισε για να δώσει διαταγές για την έναρξη τής πολιορκίας, είδε έναν ιππέα να πλησιάζει μέσα από τις τάξεις των Μουσουλμάνων. Ήταν ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα, και μαζί του ήταν ένα κίτρινο λάβαρο, που πιστεύεται ότι ανήκε στον προφήτη Μωάμεθ στη Μάχη τού Χαϊμπάρ.
Οι Μουσουλμάνοι πολιόρκησαν τη Μπόσρα. Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές, για τα γεγονότα που ακολούθησαν. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο Ρωμαίος διοικητής έχασε την ελπίδα. Γνωρίζοντας ότι οι περισσότερες από τις διαθέσιμες εφεδρείες είχαν είτε μετακινηθεί, είτε μετακινούνταν προς το Ατζναταΐν, αμφέβαλλε για την άφιξη βοήθειας. Μετά από λίγες ημέρες αδράνειας, παρέδωσε το φρούριο. Ο μόνος όρος που έθεσε ο Χαλίντ μπιν Ουαλίντ στη Μπόσρα, ήταν η καταβολή τού φόρου υποτέλειας. Αυτή η παράδοση έλαβε χώρα στα μέσα Ιουλίου τού 634.
Οι συνέπειες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Χαλίντ μπιν Ουαλίντ έγραψε στον χαλίφη Αμπού Μπακρ, ενημερώνοντάς τον για την πρόοδο των επιχειρήσεων του από την είσοδό του στη Συρία, και έστειλε το ένα πέμπτο των λαφύρων που είχαν κερδηθεί τις προηγούμενες εβδομάδες. Μόλις που η Μπόσρα είχε παραδοθεί, όταν ένας πράκτορας που στάλθηκε από τον Σουραχμπίλ στην περιοχή τού Ατζνανταΐν επέστρεψε, για να ενημερώσει τούς Μουσουλμάνους, ότι η συγκέντρωση των Ρωμαϊκών λεγεώνων προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Σύντομα θα είχαν έναν τεράστιο στρατό αυτοκρατορικών στρατιωτών στο Ατζνανταΐν. Ο Χαλίντ μπιν Ουαλίντ διέταξε όλα τα μουσουλμανικά σώματα στη Συρία να συγκεντρωθούν στο Ατζνανταΐν, και νίκησε τον Ρωμαϊκό στρατό στη Μάχη τού Ατζνανταΐν.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Peterson, Leif Inge Ree (2013). Siege Warfare and Military Organization in the Successor States (400-800 AD). Brill. σελ. 643. ISBN 9789004254466.
- ↑ Donner, Fred (1982). The Early Islamic Conquests. Princeton University Press. σελ. 129. ISBN 9781400847877.
- ↑ Donner, Fred (1982). The Early Islamic Conquests. Princeton University Press. σελ. 143-145. ISBN 9781400847877.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Akram, A. I. (1970). The Sword of Allah: Khalid bin al-Waleed, His Life and Campaigns. Rawalpindi: National Publishing. ISBN 0-7101-0104-X. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Δεκεμβρίου 2004. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2006.
- Crawford, Peter (16 Σεπτεμβρίου 2014). The War of the Three Gods: Romans, Persians, and the Rise of Islam. Skyhorse Publishing. σελ. 110. ISBN 978-1629145129.