Μάχη της Ασκαλώνος

Η Μάχη της Ασκαλώνος έλαβε χώρα στις 12 Αυγούστου 1099, λίγο μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ. Συχνά θεωρείται η τελευταία ενέργεια της Α΄ Σταυροφορίας, [1] όπου ο στρατός των Σταυροφόρων με επικεφαλής τον Γοδεφρείδο του Μπουγιόν νίκησε και έδιωξε έναν στρατό των Φατιμιδών της Αιγύπτου. [2]
Οι Σταυροφόροι ολοκλήρωσαν τον πρωταρχικό τους στόχο, την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, στις 15 Ιουλίου 1099. Στις αρχές Αυγούστου, έμαθαν για την προσέγγιση ενός στρατού 20.000 των Φατιμιδών υπό τον βεζίρη αλ-Αφντάλ Σαχανσάχ. Υπό τη διοίκηση του Γοδεφρείδου, ο στρατός των Σταυροφόρων που αριθμούσε 10.200 άτομα, επιτέθηκε, αφήνοντας την Ιερουσαλήμ στις 10 Αυγούστου, για να προστατεύσει το νεοσύστατο βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Οι Σταυροφόροι βάδισαν ξυπόλητοι, κουβαλώντας μαζί τους το τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού, συνοδευόμενοι από τον πατριάρχη Αρνούλφο του Σοκ . Ο στρατός βάδισε νότια από την Ιερουσαλήμ, πλησιάζοντας στην περιοχή της Ασκαλώνος στις 11 Αυγούστου, και συλλαμβάνοντας Αιγύπτιους κατασκόπους που αποκάλυψαν τις διαθέσεις και τη δύναμη του αλ-Αφντάλ. (Η απόσταση από την Ιερουσαλήμ έως την Ασκαλώνα είναι περίπου 77 χλμ).
Την αυγή της 12ης Αυγούστου, ο στρατός των Σταυροφόρων εξαπέλυσε μία αιφνιδιαστική επίθεση στον στρατό των Φατιμιδών, που κοιμόταν ακόμη στο στρατόπεδό του έξω από τα αμυντικά τείχη της Ασκαλώνος. Οι Αιγύπτιοι δεν είχαν τοποθετήσει αρκετές φρουρές, αφήνοντας μόνο ένα μέρος τού στρατού τους ικανό για μάχη. Οι Σταυροφόροι νίκησαν γρήγορα το μισοέτοιμο πεζικό των Φατιμιδών, ενώ το ιππικό των Φατιμιδών είχε μικρή συμβολή στις μάχες. Η μάχη τελείωσε σε λιγότερο από μία ώρα. Οι Σταυροφόροι ιππότες έφθασαν στο κέντρο του στρατοπέδου, αρπάζοντας το λάβαρο και τις προσωπικές αποσκευές του βεζίρη, συμπεριλαμβανομένου του σπαθιού του. Μερικοί Αιγύπτιοι κατέφυγαν στα δένδρα και σκοτώθηκαν από βέλη και λόγχες των Σταυροφόρων, ενώ άλλοι ζήτησαν έλεος στα πόδια των Σταυροφόρων και σφαγιάστηκαν μαζικά. Ο τρομοκρατημένος βεζίρης έφυγε με πλοίο στην Αίγυπτο, αφήνοντας τους Σταυροφόρους να σκοτώσουν τυχόν επιζώντες, και να συγκεντρώσουν μία τεράστια ποσότητα λαφύρων. Ο σύγχρονος ιστορικός Ιμπν αλ-Καλανισί εκτιμά 12.700 νεκρούς του στρατού των Φατιμιδών , και αναφέρει ότι όλοι οι Μουσουλμάνοι που είχαν τα μέσα να το κάνουν, επέλεξαν να μεταναστεύσουν. [3]
Η πρώτη μουσουλμανική προσπάθεια ανακατάληψης της Ιερουσαλήμ κατέληξε σε ολοκληρωτική ήττα, αλλά ο Γοδεφρείδος απέτυχε να εκμεταλλευτεί τη νίκη και να καταλάβει την Ασκαλώνα, της οποίας η φρουρά των Φατιμιδών ήταν πρόθυμη να παραδοθεί μόνο στον Ραϋμόνδο Δ΄ της Τουλούζης, έναν όρο που ο Γοδεφρείδος δεν δεχόταν. Η βάση των Φατιμιδών στην Ασκαλώνα παρέμεινε αγκάθι στο πλευρό του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, μέχρι την πολιορκία της Ασκαλώνος το 1153.
