Μάγια Τσιμπουρντανίτζε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάγια Τσιμπουρντανίτζε
Maia Tschiburdanidse 1984 Saloniki.jpg
Γέννηση
Κουτάισι
Υπηκοότητα Γεωργία
Ιδιότητα σκακίστρια
Βραβεύσεις Τάξη του Κόκκινου Λαβάρου της Εργασίας και Honored Master of Sports of the USSR
Commons page Πολυμέσα

Η Μάγια Τσιμπουρντανίτζε (მაია ჩიბურდანიძე, 17 Ιανουαρίου 1961) είναι Γεωργιανή γκρανμαίτρ στο σκάκι, η 7η και η νεότερη Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Γυναικών στο σκάκι. Είναι η δεύτερη καλύτερη παίκτρια στην ιστορία των Ολυμπιάδων σκακιού με 9 χρυσά μετάλλια, μετά την συμπατριώτισσά της Νόνα Γκαπριντασβίλι που έχει 11 χρυσά μετάλλια.[1]

Σκακιστική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1961, στο Κουτάισι, που ανήκε στην ΣΣΔ Γεωργίας της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Άρχισε να παίζει σκάκι σε ηλικία οκτώ ετών. Έγινε πρωταθλήτρια νεανίδων της ΕΣΣΔ το 1976 και ένα χρόνο αργότερα κέρδισε το Σοβιετικό Σκακιστικό Πρωτάθλημα Γυναικών. Το 1977 τιμήθηκε από την Διεθνή Σκακιστική Ομοσπονδία με τον τίτλο της διεθνούς γκρανμαίτρ Γυναικών.

Το 1976, η Τσιμπουρντανίτζε τερμάτισε δεύτερη στην Τιφλίδα στους προκριματικούς για τη διεκδίκηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Γυναικών το 1977. Προχώρησε στους τελικούς των υποψηφίων και εξασφάλισε με την νίκη της ένα ματς για τον παγκόσμιο τίτλο ενάντια στην πανίσχυρη παγκόσμια πρωταθλήτρια Νόνα Γκαπριντασβίλι. Η Τσιμπουρντανίτζε κέρδισε το ματς και τον τίτλο της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας με σκορ 8½-6½. Υπερασπίστηκε επιτυχώς τον τίτλο της τέσσερις φορές και πήρε τον ανώτερο τίτλο τής διεθνούς γκρανμαίτρ το 1984.[2][3] Υπήρξε η δεύτερη γυναίκα, μετά την Γκαπριντασβίλι, που τιμήθηκε με τον ύψιστο αυτόν τίτλο.

Τον Ιανουάριο του 1988 η Τσιμπουρντανίτζε βαθμολογήθηκε με ΕΛΟ 2560, που είναι το υψηλότερο στην καριέρρα της. Εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλές θέσεις στη λίστα της FIDE με τις 100 καλύτερες σκακίστριες στον κόσμο.[4]

Η Ζίε Ζουν από την Κίνα κέρδισε το δικαίωμα να διεκδικήσει ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα το Φεβρουάριο του 1991. Η Τσιμπουρντανίτζε έχασε το στέμμα της από την νεαρή Κινέζα παίκτρια στην Μανίλα με σκορ 8½-6½. Η «βασιλεία» της για 14 χρόνια ήταν η τρίτη μεγαλύτερη σε διάρκεια, πίσω μόνο από εκείνη της πρώτης πρωταθλήτριας γυναικών, Βέρα Μέντσικ, η οποία διήρκησε 17 χρόνια από το 1927 μέχρι το θάνατό της το 1944, καθώς και αυτή της συμπατριώτισσάς της Γκαπριντασβίλι για 16 χρόνια.

Επιχείρησε να επανακτήσει τον παγκόσμιο τίτλο, αλλά, με την άνοδο των Κινέζων σκακιστριών και το τρίδυμο των αδελφών Πόλγκαρ, αυτό αποδείχθηκε δύσκολο και η καλύτερη απόδοσή της από το 1991 ήταν πρώτα στο τουρνουά υποψηφίων το 1994 στο Τίλμπουρχ της Ολλανδίας, όπου έχασε στα πλέι-οφ από την Ζούζα Πόλγκαρ με σκορ 5½-1½, ενώ δεν ενέκρινε τους αγώνες υπό μορφή νοκ-άουτ, που είχαν πλέον εισαχθεί στα παγκόσμια πρωταθλήματα των τελευταίων ετών. Στη συνέχεια, έφτασε στα ημιτελικά το 2001, όπου αποκλείστηκε και πάλι από την Κινέζα Ζίε Ζουν, η οποία τελικά κέρδισε και τον τίτλο. Το 2004 έφθασε και πάλι στα ημιτελικά όπου έχασε από την Βουλγάρα Αντοανέτα Στεφάνοβα, η οποία στο τέλος κέρδισε και τον τίτλο.

Ήταν βασικό μέλος της Σοβιετικής ομάδας που κυριάρχησε στις Ολυμπιάδες των γυναικών την δεκαετία του 1980 κερδίζοντας συνολικά 5 χρυσά μετάλλια. Από το 1990, έπαιξε στην 1η σκακιέρα της νέας Γεωργιανής εθνικής ομάδας που κατέκτησε τέσσερα χρυσά μετάλλια, το 1992, το 1994, το 1996 και το 2008. Το 1997, κέρδισε επίσης ένα χρυσό μετάλλιο με την Γεωργία στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.

Στυλ παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στυλ παιχνιδιού της Τσιμπουρντανίτζε είναι σταθερό, αλλά επιθετικό και καλά θεμελιωμένο σε κλασικές αρχές, καθώς είχε επηρεαστεί από τον Έντουαρντ Γκούφελντ, ένα κορυφαίο Σοβιετικό σκακιστή, ο οποίος ήταν ο προπονητής της στην αρχή της καριέρα της.

Αναγνωρισιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει τιμηθεί πολλές φορές από τη χώρα της και μάλιστα έχουν σχεδιαστεί πολλά γραμματόσημα για να εορτάστουν τα επιτεύγματά της στο σκάκι. Η Μογγολία εξέδωσε ένα αναμνηστικό γραμματόσημο το 1986, που απεικονίζει μια θέση από παρτίδα της εναντίον της Ιρίνα Λεβίτινα στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1984.

Η Μάγια Τσιμπουρντανίτζε είναι μία από τις πολλές σκακίστριες της χώρας της που έχουν διαπρέψει στα υψηλότερα επίπεδα του αθλήματος, με αποτέλεσμα να βοηθήσει την περαιτέρω ενίσχυση του κύρους του παιχνιδιού, έτσι στη χώρα της αναγνωρίζεται πανηγυρικά όπως οι αστέρες του κινηματογράφου, επίσης και οι άλλες κορυφαίες σκακίστριες στη Γεωργία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Women's Chess Olympiads' Overall Statistics (1957-2014)». OlimpBase. http://www.olimpbase.org/statisticsw/all_id12.html. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2015. 
  2. «Μάγια Τσιμπουρντανίτζε». Chessgames. http://www.chessgames.com/perl/chessplayer?pid=16894. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2015. 
  3. Gaige, Jeremy (1987), Chess Personalia, A Biobibliography, McFarland & Company, σελ. 70, ISBN 0-7864-2353-6 
  4. «Top 100 Women». FIDE. http://ratings.fide.com/top.phtml?list=women. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2015. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα