Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος (πραίτωρ το 104 π.Χ.)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος (πραίτωρ το 104 π.Χ.)
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση144 π.Χ.ή140 π.Χ.ή137 π.Χ.
Αρχαία Ρώμη
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός ηγέτης
πολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΚαικιλία Μετέλλα[1][2]
ΤέκναΛούκουλλος[3]
Μάρκος Τερέντιος Βάρρων Λούκουλλος[4][5]
ΓονείςΛεύκιος Λικίνιος Λούκουλος (ύπατος το 151 π.Χ.)[4][6]
ΟικογένειαLicinii Luculli
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠραίτορας (104 π.Χ.)
Propraetor (103 π.Χ.–άγνωστη τιμή)[3]

Ο Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος, λατινικά: Lucius Licinius Lucullus (γενν. π. το 144 π.Χ.) ήταν πολιτικός και στρατηγός της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Λεύκιου Λικίνιου Λούκουλλου, του υπάτου του 151 π.Χ. Ωστόσο, δεν επέτυχε την πολιτική επιτυχία του πατέρα του, και δεν κατάφερε να κρατήσει την υπατεία, φθάνοντας μόνο στη θέση του πραίτορα το 104 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της πραιτωρίας του κατέπνιξε για πρώτη φορά με επιτυχία την Εξέγερση των Βετίων, μία μικρή εξέγερση των σκλάβων στην Καμπανία, πριν σταλεί για να αναλάβει τη διοίκηση στη Σικελία κατά τη διάρκεια του Β΄ Σερουίλιου Πολέμου των Δούλων. Αργότερα απαλλάχθηκε από την εντολή του, και διώχθηκε για υπεξαίρεση κατά την ανάκλησή του στη Ρώμη. Καθώς καταδικάστηκε, εκδιώχθηκε από την πόλη, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην εξορία. Είναι ο πατέρας του πιο διάσημου Λεύκιου Λικίνιου Λούκουλλου, ο οποίος νίκησε τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ και τον Τιγράνη Β΄ στον Γ΄ Μιθριδατικό Πόλεμο.

Ο πρώτος καταγεγραμμένος Λούκουλλλος είναι ένας Λ. Λικίνιος Λούκουλλος που κατείχε το κατώτερο αξίωμα του αγορανόμου καθέδρας (curule aedile) το 202 π.Χ., και οι απόγονοί του επρόκειτο να παίξουν έναν σχετικά σκοτεινό ρόλο στην ιστορία, έως ότου ο πατέρας τού Λούκουλλου έγινε το πρώτο μέλος της οικογένειας, που εξελέγη ως ύπατος το 151 π.Χ. Ενώ ήταν ύπατος, ο πρεσβύτερος Λούκουλλος στάλθηκε για να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Κελτιβήρων στην Ισπανία, ωστόσο, ο προκάτοχός του Μ. Κ. Μάρκελλος είχε κάνει ειρήνη και τελείωσε τον πόλεμο πριν την άφιξή του, στερώντας του έτσι την ευκαιρία να αποκτήσει λάφυρα, μέσω των οποίων ήλπιζε να κάνει την οικογένειά του πλούσια. Ως εκ τούτου, προχώρησε σε πόλεμο με τη γειτονική φυλή των Βακαίων, χωρίς κανένα πρόσχημα ή άδεια από τη Σύγκλητο, και με μοναδικό στόχο να λεηλατήσει τις πόλεις και τα εδάφη τους για δικό του πλουτισμό.[7] Μετά την επιστροφή του στη Ρώμη, ο πρεσβύτερος Λούκουλλος είχε καταφέρει να κάνει τον εαυτό του και την οικογένειά του πλούσια, και συνεπώς απέκτησε επιρροή, και δεν διώχθηκε ποτέ για την παράνομη συμπεριφορά του.