Οι συνθήκες της εποχής
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1097 οι Φατιμίδες της Αιγύπτου επιδίωξαν μία συμφωνία με τους Σταυροφόρους, για να πολεμήσουν εναντίον της αυτοκρατορίας των Σελτζούκων στη Συρία. Οι Φατιμίδες κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ από τους Σελτζούκους το 1098. [4] Οι Σταυροφόροι είχαν διαπραγματευτεί με τους Φατιμίδες κατά τη διάρκεια τής πορείας τους προς την Ιερουσαλήμ, αλλά δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί ικανοποιητικός συμβιβασμός—οι Φατιμίδες ήταν πρόθυμοι να παραχωρήσουν τον έλεγχο της Συρίας, αλλά όχι της Παλαιστίνης, αλλά αυτό ήταν απαράδεκτο για τους Σταυροφόρους, των οποίων ο στόχος ήταν η εκκλησία του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ. Οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ από τους Φατιμίδες στις 15 Ιουλίου 1099 μετά από μία μακρά πολιορκία, και αμέσως έμαθαν ότι ένας στρατός των Φατιμιδών ήταν καθ' οδόν για να τους πολιορκήσει. [5]
Οι Σταυροφόροι έδρασαν γρήγορα. Ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν ονομάστηκε Υπερασπιστής του Παναγίου Τάφου (αντί βασιλιάς) στις 22 Ιουλίου, και ο Αρνούλφος του Σοκ ονομάστηκε πατριάρχης Ιεροσολύμων την 1η Αυγούστου. Στις 5 Αυγούστου, ο Αρνούλφος ανακάλυψε ένα τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού. Φατιμίδες πρέσβεις έφθασαν για να διατάξουν τους Σταυροφόρους να εγκαταλείψουν την Ιερουσαλήμ, αλλά αγνοήθηκαν. Στις 10 Αυγούστου ο Γοδεφρείδος οδήγησε τους υπόλοιπους Σταυροφόρους έξω από την Ιερουσαλήμ προς την Ασκαλώνα, μία ημέρα μακριά, ενώ ο Πέτρος ο Ερημίτης οδήγησε τόσο τον Καθολικό όσο και τον Ελληνορθόδοξο κλήρο σε προσευχές, και μία πομπή από τον Πανάγιο Τάφο στον Ναό. Ο Ροβέρτος Β΄ της Φλάνδρας και ο Αρνούλφος συνόδευσαν τον Γοδεφρείδο, αλλά ο Ραϋμόνδος Δ΄ της Τουλούζης και ο Ροβέρτος Β΄ της Νορμανδίας έμειναν πίσω, είτε λόγω διαμάχης με τον Γοδεφρείδο, είτε επειδή προτιμούσαν να ακούσουν για τον αιγυπτιακό στρατό από τους δικούς τους ανιχνευτές. Όταν επιβεβαιώθηκε η αιγυπτιακή παρουσία, βάδισαν και αυτοί την επόμενη ημέρα. Κοντά στη Ράμλα, συνάντησαν τον Τανκρέδο και τον αδελφό τού Γοδεφρείδου, τον Ευστάθιο Γ΄, οι οποίοι είχαν φύγει για να καταλάβουν τη Ναμπλούς ενωρίτερα τον ίδιο μήνα. Επικεφαλής του στρατού, ο Αρνούλφος μετέφερε το τεμάχιο του Σταυρού, ενώ ο Ραϋμόνδος του Αγκιλέρ μετέφερε το τεμάχιο της Αγίας Λόγχης, που είχε ανακαλυφθεί στην Αντιόχεια τον προηγούμενο χρόνο. [6]
