Μάχη της Βάλε Τζούλια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη της Βάλε Τζούλια
30vgiu5.gif
Χρονολογία1 Μαρτίου 1968
ΤόποςΡώμη, Ιταλία
ΑίτιαΚυβερνητικές μεταρρυθμίσεις
Πολιτικός ριζοσπαστιμός φοιτητών
Δραστηριότητα νεοφασιστών και ριζοσπαστικών αριστερών
ΣτόχοιΚατάληψη του πανεπιστημίου
ΈκβασηΚατάληψη κτηρίων, επακόλουθη επέμβαση της αστυνομίας, έκρηξη της βίας στους δρόμους
Αντιμαχόμενοι
Φοιτητές του πανεπιστημίου Σαπιέντσα Ρώμης
Αριστερές ομάδες
Αναρχικοί
Αστυνομία Ρώμης
Δυνάμεις
2.000-4.000
1.000
Απολογισμός
478 τραυματίες
272 συλληφθέντες
148 τραυματίες

Η μάχη της Βάλε Τζούλια (Battaglia di Valle Giulia) είναι το συμβατικό όνομα που δόθηκε σε μία σύγκρουση που έλαβε χώρα μεταξύ Ιταλών αριστερών αγωνιστών και της ιταλικής αστυνομίας στη Βάλε Τζούλια στη Ρώμη την 1η Μαρτίου του 1968. Αναφέρεται συχνά ως μία από τις πρώτες βίαιες συγκρούσεις που έγιναν στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των ταραχών του 1968.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γνωστό σύνθημα των αριστερών διαδηλωτών "Εργάτες-Αγρότες-Φοιτητές" βρήκε μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενσαρκώσεις του στην Ιταλία του 1968. Η ακαδημαϊκή χρονιά 1967-1968 ξεκίνησε με καταλήψεις πανεπιστημίων σε μια σειρά πόλεις (Ρώμη, Μιλάνο, Μπολόνια, Πίζα, Κάλιαρι κ.α.) με αιτήματα που αφορούσαν, αρχικά, τον αυταρχισμό της ανώτατης εκπαίδευσης και τις ελλείψεις κτιρίων και συγγραμμάτων. Σύντομα, όμως, οι κινητοποιήσεις πήραν πολιτικό χαρακτήρα, στρεφόμενες εναντίον της κυβέρνησης Άλντο Μόρο και της αμερικανικής πολιτικής στο Βιετνάμ. Προσπαθώντας να ανακτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων, η κυβέρνηση διέταξε την εκκένωση των κατειλημμένων σχολών από την αστυνομία. Το δίμηνο Φεβρουαρίου-Μαρτίου, εκτυλίχθηκαν σε διάφορες πόλεις σκηνές που παρέπεμπαν σε θέατρο του παραλόγου, καθώς εξαγριωμένοι φοιτητές πολιορκούσαν τις σχολές τους, οι οποίες τελούσαν υπό κατάληψη των καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στην ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος ήταν η "μάχη της Βάλε Τζούλια", στο κέντρο της Ρώμης, το διήμερο 29 Φεβρουαρίου-1 Μαρτίου.

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταραχές πυροδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια μαχητικής πορείας χιλιάδων φοιτητών, στις 29 Φεβρουαρίου. Βρίσκοντας τις σχολές τους αποκλεισμένες από ισχυρότατες δυνάμεις καταστολής, οι διαδηλωτές προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία, να σπάσουν τον κλοιό με πέτρες, αυγά και βόμβες Μολότοφ[1]. Την επόμενη ημέρα, πραγματοποιήθηκε νέα, μαζικότερη πορεία, η οποία σημαδεύτηκε από τα χειρότερα επεισόδια που γνώρισε η Αιώνια Πόλη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Λεηλασίες καταστημάτων και δημοσίων κτιρίων, πυρπολήσεις αυτοκινήτων και άγριες συμπλοκές, που είχαν ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό 450 περίπου φοιτητών και 150 αστυνομικών, ενώ 150 άτομα συνελήφθησαν. Στη συνέχεια, 3.000 διαδηλωτές κατευθύνθηκαν στην κατειλημμένη από τους αστυνομικούς Βίλα Μποργκέζε, όπου στεγαζόταν η Αρχιτεκτονική Σχολή. Επί τρεις ώρες, εξελίχθηκαν πραγματικές μάχες, καθώς οι διαδηλωτές ανέτρεψαν και πυρπόλησαν αστυνομικά αυτοκίνητα, έβαλαν φωτιά σε δέντρα, δημιούργησαν οδοφράγματα και προγεφυρώματα, για να εκδιώξουν τελικά τους αστυνομικούς.