Ο γιος του, επίσης Λ. Λικίνιος Λούκουλλος, γεννήθηκε γύρω στο 144 π.Χ. και, κάπου γύρω στο 119 π.Χ., νυμφεύτηκε την Καικιλία Μετέλλα, κόρη του Λ. Καικίλιου Μέτελλου Κάλβου. Ήταν επίσης η αδελφή του Κ. Καικίλιου Μέτελλου Νουμιδικού και του Λ. Καικίλιου Μέτελλου Δαλματικού, δύο από τους κορυφαίους Αρίστους (Optimates) της εποχής τους. Αυτός ο πολιτικός γάμος έφερε στους Λούκουλλους την υποστήριξη και την επιρροή της ισχυρής οικογένειας των Καικιλίων Μετέλλων, που θα βοηθούσε τη δική τους ανάδειξη. Από αυτόν τον γάμο ο Λούκουλλος απέκτησε δύο γιους, τον Λεύκιο Λ. Λ. και τον Μάρκο Λ. Λ., που γεννήθηκαν γύρω στο 118/117 π.Χ. και το 116 π.Χ.[8] Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ήταν πολιτικά επωφελής, ο γάμος ήταν δυσάρεστος, με την Καικιλία Μετέλλα να εμπλέκεται σε πολλές σκανδαλώδεις υποθέσεις, που οδήγησαν σε τελικό διαζύγιο. Ο Πλούταρχος την αναφέρει ότι έχει «το κακό όνομα μίας διαλυμένης γυναίκας».

Η εξέγερση σκλάβων του Βέττιου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λούκουλλος εξελέγη ως ένας από τους πραίτορες για το 104 π.Χ., πιθανότατα ο πραίτωρ των ξένων (praetor peregrinus), ο δικαστής που ήταν υπεύθυνος για την ακρόαση των εφέσεων και των δικαστικών υποθέσεων στην Ιταλία, εκτός από την πόλη της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια της πραιτορίας του, ένας νεαρός Ρωμαίος από την τάξη των ιππέων (eques), ο Tίτος Βέττιος οδήγησε μία εξέγερση σκλάβων γύρω από την πόλη Καπύη της Καμπανίας.

Ο Βέττιος είχε ερωτευτεί μία όμορφη νεαρή σκλάβα, και, υποσχόμενος να πληρώσει στον ιδιοκτήτη της το τεράστιο ποσό των επτά αττικών ταλάντων, είχε επιτραπεί να την πάρει. Ωστόσο όταν έληξε ο χρόνος, εντός του οποίου είχε συμφωνηθεί η πληρωμή, ο Βέττιος δεν μπόρεσε να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Συμφωνήθηκε μία περαιτέρω επέκταση της πίστωσής του, αλλά, όταν αυτό τελείωσε ξανά, ο Βέττιος πανικοβλήθηκε. Απήγαγε και δολοφόνησε όλους τους πιστωτές του, καθώς και τον ιδιοκτήτη του κοριτσιού, στη συνέχεια όπλισε τους σκλάβους του και αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Καμπανίας, διακηρύσσοντας ότι όλοι οι σκλάβοι, που θα εγκατέλειπαν τα αφεντικά τους για να τον ακολουθήσουν, θα ήταν ελεύθεροι. Σύντομα ένας στρατός επτακοσίων δραπετών σκλάβων τρομοκρατούσε την ύπαιθρο της Καμπανίας, σκοτώνοντας όλους εκείνους που αρνούνταν να ενωθούν μαζί τους.