Η μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Φατιμίδες είχαν επικεφαλής τον βεζίρη αλ-Αφντάλ Σαχανσάχ, ο οποίος διοικούσε ίσως έως και 20.000 στρατιώτες (άλλες εκτιμήσεις περιλαμβάνουν τους υπερβολικούς 200.000 της Gesta Francorum). Ο στρατός του αποτελούνταν από Σελτζούκους, Άραβες, Πέρσες, Αρμένιους, Κούρδους και Αιθίοπες. Σκόπευε να πολιορκήσει τους Σταυροφόρους στην Ιερουσαλήμ, αν και δεν είχε φέρει μαζί του πολιορκητικά μηχανήματα. Ωστόσο είχε στόλο, ο οποίος συγκεντρωνόταν επίσης στο λιμάνι της Ασκαλώνος. Ο ακριβής αριθμός των Σταυροφόρων είναι άγνωστος, αλλά ο αριθμός που δίνεται από τον Ραϋμόνδο του Αγκιλέρ είναι 1.200 ιππότες και 9.000 πεζοί. Η υψηλότερη εκτίμηση είναι 20.000 άνδρες, αλλά αυτό είναι σίγουρα αδύνατο σε αυτό το στάδιο της σταυροφορίας. Ο αλ-Αφντάλ στρατοπέδευσε στην πεδιάδα του αλ-Ματζντάλ σε μία κοιλάδα έξω από την Ασκαλώνα, ετοιμαζόμενος να συνεχίσει προς την Ιερουσαλήμ και να πολιορκήσει τους Σταυροφόρους εκεί, προφανώς αγνοώντας ότι οι Σταυροφόροι είχαν ήδη φύγει για να τον συναντήσουν. Στις 11 Αυγούστου οι Σταυροφόροι βρήκαν βόδια, πρόβατα, καμήλες και κατσίκες, συγκεντρωμένα για να θρέψουν το στρατόπεδο των Φατιμιδών, να βόσκουν έξω από την πόλη. Σύμφωνα με αιχμαλώτους που πήρε ο Τανκρέδος σε μία αψιμαχία κοντά στη Ράμλα, τα ζώα ήταν εκεί για να ενθαρρύνουν τους Σταυροφόρους να διασκορπιστούν και να λεηλατήσουν τη γη, διευκολύνοντας την επίθεση των Φατιμιδών. Αυτά τα ζώα βάδισαν μαζί τους το επόμενο πρωί, υπερβάλλοντας την εμφάνιση τού στρατού τους. [6]
Το πρωί της 12ης Αυγούστου,, οι Σταυροφόροι ανιχνευτές ανέφεραν την τοποθεσία τού στρατοπέδου των Φατιμιδών, και ο στρατός βάδισε προς αυτό. Κατά τη διάρκεια της πορείας, οι Σταυροφόροι είχαν οργανωθεί σε εννέα μεραρχίες: ο Γοδεφρείδος ηγούνταν της αριστερής πτέρυγας, ο Ραϋμόνδος της δεξιάς, και οι Τανκρέδος, Ευστάθιος, Ροβέρτος της Νορμανδίας και Γκαστόν Δ΄ του Μπεάρν αποτελούσαν το κέντρο. Χωρίστηκαν περαιτέρω σε δύο μικρότερες μεραρχίες, και μία μεραρχία πεζικάριων βάδιζε μπροστά από την καθεμία. Αυτή η διάταξη χρησιμοποιήθηκε επίσης ως γραμμή μάχης έξω από την Ασκαλώνα, με το κέντρο τού στρατού να βρίσκεται ανάμεσα στην "Πύλη της Ιερουσαλήμ" και ¨την "Πύλη της Γιάφας", το δεξί ευθυγραμμισμένο με τις ακτές της Μεσογείου και το αριστερό στραμμένο προς την "Πύλη της Γιάφας". [6]
Σύμφωνα με τις περισσότερες αναφορές (τόσο Σταυροφόρων, όσο και Μουσουλμάνων), οι Φατιμίδες πιάστηκαν απροετοίμαστοι, και η μάχη ήταν σύντομη, αλλά ο Αλβέρτος του Αιξ αναφέρει, ότι η μάχη συνεχίστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα, με έναν αρκετά καλά προετοιμασμένο αιγυπτιακό στρατό. Οι δύο κύριες γραμμές μάχης πολέμησαν η μία την άλλη με βέλη, μέχρι που έφθασαν αρκετά κοντά για να πολεμήσουν σώμα με σώμα, με δόρατα και άλλα αγχέμαχα όπλα. Οι Αιθίοπες επιτέθηκαν στο κέντρο της γραμμής των Σταυροφόρων, και η εμπροσθοφυλακή των Φατιμιδών κατάφερε να υπερκεράσει τους Σταυροφόρους και να περικυκλώσει την οπισθοφυλακή τους, μέχρι που έφθασε ο Γοδεφρείδος για να τους σώσει. Παρά την αριθμητική του υπεροχή, ο στρατός του αλ-Αφντάλ δεν ήταν τόσο ισχυρός ή επικίνδυνος, όσο οι στρατοί των Σελτζούκων που είχαν αντιμετωπίσει οι Σταυροφόροι στο παρελθόν. Η μάχη φαίνεται να είχε τελειώσει, πριν το βαρύ ιππικό των Φατιμιδών ετοιμαστεί να ενταχθεί σε αυτόν. Ο αλ-Αφντάλ και τα πανικόβλητα στρατεύματά του τράπηκαν σε φυγή, προς την ασφάλεια της οχυρωμένης πόλης. Ο Ραϋμόνδος κυνήγησε μερικούς από αυτούς στη θάλασσα, άλλοι σκαρφάλωσαν σε δέντρα και σκοτώθηκαν με βέλη, ενώ άλλοι συντρίφθηκαν στην υποχώρηση προς τις πύλες της Ασκαλώνος. Ο Αλ-Αφντάλ άφησε πίσω το στρατόπεδό του και τούς θησαυρούς του, οι οποίοι καταλήφθηκαν από τον Ροβέρτο και τον Τανκρέδο. Οι απώλειες των Σταυροφόρων είναι άγνωστες, αλλά οι Αιγύπτιοι έχασαν 10.000 πεζούς και 2.700 κάτοικοι της Ασκαλώνος, συμπεριλαμβανομένων των πολιτοφυλάκων, σκοτώθηκαν. [7] [8]
- Μάχη της Ασκαλώνος, 12 Αυγούστου 1099, λάδι σε καμβά του Προσπέρ Λαφαγιέ, 1841, στο Salles des Croisades, Ανάκτορο των Βερσαλλιών
- Godefroy de Bouillon dépose dans l'église du Saint-Sépulcre les trophées d'Ascalon, août 1099, λάδι σε καμβά του Φρανσουά-Μαριύ Γκρανέ (1839) στο Salles des Croisades, Ανάκτορο των Βερσαλλιών
- Μάχη της Ασκαλώνος (χαρακτική του Σ. Γ. Σαρπ, βασισμένη σε ομώνυμο πίνακα του Γκυστάβ Ντορέ)
Οι συνέπειες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Σταυροφόροι πέρασαν τη νύχτα στο εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο, προετοιμαζόμενοι για μία νέα επίθεση, αλλά το πρωί έμαθαν ότι οι Φατιμίδες υποχωρούσαν στην Αίγυπτο. Ο Αλ-Αφντάλ έφυγε τρέχοντας με πλοίο. Πήραν όσο το δυνατόν περισσότερα λάφυρα, συμπεριλαμβανομένου του λαβάρου και της προσωπικής σκηνής του αλ-Αφντάλ, και έκαψαν τα υπόλοιπα. Επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ στις 13 Αυγούστου, και μετά από πολλούς εορτασμούς, ο Γοδεφρείδος και ο Ραϋμόνδος διεκδίκησαν και οι δύο την Ασκαλώνα. Όταν η φρουρά έμαθε για τη διαμάχη, αρνήθηκε να παραδοθεί. Μετά τη μάχη, σχεδόν όλοι οι εναπομείναντες Σταυροφόροι επέστρεψαν στα σπίτια τους στην Ευρώπη, αφού είχαν εκπληρώσει τους όρκους προσκυνήματος. Υπήρχαν ίσως μόνο μερικές εκατοντάδες ιππότες, που είχαν απομείνει στην Ιερουσαλήμ μέχρι το τέλος του έτους, αλλά σταδιακά ενισχύθηκαν από νέους Σταυροφόρους, εμπνευσμένους από την επιτυχία της Α΄ Σταυροφορίας. [9]