Η συνέχεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις επόμενες μέρες οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητών αποφάσιαν επέκταση των καταλήψεων σε Μιλάνο, Τορίνο, Τεργέστη, Φλωρεντία, Παλέρμο, Κατάνια και Πάντοβα. Στο Μιλάνο, αριστεροί διαδηλωτές συγκρούστηκαν βίαια με νεοφασίστες, ενώ στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου κυμάτισε η σημαία το Βόρειου Βιετνάμ, που είχε αντικαταστήσει την ιταλική. Στις 7 Μαρτίου, ένα κύμα απεργιών με αιτήματα την αύξηση των μισθών αλλά και την παραίτηση της κυβέρνησης σάρωσε τη βόρεια Ιταλία.

Πολλές από αυτές τις απεργίες ήταν "άγριες", δηλαδή δεν ελέγχονταν από τις επίσημες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες των κομμουνιστών, των σοσιαλιστών και των καθολικών, αλλά πυροδοτήθηκαν από μικρούς πυρήνες αριστεριστών και από τις λεγόμενες Ενιαίες Επιτροπές Βάσης (CUB). Το κίνημα αυτό επηρεάστηκε σοβαρά από αριστερούς "εργατιστές" διανοούμενους, όπως οι Μάριο Τρόντι, Αντόνιο Νέγκρι, Ρανιέρο Παντσιέρι, ορισμένοι από τους οποίους πέρασαν αργότερα στο "αντάρτικο των πόλεων".

Στις 11 Μαρτίου, η κυβέρνηση Μόρο κατέρρευσε εκκωφαντικά, μεσούντος του απεργιακού κύματος, γεγονός πρωτοφανές στα μεταπολεμικά πολιτικά χρονιά της Δυτικής Ευρώπης.

Οι εκλογές για την ανάδειξη νέας κυβέρνησης ορίστηκαν για τις 19 Μαΐου, ενώ ο κίνδυνος να περιέλθει η πρωτοβουλία των εξελίξεων "στο πεζοδρόμιο" βρισκόταν προ των πυλών.

Σε μία επίδειξη δύναμης, η αστυνομία προχώρησε σε εκτεταμένες επιχειρήσεις ανακατάληψης των πανεπιστημιακών κτιρίων στη Ρώμη, το Μιλάνο και μια σειρά πόλεις, στο διάστημα από 15 έως 25 Μαρτίου. Αλλά η σκλήρυνση της στάσης του κράτους είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος, που αποτυπώθηκε στο συνέδριο της φοιτητικής ομοσπονδίας UGI, στο Ρίμινι, στις 28 Μαΐου, που υιοθέτησε "την θεματική της εργατικής εξουσίας, σαν την επαναστατική προοπτική μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης".

Οι διακηρύξεις αυτές βρήκαν πρακτική έκφραση στις κοινές εργατοφοιτητικές συνελεύσεις, που πήραν μορφή οργανωμένου πολιτικού κινήματος την επόμενη διετία. Στις 11 Φεβρουαρίου είχαν πραγματοποιήσει την πρώτη δυναμική είσοδό τους στο προσκήνιο της επικαιρότητας και οι αγρότες της Περούτζια, οι οποίοι εξαπέλυσαν δεκάδες χοίρους στο κέντρο της πόλης[2]. Τα κατατρομαγμένα τετράποδα αναζήτησαν καταφύγιο σε καφενεία και καταστήματα, γρυλίζοντας αδιάκοπα και ανατρέποντας ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους, με τους πελάτες να βγαίνουν πανικόβλητοι στους δρόμους και εκατοντάδες αστυνομικούς να κυνηγούν, ασθμαίνοντας και κάθιδροι, τους ακούσιους "ταραξίες". Τα πράγματα έγιναν πιο σοβαρά από τις 30 Μαρτίου, όταν στη χιονοστιβάδα των κινητοποιήσεων μπήκαν οι εργάτες της Φίατ εγκαινιάζοντας τη "strategia delle tabelle" -στρατηγική για τον έλεγχο των δεδομένων της παραγωγής. Η απεργία της Φίατ πήρε ιδιαίτερα άγρια μορφή, με προπηλακισμούς των επιστατών και πράξεις μαζικής τρομοκρατίας από την πλευρά των απεργών, οι οποίοι συγκρότησαν ένοπλες ομάδες περιφρούρησης και κατέφυγαν ακόμα και σε πυροβολισμούς απεργοσπαστών κάτω από τα γόνατα. Ακολούθησε μια αλυσίδα μεγάλων αναμετρήσεων από τις οποίες ξεχωρίζουν η απεργία της Ματζότο, που ξέσπασε στις 19 Απριλίου και εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση, με τη συμμετοχή μαθητών, φοιτητών και αγροτών των γύρω χωριών και η απεργία 15.000 εργατών στο πετροχημικό συγκρότημα του Πόρτο Μαργκέρα, που άρχισε στις 23 Ιουλίου. Η γενική συνέλευση των εργατών που πραγματοποιήθηκε και στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του φοιτητικού κινήματος, έκανε σημαία της το σύνθημα "5.000 λιρέτες για όλους", εγκαινιάζοντας το λεγόμενο "εξισωτικό κίνημα", που συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Βαρόμετρο του ιταλικού ριζοσπαστισμού είναι οι εκλογές της 19ης Μαΐου, όπου, παρά την πύρρεια νίκη των Χριστιανοδημοκρατών, το σοκ ήρθε από το εκπληκτικό ποσοστό του Κ.Κ.: με το 26,90% των ψήφων, οι κομμουνιστές βρέθηκαν στον προθάλαμο της εξουσίας σε μία από τις 7 μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες του δυτικού κόσμου[3]. Σ' ένα τέτοιο φόντο, δεν περίμενε κανείς ανέφελες μέρες για την χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση μειοψηφία του Τζοβάνι Λεόνε.

