Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Δούβιος Άβιτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Δούβιος Άβιτος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1ος αιώνας
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Περίοδος ακμής1ος αιώνας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός
Ρωμαίος έπαρχος

Ο Λεύκιος Δούβιος Άβιτος ήταν Ρωμαίος συγκλητικός, ο οποίος κατείχε διάφορα αξιώματα στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα. Υπήρξε ύπατος στο διάστημα (nundinium) του Νοεμβρίου έως του Δεκεμβρίου 56 με συνάδελφο τον Πόπλιο Κλόδιο Θρασέα Παίτο. Ο Άβιτος είναι το μόνο γνωστό μέλος της οικογένειάς του, που κατείχε τον τίτλο του υπάτου.

Πριν γίνει ύπατος, ο Άβιτος είναι γνωστό ότι ήταν κυβερνήτης της αυτοκρατορικής επαρχίας της Ακουιτανικής Γαλατίας, σε άγνωστο έτος. Ωστόσο, η θητεία του ως κυβερνήτη της Κάτω Γερμανίας είναι περισσότερο γνωστή, την οποία διατήρησε από το 58 έως το έτος 60. Ο Τάκιτος καταγράφει τις στρατιωτικές του δραστηριότητες το έτος 58. Αφού οι Φρίσιοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μεταναστεύσουν στην επαρχία, και να εγκατασταθούν σε ορισμένες ακατοίκητες εκτάσεις, οι Αμψιβάριοι, μία από τις γερμανικές φυλές, προσπάθησαν επίσης να μετεγκατασταθούν εκεί. Η επίσημη απάντηση του Άβιτου ήταν να τους διατάξει να υποταχθούν στη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ανεπίσημα, είπε στον βασιλιά τους Βοϊόκαλο, έναν παλαιό προσωπικό φίλο, ότι ήταν πρόθυμος να τους παραχωρήσει τα εδάφη για να ζήσουν. Ωστόσο, οι Αμψιβάριοι προσβλήθηκαν από αυτή την απάντηση, και κάλεσαν τους παλαιούς συμμάχους τους να τους βοηθήσουν να εισβάλουν στην Κάτω Γερμανία. Ο Άβιτος απάντησε σε αυτή την απειλή γράφοντας στον Τίτο Κουρτίλιο Μανκία, κυβερνήτη της Άνω Γερμανίας, και ζητώντας του να εκστρατεύσει στην απέναντι όχθη του Ρήνου. Αυτή η επίδειξη δύναμης πτόησε τους συμμάχους, που είχε επικαλεστεί ο Βοϊόκαλος και οι Αμψιβάριοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στα εδάφη των Ουσιπίων και των Τουβάντων. Αυτές οι φυλές δεν τους παρείχαν καταφύγιο για πολύ καιρό, και οι Aμψιβάριοι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο από άλλους λαούς. Ο Τάκιτος αναφέρει ότι «μετά από μακρές περιπλανήσεις, ως άποροι και απόκληροι, που γίνονταν δεκτοί πότε ως φίλοι, πότε ως εχθροί, ολόκληρη η νεότητά τους σκοτώθηκε σε μία ξένη χώρα, και όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μοιράστηκαν ως λάφυρο».