Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός (ύπατος το 237 π.Χ.)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός (ύπατος το 237 π.Χ.)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
L. Cornelius L.f.Ti.n. Lentulus Caudinus (Λατινικά)
Γέννηση279 π.Χ. (περίπου και πιθανώς)
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος213 π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναΓναίος Κορνήλιος Λέντουλος (ύπατος το 201 π.Χ.), Λεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος (ύπατος το 199 π.Χ.)
Publius Cornelius Lentulus
ΓονείςΛεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός (ύπατος το 275 π.Χ.)
ΑδέλφιαΠόπλιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός
ΟικογένειαCornelii Lentuli
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΚήνσορας
Αγορανόμος (Aedilis)
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (237 π.Χ.)
Pontifex Maximus
Να μη συγχέεται με τον πατέρα του Λεύκιο Κορνήλιο Λέντουλο Καυδινό ύπατο το 275 π.Χ..

Ο Λεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός, λατινικά: Lucius Cornelius Lentulus Caudinus ήταν Ρωμαίος πολιτικός τον 3ο αι. π.Χ.[1][2]

Καταγωγή και οικογένεια

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πατέρας του ήταν ο Λεύκιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός, ύπατος το 275 π.Χ. Αδελφός του ήταν ο Πόπλιος Κορνήλιος Λέντουλος Καυδινός, ύπατος το 236 π.Χ. Οι γιοι του ήταν ο:

Το 237 π.Χ. υπηρέτησε ως ύπατος, με συνάδελφο τον Κόιντο Φούλβιο Φλάκκο. Τον επόμενο χρόνο εξελέγη τιμητής (censor) και το 221 π.Χ. έγινε μέγιστος αρχιερέας (pontifex maximus). Απεβίωσε γύρω στο 213 π.Χ.[3]

  1. 1 2 Charles Ludwig Elvers, The New Pauly's Encyclopedia of Classical Antiquity, Vol. 3, p. 174
  2. Fasti Capitolini
  3. Eutropius, III