Πραγματικά, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού και πήραν μεγαλύτερες διαστάσεις από τις αρχές του φθινόπωρου, οπότε ξανάνοιξαν τα πανεπιστήμια. Στις 19 Νοεμβρίου, η κυβέρνηση Λεόνε αναγκάστηκε να παραιτηθεί, πυροδοτώντας την 29η πολιτική κρίση της Ιταλίας από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Την επομένη, η Ρώμη και άλλες μεγάλες πόλεις παρέλυσαν από μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, των εκπαιδευτικών και των δημοσίων υπαλλήλων, με ποσοστά συμμετοχής από 86% μέχρι 96%.

Η μεγάλη ανάφλεξη προκλήθηκε από τα αιματηρά γεγονότα έξω από την Άβολα της Σικελίας, στις 2 Δεκεμβρίου. Οι ακτήμονες αγρότες της περιοχής, που βρίσκονταν σε τραγική οικονομική κατάσταση, απέκλεισαν τους δρόμους που οδηγούσαν στο λιμάνι της Άβολα. Επί τόπου κατέφτασε ισχυρότατη δύναμη των καραμπινιέρων, ο διοικητής της οποίας διέταξε την "πάση θυσία" διάλυση του μπλόκου. Οι πάνοπλοι άνδρες του εξαπέλυσαν βροχή δακρυγόνων εναντίον των αγροτών, αλλά ο άνεμος άλλαξε ξαφνικά κατεύθυνση και το πυκνό σύννεφο των ασφυξιογόνων αερίων έπνιξε τελικά τους καραμπινιέρους. Οι διαδηλωτές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και κυνήγησαν τους δυσκίνητους καραμπινιέρους, όταν ο τοπικός διοικητής των οργάνων της τάξης διέταξε πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών. Δύο εργάτες γης έπεσαν νεκροί και δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν κατά την επιχείρηση "αποκατάστασης της τάξης". Σε χρόνο μηδέν, μια θάλασσα λαϊκής οργής έπνιξε τη Σικελία και απλώθηκε σε όλη την Ιταλία.

