Λογιστική μονάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στα οικονομικά, η λογιστική μονάδα είναι μια από τις λειτουργίες των χρημάτων. Η αξία ενός στοιχείου είναι μετριέται σε ένα συγκεκριμένο νόμισμα. Αυτό επιτρέπει να συγκριθούν διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Για παράδειγμα, αγαθά, υπηρεσίες, περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, εργασία, εισόδημα, έξοδα.[1] Προσδίδει νόημα σε κέρδη, ζημίες, υποχρεώσεις ή περιουσιακά στοιχεία.

Μια λογιστική μονάδα στην οικονομική λογιστική αναφέρεται στις λέξεις που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις και όχι στις μονάδες που χρησιμοποιήθηκαν για τη μέτρησή τους.[2] Η λογιστική μονάδα και η μονάδα μέτρησης μερικές φορές αντιμετωπίζονται ως συνώνυμα στην οικονομική λογιστική και την οικονομία.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mankiw, N. Gregory. Principles of Macroeconomics. Mason, OH: Southwestern Cengage Learning, 2008. 338-39. Print.
  2. 2,0 2,1 «Financial Accounting Standards Research Initiative: The Unit of Account Issue» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 7 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Linguistic and Commodity Exchanges by Elmer G. Wiens. Examines the structural differences between barter and monetary commodity exchanges and oral and written linguistic exchanges.