Όταν έφθασε η είδηση στη Ρώμη για την εξέγερση, η Σύγκλητος διόρισε τον Λούκουλλο, τότε πραίτορα, «να συλλάβει τους φυγάδες σκλάβους». Ο Διόδωρος καταγράφει, ότι κατά την άφιξή του στην Καπύη, ο Λούκουλλος είχε υπό τις διαταγές του 4.000 πεζούς και 400 ιππείς, και ότι ο Βέττιος είχε δύναμη περίπου 3.500.[9] Όταν έμαθαν την έλευση του Λούκουλλου, ο Βέττιος και οι άνδρες του είχαν πάρει θέσεις σε έναν κοντινό λόφο, που είχαν οχυρώσει βιαστικά, και περίμεναν. Η πρώτη επίθεση του Λούκουλλου εναντίον των επαναστατών αποκρούστηκε, δεδομένου του πλεονεκτήματος που είχαν από το υψηλότερο έδαφος. Έτσι ο Λούκουλλος δοκίμασε μία διαφορετική στρατηγική. Έχοντας επαφή με τον Απολλώνιο, τον στρατηγό του Βέττιου, ο Λούκουλλος του υποσχέθηκε ότι δεν θα τιμωρηθεί για τη συμμετοχή του στην εξέγερση, εάν επρόκειτο να συνεργαστεί με τη Ρώμη, και να στρέψει ό,τι μπορούσε εναντίον του Βέττιου. Ο Απολλώνιος αποδέχτηκε την προσφορά, και, με τους επαναστάτες να πολεμούν τώρα μεταξύ τους, ο Λούκουλλος μπόρεσε εύκολα να τους νικήσει, και να βάλει τέλος στην εξέγερση. Ο ίδιος ο Βέττιος, βλέποντας ότι όλα είχαν χαθεί, αυτοκτόνησε πριν τον αιχμαλωτίσουν. Όλοι οι επαναστάτες που αιχμαλωτίστηκαν εκτελέστηκαν, εκτός από τον Απολλώνιο, που, πιστός στον λόγο του, ο Λούκουλλος έδωσε χάρη και άφησε ελεύθερο. [9]

Η δεύτερη εξέγερση των σκλάβων της Σικελίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκίνημμα της Εξέγερσης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 104 π.Χ., ενώ ο Λούκουλλος κατέστειλε την εξέγερση του Τίτου Βέττιου, μία δεύτερη, πιο σοβαρή εξέγερση ξεκίνησε στη Σικελία. Εκείνο το έτος ο ύπατος Γάιος Μάριος είχε διατάξει, ότι οποιοσδήποτε Ιταλός πολίτης κρατείτο στη σκλαβιά, έπρεπε να απελευθερωθεί αμέσως, και ότι στο εξής θα ήταν παράνομο για έναν Ιταλό να είναι σκλάβος. Αυτό ήταν ως απάντηση, στην άρνηση των Ιταλών συμμάχων να παράσχουν εισφορές για την καταπολέμηση της εισβολής Γερμανικών Κιμβρίων, εκτός εάν εκδιδόταν ένα τέτοιο διάταγμα, και η πρακτική της πώλησης Ιταλών πολιτών ως σκλάβων λόγω μη πληρωμής χρεών γινόταν παράνομη.

