Λεύκιος Μάρκιος Κενσορίνος (ύπατος το 149 π.Χ.)
| Λεύκιος Μάρκιος Κενσορίνος | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | L. Marcius C.f.C.n. Censorinus (Λατινικά) |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | λατινικά Αρχαία ελληνικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Γ΄ Ρωμαιο-Καρχηδονιακός Πόλεμος |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Κήνσορας Πραίτορας Αγορανόμος (Aedilis) Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[1] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (149 π.Χ.)[1] |
Ο Λεύκιος Μάρκιος Κενσορίνος, λατιν.: Lucius Marcius Censorinus ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της Μέσης Δημοκρατίας, που υπηρέτησε ως ύπατος με τον Μάνιο Μανίλιο το 149 π.Χ., και τιμητής το 147 π.Χ. Οδήγησε τον στόλο κατά την πρώτη φάση του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το "Λεύκιος" ήταν το πιο κοινό από τα ονόματα (praenomina) που χρησιμοποιούσε το γένος των Μαρκίων, αν και τόσο ο πατέρας, όσο και ο παππούς του είχαν το όνομα Γάιος. Οι επιγραφές και τα αρχεία που απαριθμούν τους προγόνους του, τον περιέγραφαν ως Λεύκιο Μάρκιο, Γαΐου υιό, Γαΐου εγγονό (Lucius Marcius, Gaius filius [C. f.], Gaius neptis [C. n.]). Ανήκε στον κλάδο των Μαρκίων Κενσορίνων, του γένους του οποίου το επίθετο (cognomen) "Κενσορίνος" χρησιμοποιήθηκε από τους απογόνους του Γάιου Μάρκιου Ρουτίλου, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως ο πρώτος πληβείος τιμητής.
Σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λ. Μάρκιος Κενσορίνος γεννήθηκε στο επιφανές πληβείο γένος των Mαρκίων τον 2ο αι. π.Χ. Ακολουθώντας τη σειρά αξιωμάτων (cursus honorum), εξελέγη αγορανόμος καθέδρας (curule aedile) το 160 π.Χ., πραίτωρ το 152 π.Χ., και στη συνέχεια ύπατος για 149 π.Χ. με τον Mάνιο Μανίλιο.
Ως ύπατος, η κύρια ευθύνη του ήταν η έναρξη του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Οι ακριβείς λόγοι του πολέμου συνεχίζουν να συζητούνται:[2] οι Ρωμαίοι είχαν δυσαρεστηθεί με το [3] τέλος των αποζημιώσεων της Καρχηδόνας το 151 π.Χ.,[4] τη γενική οικονομική ευημερία της και τον συνακόλουθο εμπορικό ανταγωνισμό. Επίσης από τον μεγάλο και τεχικά παράνομο στρατό, που συστάθηκε από τον Ασδρούναλ τον Βοιωτάρχη το ίδιο έτος, για να ανταποκριθεί στη συνεχή επιδρομή του βασιλείου της Νουμιδίας του Μασανίσα Α΄.[5][6] Με το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δύναμης να σφαγιάζεται από τους Νουμίδες μετά την καταστροφική μάχη της Οροσκόπα [7] και τη ζωτικής σημασίας κοντινή πόλη-λιμάνι της Ουτίκα να συμμαχεί με τη Ρώμη το 149 π.Χ., οι Ρωμαίοι κήρυξαν γρήγορα τον πόλεμο.[8][3] Ο Κενσορίνος διοικούσε τον στόλο και ο Μανίλιος τον στρατό. Αποβιβαζόμενοι στην Ουτίκα τους συνάντησε μία καρχηδονιακή πρεσβεία, που συμφώνησε να παραδώσει όλο τον οπλισμό, συμπεριλαμβανομένων όλων των πολεμικών πλοίων τους, χιλιάδων καταπελτών και εκατοντάδων χιλιάδων συνόλων πανοπλιών. Οι προμήθειες μεταφέρθηκαν δια θαλάσσης, και τα πολεμικά πλοία κάηκαν στο λιμάνι της Ουτίκα.[9] Όταν όλα αυτά έγιναν, ο Κενσορίνος ζήτησε από τους Καρχηδόνιους να εγκαταλείψουν εντελώς την πόλη τους, μεταφέροντάς την τουλάχιστον 16 χλμ. μακριά από τη θάλασσα, και να επιτρέψουν στους Ρωμαίους να καταστρέψουν τις σημερινές οχυρώσεις. [10] [11] Οι Καρχηδόνιοι τελικά εγκατέλειψαν τη διαπραγμάτευση, και ετοιμάστηκαν να αμυνθούν. [12] Η αρχική επίθεση με δύο σκέλη της πολιορκίας της Καρχηδόνας δεν πήγε καλά, και αποκρούστηκε από τις δυνάμεις υπό τους στρατηγούς Ασδρούβαλ τον Βοιωτάρχη και Ιμίλκο Φαμέα, καθώς και από ασθένεια στις ανθυγιεινές ρωμαϊκές κατασκηνώσεις. Όταν ο Κενσορίνος αναγκάστηκε τελικά να μετεγκατασταθεί, η λιγότερο αξιόπιστη νέα θέση του επέτρεψε στον στόλο να καταστραφεί από καρχηδονιακά πυρπολικά πλοία [13], μέχρι να κατασκευαστούν περαιτέρω οχυρώσεις.[14] Η πειθαρχία μεταξύ των ρωμαϊκών δυνάμεων ήταν γενικά χαμηλή, εκτός των ανδρών που ήταν άμεσα υπό τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό.[15]
Ο Κενσορίνος τελικά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στη Ρώμη πριν από το τέλος της πολιορκίας, για να επιβλέψει τις εκλογές του επόμενου έτους. Στη συνέχεια εξελέγη τιμητής το 147 π.Χ.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- ↑ Vogel-Weidemann (1989).
- 1 2 Kunze (2015).
- ↑ Goldsworthy (2006), σελ. 332.
- ↑ Goldsworthy (2006), σελίδες 336–337.
- ↑ Kunze (2015), σελ. 407.
- ↑ Bagnall (1999).
- ↑ Goldsworthy (2006), σελίδες 337–338.
- ↑ Goldsworthy (2006), σελίδες 338–339.
- ↑ Goldsworthy (2006).
- ↑ Purcell (1995).
- ↑ Goldsworthy 2006, σελ. 339.
- ↑ Bagnall 1999, σελ. 314.
- ↑ Goldsworthy (2006), σελ. 343.
- ↑ Goldsworthy 2006, σελίδες 343–344.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bagnall, Nigel (1999), The Punic Wars: Rome, Carthage and the Struggle for the Mediterranean, London: Pimlico, ISBN 978-0-7126-6608-4.
- Goldsworthy Adrian, The Fall of Carthage: The Punic Wars 265–146 BC', Phoenix, London, 2006 (isbn: 978-0-304-36642-2).
- Kunze, Claudia (2015), «Carthage and Numidia, 201–149», στο: Hoyos, Dexter, επιμ., A Companion to the Punic Wars, Chichester: John Wiley, σελ. 395–411, ISBN 978-1-1190-2550-4.
- Purcell, Nicholas (1995), «On the Sacking of Carthage and Corinth», στο: Innes, Doreen; Hine, Harry; Pelling, Christopher, επιμ., Ethics and Rhetoric: Classical Essays for Donald Russell on His Seventy Fifth Birthday, Oxford: Clarendon Press, σελ. 133–148, ISBN 978-0-19-814962-0.
- Vogel-Weidemann, Ursula (1989), «Carthago Delenda Est: Aitia and Prophasis», Acta Classica, 2, σελ. 79–95.