Αν και η μάχη της Ασκαλώνος ήταν μία νίκη των Σταυροφόρων, η πόλη παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Φατιμιδών και τελικά επανατοποθετήθηκε σε φρουρά. Έγινε η βάση των επιχειρήσεων για τις εισβολές στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ κάθε χρόνο στη συνέχεια, και πολυάριθμες μάχες δόθηκαν εκεί τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1153, όταν τελικά καταλήφθηκε από τους Σταυροφόρους στην Πολιορκία της Ασκαλώνος. [9]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Battle of Ascalon Military.com». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2012.
- ↑ Mulinder 2006, σελ. 113.
- ↑ Kedar 1985, σελ. 150.
- ↑ Rogers 2010.
- ↑ France 1997, σελ. 358.
- 1 2 3 France 1997, σελ. 361.
- ↑ France 1997, σελ. 360.
- ↑ France 1997, σελ. 364.
- 1 2 France 1997, σελ. 365.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Albert of Aix, Historia Hierosolymitana
- Asbridge, Thomas S. (2004). The First Crusade: A New History (στα Αγγλικά). Oxford University Press. ISBN 978-0-7432-2084-2.
- Brett, Michael (2019). «The battles of Ramla, 1099–1105». The Fatimids and Egypt. London and New York: Taylor & Francis. σελίδες 207–228. ISBN 978-1-138-35482-1.
- Fulcher of Chartres, Historia Hierosolymitana
- France, John (1997). Victory in the East: A Military History of the First Crusade
. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-58987-1. - Gesta Francorum
- Hans E. Mayer, The Crusades. Oxford, 1965.
- Kedar, Benjamin Z. (1985). «Subjected Muslims of the Frankish Levant». Στο: Powell, James M., επιμ. Muslims under Latin Rule, 1100–1300. Princeton: Princeton University Press.
- Mulinder, Alec (2006). «Ascalon, Battle of (1099)». The Crusades – An Encyclopedia.
- Raymond of Aguilers, Historia francorum qui ceperunt Jerusalem
- Jonathan Riley-Smith, The First Crusade and the Idea of Crusading. Philadelphia, 1999.
- Rogers, Clifford, επιμ. (2010). «Ascalon, Battle of» (στα αγγλικά). The Oxford Encyclopedia of Medieval Warfare and Military Technology (1 έκδοση). Oxford University Press. doi:. ISBN 978-0-19-533403-6.
- Steven Runciman, The First Crusaders, 1095–1131. Cambridge University Press, 1951.
- Setton, Kenneth M.· Baldwin, Marshall W., επιμ. (1969). A History of the Crusades, Volume I: The First Hundred Years (Second έκδοση). Μάντισον, Μιλγουόκι και Λονδίνο: University of Wisconsin Press. ISBN 0-299-04834-9. Unknown parameter
|orig-date=ignored (βοήθεια) - Tyerman, Christopher (2006). God's War: A New History of the Crusades. Harvard University Press. ISBN 978-0-674-03070-1.
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Theotokis, Georgios (2013). "The square fighting march of the Crusaders at the battle of Ascalon (1099)". Journal of Medieval Military History. 11: 57–71.