Ως συνέπεια αυτού, ο κυβερνήτης της Σικελίας, Πόπλιος Λικίνιος Νέρβα, συγκρότησε μία επιτροπή, και ξεκίνησε τη διαδικασία συνέντευξης από σκλάβους που ισχυρίζονταν ότι ήταν Ιταλοί, για να καθορίσει αν στην πραγματικότητα έλεγαν την αλήθεια ή όχι. Παρουσιαζόμενοι στην επιτροπή με αυτόν τον τρόπο, σε λίγες ημέρες, οκτακόσιοι Ιταλοί είχαν αποκτήσει την ελευθερία τους. Ωστόσο, αρκετοί πλούσιοι γαιοκτήμονες, οι περισσότεροι από τους οποίους εξαρτώνταν από ένα μεγάλο εργατικό δυναμικό σκλάβων για να καλλιεργήσουν τις εκτεταμένες περιουσίες τους, σύντομα ταράχτηκαν, και ζήτησαν από τον κυβερνήτη να σταματήσει αμέσως την εργασία του. Υπείκων στην πίεση, η Νέρβα έπαυσε την επιτροπή. Οι σκλάβοι που περίμεναν να παρουσιαστούν σε αυτήν, εξοργίστηκαν που τους αρνήθηκαν την ελευθερία τους, και σύντομα οι σκλάβοι άρχισαν να ξεσηκώνονται εναντίον των αφεντικών τους: οι γαιοκτήμονες δολοφονήθηκαν στις βίλες τους, και οι δραπέτες σκλάβοι άρχισαν να μαζεύονται, αυξάνοντας γρήγορα σε αριθμό, μέχρι που οι επαναστατικοί στρατοί σκλάβων περιφέρονταν στην ύπαιθρο της Σικελίας λυμαίνοντας και λεηλατώντας. Ο Νέρβα, αφού νίκησε μία ομάδα επαναστατών, βρήκε άλλους να ξεφυτρώνουν όπου και αν πήγαινε, και, έχοντας μόνο μία μικρή πολιτοφυλακή στη διάθεσή του, έχασε γρήγορα τον έλεγχο της κατάστασης. Τότε εμφανίστηκε ένας Ιταλός σκλάβος ονόματι Σάλβιος, ο οποίος αποκαλούσε τον εαυτό του «βασιλιά της Σικελίας», και οι επαναστάτες άρχισαν να ενώνονται πίσω του. Στη Ρώμη, η κρίση σήμαινε διακοπή της βασικής προμήθειας σιτηρών της Σικελίας, και έτσι χρειαζόταν ταχεία δράση.

Έχοντας μόλις καταστείλει επιτυχώς μία εξέγερση σκλάβων, η Σύγκλητος στράφηκε ξανά στον Λούκουλλο για να πάρει τη σκυτάλη από τον άτυχο συγγενή του, τον Νέρβα. Επικεφαλής ενός νέου ρωμαϊκού και συμμαχικού στρατού που αριθμούσε περίπου 17.000 άνδρες σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο Λούκουλλος αποβιβάστηκε στη Σικελία το 103 π.Χ. [10]

Η Μάχη της Σκιρθαίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάλβιος, που τώρα ονομαζόταν Τρύφων, σχεδίαζε να απαντήσει στην άφιξη του Λούκουλλου αποσυρόμενος στο φρούριό του Τριοκάλα, και εκεί ήθελε να αντισταθεί στη ρωμαϊκή πολιορκία. Ωστόσο, ο στρατηγός του Αθηναίος είχε τη γνώμη να μην κρυφτεί πίσω από τα τείχη της Τριοκάλας, και να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους σε ανοιχτή μάχη, άποψη που επικράτησε. Βαδίζοντας για να συναντήσουν τον Λούκουλλο, οι επαναστάτες στρατοπέδευσαν στη Σκιρθαία, δώδεκα μίλια μακριά από το ρωμαϊκό στρατόπεδο, και την επόμενη ημέρα οι δύο πλευρές ετοιμάστηκαν για μάχη. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, οι άνδρες του Τρύφωνα ήταν περίπου 40.000, έναντι 14.000 του Λούκουλλου.

Μετά από πολλές αψιμαχίες η κύρια μάχη ξεκίνησε, καθώς οι δύο στρατοί έκλεισαν το χάσμα που τους χώριζε από τους εχθρούς τους, και ενώθηκαν. Στην αρχή φαινόταν ότι οι επαναστάτες ότι θα έδιωχναν τους Ρωμαίους πίσω, με τον Αθηναίο και το ιππικό του να προκαλούν μεγάλες απώλειες στον Λούκουλλο. Όμως όταν φάνηκε ότι οι σκλάβοι μπορεί να νικήσουν, ο Αθηναίος τραυματίστηκε, και έπεσε από το άλογό του. Αναγκάστηκε να προσποιηθεί τον πεθαμένο, για να σωθεί. Οι επαναστάτες, πιστεύοντας ότι ο γενναίος στρατηγός τους ήταν νεκρός, έχασαν το ηθικό τους, και τράπηκαν σε φυγή. Ο Τρύφων, βλέποντας τον στρατό του να εξαφανίζεται μπροστά του, γύρισε και ενώθηκε μαζί τους, φεύγοντας πίσω στο καταφύγιό του στην Τριοκάλα. Αργότερα το ίδιο βράδυ, υπό την κάλυψη του σκότους, διέφυγε και ο τραυματισμένος Αθηναίος. Με χιλιάδες σκλάβους να έχουν σκοτωθεί στη μάχη, ο Διόδωρος εκτιμά, ότι καθώς έπεσε η νύχτα, περίπου 20.000 επαναστάτες ήταν νεκροί, δηλ. ο μισός στρατός του Τρύφωνα είχε καταστραφεί, και ο Λούκουλλος ήταν ο νικητής.

