Μάλμπορκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάλμπορκ
Malbork 1.jpg
Άποψη του Τευτονικού Κάστρου του Μάλμπορκ.

Σημαία της πόλης Έμβλημα της πόλης
Μάλμπορκ στον χάρτη: Πολωνία
Μάλμπορκ

Χώρα Flag of Poland.svg Πολωνία
Περιφέρεια: Πομερανία
Δήμαρχος Αντρζέι Ριχλόβσκι
Πληθυσμός 38.478
Έκταση 17,15 χμ²
Υψόμετρο 6-30 μ
Ζώνη ώρας UTC+1, Θερινή UTC+2
Δικτυακός τόπος http://www.malbork.pl

Συντεταγμένες: 54°02′0″N 19°03′0″E / 54.03333°N 19.05000°E / 54.03333; 19.05000 Το Μάλμπορκ [ˈmalbɔrk] ( ακούστε) (γερμανικά: Marienburg (Ltspkr.png ακούστε), Λατινικά: Civitas Beatae Virginis) είναι πόλη στην βόρεια Πολωνία στην περιοχή Ζούλαβυ (δέλτα του Βιστούλα), η οποία μετρά 38.478 κατοίκους (2006). Υπαγόμενο στο Βοϊβοδάτο της Πομερανίας από το 1999, παλαιότερα υπαγόταν στο Βοϊβοδάτο του Έλμπλαγκ (1975–1998). Αποτελεί πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού.

Ιδρυμένη κατά τον 13ο αιώνα από τους Ιππότες του Τευτονικού Τάγματος, η πόλη είναι ιδιαιτέρως γνωστή για το μεσαιωνικό της κάστρο, χτισμένο κατά τον 13ο αιώνα ως έδρα του Τάγματος σε μια περιοχή που αργότερα έγινε γνωστή ως Ανατολική Πρωσία.

Ιστορία του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Καζίμιρ Δ΄ Γιαγκελόν στο Μάλμπορκ.
Το Κάστρο του Μαρίενμπουργκ όπως φαίνεται από τον Ποταμό Νόγκατ.

Η πόλη χτίστηκε στην Πρωσία γύρω από το φρούριο του Όρντενσμπουργκ Μαρίενμπουργκ το οποίο κατασκευάστηκε το 1274 στην ανατολική όχθη του ποταμού Νόγκατ από τους Τεύτονες Ιππότες. Τόσο το κάστρο όσο και η πόλη (ονομάστηκαν Μαρίενμπουργκ στα γερμανικά και Μάλμποργκ ή Μάλμπορκ στα πολωνικά) έλαβαν την ονομασία τους από τον Άγιο προστάτη τους, την Παρθένο Μαρία. Το οχυρωμένο αυτό κάστρο αποτέλεσε έδρα του Τευτονικού Τάγματος και το μεγαλύτερο γοτθικό φρούριο στην Ευρώπη. Κατά την διάρκεια του Δεκατριετούς Πολέμου, το κάστρο του Μαρίενμπουργκ παραχωρήθηκε από το Τευτονικό Τάγμα στους αυτοκρατορικούς του στρατιώτες από την Βοημία. Πώλησαν το κάστρο το 1457 στον Βασιλιά Καζίμιρ Δ΄ της Πολωνίας ως πολεμική αποζημίωση.[1][2]

Υπό συνεχιζόμενη κατασκευή για περίπου 230 χρόνια, το αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα του κάστρου αποτελείται ουσιαστικά από τρία διαφορετικά κάστρα τα οποία έχουν ενοποιηθεί μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός μεσαιωνικού φρουρίου, αποτελεί το μεγαλύτερο στον κόσμο κάστρο χτισμένο από τούβλα και ένα από τα εντυπωσιακότερα του είδους του στην Ευρώπη. Το κάστρο βρισκόταν υπό διαδικασία αναπαλαίωσης από τους Γερμανούς όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην διάρκεια του πολέμου, το κάστρο καταστράφηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%. Η ανακαίνισή του συνεχίζεται από την περίοδο μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο, ο κύριος Καθεδρικός Ναός του κάστρου, του οποίου η ανακαίνιση είχε ολοκληρωθεί λίγο πριν το πόλεμο και ο οποίος είχε καταστραφεί ολοσχερώς στην διάρκεια του πολέμου, παραμένει ερειπωμένος. Το κάστρο και το μουσείο του περιλαμβάνονται στην Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Ιστορία της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη του Μαρίενμπουργκ αναπτύχθηκε ευρισκόμενη πλησίον του κάστρου. Ο ποταμός Νόγκατ και το επίπεδο έδαφος επέτρεπαν την εύκολη πρόσβαση για τις μάουνες, σε μια τοποθεσία με απόσταση περίπου εκατό χιλιομέτρων από την θάλασσα. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης της Πρωσίας από τους Τεύτονες Ιππότες, οι τελευταίοι προχώρησαν στην επιβολή δασμών για την κίνηση στο ποτάμι, ενώ, ταυτόχρονα, επέβαλαν ένα μονοπωλιακό καθεστώς στο εμπόριο του κεχριμπαριού. Η πόλη αργότερα έγινε μέλος της Χανσεατικής Ένωσης, ενώ αριθμός συγκεντρώσεων της Ένωσης έλαβαν χώρα στην πόλη.