Στις 3 και στις 4 Δεκεμβρίου μία γενική απεργία παρέλυσε τη Σικελία, ενώ οδοφράγματα και μπλόκα εξαπλώθηκαν στις επαρχίες των Συρακουσών και της Κατάνης. Έντρομη η τοπική Βουλή αποφάσισε να μην οπλοφορούν στο εξής οι αστυνομικοί όταν αντιμετωπίζουν απεργούς ή διαδηλωτές. Στη Ρώμη κλιμακώθηκαν οι απεργίες, ενώ το Κολοσσαίο "πολιορκείτο" καθημερινά από μεγάλες, ειρηνικές πορείες φοιτητών και μαθητών. Άγριες συγκρούσεις μεταξύ εργατών και αστυνομίας, με δεκάδες τραυματίες και από τις δύο πλευρές, διαδραματίστηκαν στη Γένοβα και το Μιλάνο, στις 3 και τις 4 Δεκεμβρίου. Στο Μιλάνο, οι διαδηλωτές επιχείρησαν να καταλάβουν το τοπικό αρχηγείο της αστυνομίας, τραυματίζοντας 64 αστυνομικούς. Η εξουσία κυλούσε στην κυριολεξία στο πεζοδρόμιο παρά το γεγονός ότι κανένα από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν έλεγχε, ούτε καν ενθάρρυνε τις "στοιχειακές" δυνάμεις που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους. Ακόμα και το ιταλικό Κ.Κ. τάχθηκε κατά της "υστερικής εξάπλωσης των απεργιών" για να μην τρομάξει τους φιλήσυχους πολίτες, ελπίζοντας ότι θα εξαργύρωνε στις επόμενες εκλογές τη σώφρονα συμπεριφορά του στις ώρες της κρίσης. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εξαγριώσει τους απεργούς, που πολιορκούσαν τους ελεγχόμενους από το Κ.Κ. δήμους της Γένοβας και της Πίζας.

Για πρώτη (αλλά όχι και τελευταία) φορά, πάνοπλοι καραμπινιέροι περιφρουρούσαν "κόκκινους" δημάρχους και τοπικά γραφεία του Κ.Κ. από την οργή των εργατών. Προσπαθώντας να κρατήσουν επαφή με το ορμητικό εργατικό κίνημα, οι επίσημες εργατικές συνομοσπονδίες των κομμουνιστών, των σοσιαλιστών και των καθολικών, προκήρυξαν 24ωρη γενική απεργία σε όλη τη χώρα στις 5 Δεκεμβρίου, η οποία στέφθηκε από καθολική επιτυχία. Μια επιβλητική πορεία 50.000 εργατών και φοιτητών κατέκλυσε το κέντρο της Ρώμης, όπου κυριάρχησαν οι κόκκινες σημαίες με τα σφυροδρέπανα και τα πορτρέτα των Βλαντίμιρ Λένιν, Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Χο Τσι Μιν και Μάο Τσετούνγκ. Το κύμα του ριζοσπαστισμού διαπέρασε όλη την κοινωνική ζωή της χώρας και αποτυπώθηκε σε πολλά έργα τέχνης με χαρακτηριστικό το έργο του Ρενάτο Γκουτούζο για τον Ιταλικό Μάη.

Εξεγερμένοι εργάτες και φοιτητές πολιόρκησαν στις 7 Δεκεμβρίου τη Σκάλα του Μιλάνου, προειδοποιώντας τη "διεφθαρμένη μπουρζουαζία" να μην διανοηθεί να προσέλθει στην πρεμιέρα με τις προκλητικές τουαλέτες επ' απειλή "μπουγελώματος". Οι ελάχιστοι που δεν πήραν σοβαρά τις προειδοποιήσεις τους, όπως η πλουσιότατη κυρία Μαρία Φοσάτι, μετάνιωσαν για την "τόλμη" τους.

Στις 9 Δεκεμβρίου σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Μαριάνο Ρουμόρ, αλλά οι ελπίδες για σύντομη εκτόνωση της κρίσης αποδείχθηκαν φρούδες: στις 10 Δεκεμβρίου, το κέντρο της Γένοβας μετατράπηκε σε πεδίο μάχη μεταξύ εργατών, φοιτητών και αστυνομικών, με δεκάδες τραυματίες ένθες και κακείθεν, ενώ την ίδια μέρα ήρθε η σειρά της Σαρδηνίας να παραλύσει από γενική απεργία.

Το απεργιακό κύμα συνεχίστηκε όλο το μήνα και οι παραμονές των Χριστουγέννων βρήκαν την ιταλική πρωτεύουσα σε χαώδη κατάσταση με τα μαγαζιά νεκρωμένα από την απεργία των εμποροϋπαλλήλων, τους ιδιοκτήτες των σούπερ μάρκετ να θρηνούν ζημιές δισεκατομμυρίων λιρετών και το κέντρο της πόλης σε απερίγραπτο κομφούζιο, λόγω της απεργίας των εργαζομένων στα μέσα μεταφοράς[4].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nicola Rao, La fiamma e la celtica, σελ. 125-126, Sperling & Kupfer (2006) ISBN 978-88-200-4193-9
  2. Το χρονικό του 1968 Το Βήμα
  3. Archivo Storico Delle Elezioni - Camera Del 19 Maggio 1968 Ministero Dell'Interno
  4. Η Ιταλία στα πρόθυρα εξέγερσης, Ιστορικό Λεύκωμα 1968, σελ. 106-111, Καθημερινή (1998)