Η Πολιορκία των Τριοκάλων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την ήττα του στη Σκιρθαία, ο Τρύφων, μαζί με τα απομεινάρια τού στρατού του, κλείστηκε πίσω από τις πύλες της Τριοκάλας, και ετοιμάστηκε να αντισταθεί στην αναπόφευκτη πολιορκία. Ωστόσο ο Λούκουλλος άργησε να συνεχίσει τη νίκη του στη Σκιρθαία, και μόλις εννέα ημέρες μετά τη μάχη έφτασε τελικά έξω από τα τείχη τού οχυρού των επαναστατών, και το πολιόρκησε. Αρκετές φορές ο Λούκουλλος προσπάθησε να καταλάβει την πόλη με επίθεση, όμως όλες οι επιθέσεις του αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες για τους Ρωμαίους. Αυτό ενθάρρυνε τους υπερασπιστές, και έτσι ο Λούκουλλος συμβιβάστηκε με μία μακρά πολιορκία, για να λιμοκτονήσει τον εχθρό.

Στα τέλη του 103 π.Χ. ο Λούκουλλος παρέμεινε έξω από τα τείχη της Τριοκάλας, απογοητευτικά ανίκανος να καταλάβει την πόλη και να τερματίσει την εξέγερση. Στη Ρώμη, βλέποντας την αποτυχία του να πάρει την Τριοκάλα ως απόδειξη κάποιας νωθρότητας ή ανικανότητας, η Σύγκλητος δεν παρέτεινε την εντολή του στη Σικελία, και αντ' αυτού διόρισε τον Γάιο Σερουίλιο στη θέση του, όταν έληξε η θητεία εκείνου το 102 π.Χ. [11]

Εξοργισμένος με αυτό που θεώρησε ως προδοσία από τη Σύγκλητο, ο Λούκουλλος, όταν άκουσε ότι ο αντικαταστάτης του είχε περάσει τα στενά και αποβιβάστηκε στη Σικελία, διέταξε τον στρατό του να κάψει το στρατόπεδό τους, και να καταστρέψει όλες τις προμήθειες και τον πολιορκητικό εξοπλισμό πριν αποσυρθεί από την Τριοκάλα, και να διαλυθεί εντελώς. Διατάζοντας τον στρατό του να διαλυθεί, σκόπευε, διασφαλίζοντας την αποτυχία τού διαδόχου του, να αποδείξει τη δική του αθωότητα από οποιαδήποτε υποτιθέμενη ανικανότητα. [11] Ο διάδοχός του, ο Σερουίλιος, χωρίς στρατό ή οχυρώσεις, απέτυχε πράγματι στην προσπάθειά του να νικήσει τους επαναστάτες, και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει αποτελεσματικά την εξέγερση για ολόκληρο το έτος. [12] Ο Σερουίλιος τελικά ηττήθηκε από τον Αθηναίο, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον Τύρφωνα ως αρχηγό μετά το τέλος τού τελευταίου. Ο Σερουίλιος αντικαταστάθηκε το 101 π.Χ. από τον Mάνιο Ακουίλιο, τον δεύτερο ύπατο εκείνης της χρονιάς, ο οποίος έφερε επίσης αρκετές κοόρτεις από τον στρατό του Γάιου Μάριου στη Γαλατία. Ο Ακύλλιος επέτυχε να νικήσει τους επαναστάτες σκλάβους, κατέλαβε τα οχυρά τους, και τελικά να βάλει τέλος στην εξέγερση το 100 π.Χ. [13]