Το Τευτονικό Τάγμα, αισθητά αποδυναμωμένο από την ήττα του από τους Πολωνούς και τους Λιθουανούς, πούλησε το κάστρο και το 1457 μετέφερε την έδρα του στο Καίνιγκσμπεργκ (σημερινό Καλίνινγκραντ της Ρωσίας). Η πόλη του Μαρίενμπουργκ, υπό τον Δήμαρχο Μπαρτολομέους Μπλούμε και άλλους τοπικούς άρχοντες, αντιστάθηκε στους Πολωνούς για διάστημα ακόμη τριών ετών. Όταν οι Πολωνοί τελικώς απέκτησαν τον έλεγχο της πόλης, ο Μπλούμε απαγχονίστηκε και στη συνέχεια διαμελίστηκε, ενώ δεκατέσσερις αξιωματούχοι και τρεις εναπομείναντες Τεύτονες Ιππότες πετάχτηκαν στα μπουντρούμια, όπου και βρήκαν φρικτό τέλος.[1] Ένα μνημείο προς τιμήν του Μπλούμε ανεγέρθηκε το 1864.[3]

Η πόλη έγινε τμήμα της πολωνικής επαρχίας της Βασιλικής Πρωσίας μετά την Δεύτερη Ειρήνη του Τορν (1466).[4] Προσαρτήθηκε από το Βασίλειο της Πρωσίας κατά τον Πρώτο Διαμοιρασμό της Πολωνίας το 1772 και αποτέλεσε τμήμα της Επαρχίας της Δυτικής Πρωσίας το αμέσως επόμενο έτος, η οποία εντάχθηκε στη νεοϊδρυθείσα Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871.

Το Μαρίενμπουργκ εντός της Δυτικής Πρωσίας, από χάρτη του 1896

Κατόπιν των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κάτοικοι ερωτήθηκαν σε ένα δημοψήφισμα που έλαβε χώρα στις 11 Ιουλίου του 1920, εάν να επιθυμούσαν να παραμείνουν εντός της Γερμανίας ή να ενταχθούν στην προσφάτως επανιδρυθείσα Πολωνία. Στην πόλη του Μαρίενμπουργκ, 9.641 ψήφοι ήσαν υπέρ της Γερμανίας, ενώ 165 υπέρ της Πολωνίας.[5] Ως αποτέλεσμα, το Μαρίενμπουργκ συμπεριλήφθηκε στο Regierungsbezirk Marienwerder εντός της Γερμανικής Επαρχίας της Ανατολικής Πρωσίας.

Η πόλη δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από οικονομική κρίση που ακολούθησε το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έπειτα από μία σύντομη ανάκαμψη στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 έγινε ιδιαιτέρως αισθητή στην Ανατολική Πρωσία. Τον Ιανουάριο του 1933, ο Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα ανήλθαν στην εξουσία και ξεκίνησαν άμεσα διαδικασία εξουδετέρωσης των πολιτικών τους αντιπάλων, σε σημείο που στις τελευταίες ημιελεύθερες εκλογές του Μαρτίου του 1933, 54 εκ των ψήφων του Μαρίενμπουργκ πήγαν στο Ναζιστικό Κόμμα.[6]). Μετά την Γερμανική εισβολή στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, οι ηγέτες της πολωνικής μειονότητας συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το 94th Bomb Group B-17 Flying Fortress βάλλοντας κατά του εργοστασίου της βιομηχανίας Focke-Wulf όπως περιγράφεται.
Ένα συντριβάνι στο Μάλμπορκ

Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ένα εργοστάσιο κατασκευής αεροσκαφών της Focke-Wulf ανεγέρθηκε στην θέση ενός αεροδρομίου το οποίο βρισκόταν στα ανατολικά του Μαρίενμπουργκ. Βομβαρδίστηκε συνολικά δύο φορές από την Αμερικανική Αεροπορία το 1943 και το 1944. Σήμερα, το αεροδρόμιο αυτό ανήκει στην 22η Αεροπορική Βάση της Πολωνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Προς το τέλος του πολέμου, η πόλη χαρακτηρίστηκε ως Festung (φρούριο) και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της διέφυγε ή εκτοπίστηκε, ωστόσο περίπου 4.000 κάτοικοι παρέμειναν στην πόλη. Στις αρχές του 1945, στο Μαρίενμπουργκ έλαβαν χώρα σφοδρές συγκρούσεις με τον Κόκκινο Στρατό και η πόλη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Η μάχη διήρκεσε μέχρι τον Μάρτιο του 1945,[7] και μετά την στρατιωτική νίκη του Κόκκινου Στρατού, ο εναπομείνας αστικός πληθυσμός αφανίστηκε, ενώ 1.840 κάτοικοι παρέμειναν αγνοούμενοι. Τον Ιούνιο του 1945, η πόλη παραχωρήθηκε στις Πολωνικές Αρχές οι οποίες είχαν καταφτάσει στην πόλη τον Απρίλιο, ενώ προχώρησαν στην οριστική της μετονομασία σε Μάλμπορκ.

Περίπου μισό αιώνα αργότερα, το 1996, 178 πτώματα ανακαλύφθηκαν σε ομαδικό τάφο στο Μάλμπορκ. Ακόμη 123 ανακαλύφθηκαν το 2005.[8] Τον Οκτώβριο του 2008, κατά την διάρκεια ανασκαφών για την ανέγερση ενός νέου ξενοδοχείου στο Μάλμπορκ, ένας ομαδικός τάφος ανακαλύφθηκε, ο οποίος περιείχε τα λείψανα συνολικά 2.116 ατόμων, η πλειοψηφία εκ των οποίων ήταν γένους θηλυκού. Ανακοινώθηκε ότι όλοι οι νεκροί ήσαν Γερμανοί κάτοικοι του Μαρίενμπουργκ της περιόδου προ του 1945, ωστόσο ήταν αδύνατο να γίνει κατ' άτομο ταυτοποίησή τους, ούτε ήταν δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αιτία θανάτου τους. Μία πολωνική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πτώματα, μαζί με τα πτώματα ορισμένων ζώων, πιθανώς να θάφτηκαν για την αποφυγή της εξάπλωσης του τύφου, ο οποίος υφίστατο ακόμη κατά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα προς τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 14 Αυγούστου του 2009, όλα τα λείψανα των νεκρών θάφτηκαν σε ένα γερμανικό στρατιωτικό κοιμητήριο το οποίο βρίσκεται στα δυτικά, στο Στάρε Τσάρνοβο (γερμανικά: Neumark) στην Πολωνική Πομερανία, σε σχετικά κοντινή απόσταση από τα σημερινά σύνορα της χώρας με την Γερμανία.[9][10]

Στο Μάλμπορκ είναι, επίσης, δυνατό να δει κανείς ένα κοιμητήριο της Commonwealth War Graves Commission[11] με 240 μνήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων ανήκουν σε αιχμαλώτους πολέμου οι οποίοι πέθαναν στην ευρύτερη περιοχή κατά την διάρκεια και των δύο πολέμων και ειδικότερα στο στρατόπεδο Stalag XX-B κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη σταδιακά επανοικίσθηκε από Πολωνούς, αριθμός εκ των οποίων ήσαν εκτοπισμένοι από πολωνικά εδάφη προσαρτημένα από την Σοβιετική Ένωση. Τον Φεβρουάριο του 1946, ο πληθυσμός της πόλης έφτασε τους 10.017 κατοίκους, ενώ ο συγκεκριμένος αριθμός αυξήθηκε έως το 1965 στις 28.292 και έως το 1994 στις 40.347.[12]

Μετά το πέρας του πολέμου, η Παλαιά Πόλη στο Μάλμπορκ δεν ανακατασκευάστηκε, ενώ αντιθέτως τα τούβλα από τα ερείπιά της χρησιμοποιήθηκαν για την ανακατασκευή των παλαιών τμημάτων της Βαρσοβίας και του Γκντανσκ.[12] Ως αποτέλεσμα, με εξαίρεση την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, κανένα μεσαιωνικό κτίριο δεν απομένει στην πόλη.[12] Στην θέση της παλαιάς πόλης, ένα συγκρότημα κατοικιών ανεγέρθηκε κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960.[12]

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάλμπορκ είναι αδελφοποιημένο με τις παρακάτω πόλεις:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Malbork της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).