Όπως γινόταν συνήθως, όταν επέστρεψε στη Ρώμη το 102 π.Χ., αφού διέλυσε τον στρατό του και κατέστρεψε όλες τις δικές του οχυρώσεις, δέχθηκε αμέσως κατηγορίες, και εξορίστηκε. [11] Κατηγορήθηκε περαιτέρω για κατάχρηση της διοίκησηή του στη Σικελία, και κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να παρατείνει τον πόλεμο απλώς ως πρόσχημα, για να λεηλατήσει την επαρχία για δικό του κέρδος, όπως ακριβώς είχε κάνει ο πατέρας του Λ. Λ. Λ., κατά τη διάρκεια της διοίκησής του στην Ισπανία. Επίσης η καταστροφή του στρατοπέδου και τού εξοπλισμού του, καθώς και η διάλυση τού στρατού του, δημιούργησαν την κατηγορία ότι είχε καταχραστεί τη θέση του, και τους δημόσιους πόρους που του είχαν εμπιστευτεί. Για να εκδικηθεί τη ντροπή, που έκανε ο Λούκουλλος στους Σερουίλιους μέσω της μεταχείρισής του στον Γάιο Σερουίλιο, ένας Σερουίλιος, γνωστός ως Σερουίλιος ο οινωσκόπος, τού άσκησε δίωξη για υπεξαίρεση.

Ο Λούκουλλος στράφηκε στον ισχυρό κουνιάδο του, Κ. Κ. Μέτελλο Νουμιδικό, για υποστήριξη εναντίον των κατηγόρων του, αλλά ο Νουμιδικός αρνήθηκε να μιλήσει εκ μέρους του. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι και οι Σερουίλιοι είχαν οικογενειακούς δεσμούς με τους Mετέλλους— ο Σερουίλιος Βατία ήταν νυμφευμένος με την κόρη του Κ. Κ. Μέτελλου Μακεδονικού, θείου του Nουμιδικού— και έτσι δεν μπορούσαν να ευνοήσουν κάποια πλευρά στη δίκη.

Ο Λούκουλλος κρίθηκε ένοχος για κατάχρηση, και εξορίστηκε από την πόλη το 102 π.Χ. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην εξορία, πιθανώς στην Ηράκλεια του Πόντου, και απεβίωσε σε άγνωστη ημερομηνία.

Όταν οι δύο γιοι του, Λεύκιος Λ. Λ. και Mάρκος Λ. Λ. έφτασαν στην ενηλικίωσή τους, αναζήτησαν αμέσως εκδίκηση, κατηγορώντας τον κατήγορο τού πατέρα τους Σερουίλιο τον οιονωσκόπο, τον οποίο κατηγόρησαν για κατάχρηση δημοσίων πόρων. Ωστόσο, παρά τις καλύτερες προσπάθειες των αδελφών, η δίκη κατέληξε σε χάος και ο Σερουίλιος αθωώθηκε.

  1. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1759. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  2. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3947. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  3. 1 2 «Licinii» (Ρωσικά)
  4. 1 2 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1759. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  5. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1982. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  6. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1484. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  7. Appian, Roman History, Book 6
  8. Arthur Keaveny, Lucullus: A Life, 1992
  9. 1 2 Diodorus Siculus, Library of History, Book 36, ch.2
  10. Duncan, Mike (2017). The Storm Before the Storm. New York: PublicAffairs. σελ. 139. ISBN 978-1-5417-2403-7.
  11. 1 2 3 Duncan 2017, σελ. 140.
  12. Duncan 2017, σελ. 150.
  13. Duncan 2017, σελ. 151.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]