Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Βολούμνιος Φλάμα Βιόλενς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Βολούμνιος Φλάμα Βιόλενς
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Lucius Volumnius Flamma Violens (Λατινικά)
Γέννηση340 π.Χ.
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος3ος αιώνας π.Χ. (πιθανώς)
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΛατινικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςVirginia[1][2]
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαρωμαίος δικτάτωρ
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[3]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (307 π.Χ.)[3][4]

Ο Λεύκιος Βολούμνιος Φλάμα Βιόλενς, λατιν.: Lucius Volumnius Flamma Violens ήταν ύπατος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας δύο φορές, το 307 π.Χ. και το 296 π.Χ., ένας νέος άνθρωπος (novus homo), ο πρώτος από το πληβείο γένος του που ανέλαβε την υπατεία. Ο Βολούμνιος υπηρέτησε και στις δύο υπατείες του με τον πατρίκιο Άππιο Κλαύδιο Καίκο. Πήρε ενεργό ρόλο στην ηγεσία των ρωμαϊκών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Γ΄ Σαμνιτικού πολέμου .

Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή παράδοση, η συμμετοχή στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο, στα αξιώματα της πόλης, στη θέση του υπάτου και σε διάφορες θρησκευτικές θέσεις, περιορίζονταν σε πατρικίους. Ο Βολούμνιος ωφελήθηκε τη Σύγκρουση των Τάξεων, όταν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα 200 ετών, οι πληβείοι κέρδισαν σταδιακά την πολιτική ισότητα και το δικαίωμα να κατέχουν όλα αυτά τα αξιώματα. Η Lex Licinia Sextia του 367 π.Χ. επέτρεπε το αξίωμα σε μία από τις δύο υπατικές θέσεις για έναν πληβείο, αλλά στην πράξη αυτό απέτυχε, μέχρι την πρώτη εκλογή του Βολούμνιου το 307. [5] Η σύγκρουση των τάξεων επιλύθηκε οριστικά το 287 π.Χ., όταν οι πληβείοι απέκτησαν πολιτική ισότητα. [5]

Ένας νέος άνδρας, ο Βολούμνιος ήταν το πρώτο μέλος της οικογένειάς του που έγινε ύπατος. Ο Τζον Μπρίσκο λέει γι' αυτόν «Ο πρώτος πληβείος ύπατος που ήταν γνωστό ότι προήδρευσε ήταν ο Λ. Βολου΄μνιος Φλάμα Βιόλενς το 296 [ ." Ωστόσο, ο Mάριο τορέλι λέει "...ο διάσημος Π. Βολούμνιος Φλάμα Βιόλενς ύπατος το 307 και 296 π.Χ., θα μπορούσε να είναι μεταξύ των (πληβείων) απογόνων του Π. Βολούμνιου Αμίντιου Γάλλου, υπάτου το 461."

Ο Βολούμνιος υπηρέτησε ως ύπατος δύο φορές, το 307 π.Χ. και το 296 π.Χ., και τις δύο φορές σε συνεργασία με τον πατρίκιο Άππιο Κλαύδιο Καίκο.

Ο Γ΄ Σαμνιτικός Πόλεμος ξεκίνησε το 298 π.Χ. Μέχρι το τέλος του δεύτερου έτους της, οι Σαμνίτες, με επικεφαλής τον Γέλιο Εγνάτιο, φαινόταν ηττημένοι, αλλά τον επόμενο χρόνο (296 π.Χ.) ο Εγνάτιος βάδισε στην Ουμβρία και σχημάτισε συμμαχία εναντίον της Ρώμης με τους γειτονικούς Ετρούσκους. Στους προηγούμενους υπάτους δόθηκε εξάμηνη παράταση της διοίκησής τους ως ανθυπάτων, για να συνεχίσουν τον πόλεμο στο Σάμνιον. Ο Λίβιος επεσήμανε κάποιες αποκλίσεις μεταξύ των πηγών του, σημειώνοντας ότι ορισμένοι αναλυτές είπαν ότι η Ρομουλέα και το Φερέντιον καταλήφθηκαν από τον Κόιντο Φάβιο και ότι ο Πόπλιος Δέκιος πήρε μόνο τη Μουργαντία, ενώ άλλοι είπαν ότι οι πόλεις καταλήφθηκαν από τους υπάτους της χρονιάς, και άλλοι εξακολουθούσαν να δίνουν όλα τα εύσημα στον Λεύκιο Βολούμνιο που, όπως έλεγαν, είχε τη διοίκηση στο Σάμνιον.

Εν τω μεταξύ, στην Ετρουρία ο Γέλιος Εγνάτιος, ένας Σαμνίτης διοικητής, οργάνωνε εκστρατεία κατά της Ρώμης. Σχεδόν όλες οι ετρουσκικές πόλεις-κράτη ψήφισαν υπέρ του πολέμου, οι πλησιέστερες φυλές της Ουμβρίας εντάχθηκαν και έγιναν προσπάθειες να προσληφθούν Γαλάτες ως βοηθοί. Τα νέα για αυτό έφτασαν στη Ρώμη, και ο Άππιος Κλαύδιος ξεκίνησε για την Ετρουρία με δύο λεγεώνες και 15.000 συμμαχικά στρατεύματα. Ο Λεύκιος Βολούμνιος είχε ήδη αναχωρήσει για το Σάμνιον με δύο λεγεώνες και 12.000 συμμάχους. Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο Λίβιος δίνει λεπτομέρειες για τις ρωμαϊκές δυνάμεις, και στοιχεία για τα συμμαχικά στρατεύματα για τους Σαμνιτικούς πολέμους. Είναι επίσης η πρώτη φορά που ακούμε για τους υπάτους να διοικούν δύο λεγεώνες ο καθένας. Συμπεριλαμβανομένων των δυνάμεων των ανθυπάτων, το έτος εκείνο οι Ρωμαίοι πρέπει να είχαν κινητοποιήσει έξι λεγεώνες.

Ο Άππιος Κλαύδιος υπέστη πολλές αποτυχίες, και έχασε την εμπιστοσύνη των στρατευμάτων του. Ο Λεύκιος Βολούμνιος, που είχε καταλάβει τρεις οχυρώσεις στο Σάμνιον, έστειλε τον Κόιντο Φάβιο για να καταστείλει τις αναταραχές των πληβείων στη Λουκανία, άφησε το λεηλατημένο αγροτικό Σάμνιο στον Πόπλιο Δέκιο, και πήγε στην Ετρουρία. Ο Λίβιος σημειώνει ότι ορισμένοι αναλυτές είπαν ότι ο Άππιος Κλαύδιος του είχε γράψει μία επιστολή, για να τον καλέσει από το Σάμνιον, και ότι αυτό έγινε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των δύο υπάτων, με τον πρώτο να το αρνείται, και τον δεύτερο να επιμένει ότι είχε κληθεί από τον πρώτο. Ο Λίβιος σκέφτηκε ότι ο Άππιος Κλαύδιος δεν έγραψε την επιστολή, αλλά είπε ότι ήθελε να στείλει τον συνάδελφό του πίσω στο Σάμνιον, και ένιωσε ότι αρνιόταν αχάριστα την ανάγκη του για βοήθεια. Ωστόσο οι στρατιώτες τον παρακάλεσαν να μείνει. Ακολούθησε διαμάχη μεταξύ των δύο ανδρών, αλλά οι στρατιώτες επέμειναν να πολεμήσουν και οι δύο ύπατοι στην Ετρουρία. Οι Ετρούσκοι αντιμετώπισαν τον Λεύκιο Βολούμνιο και οι Σαμνίτες προχώρησαν στον Άππιο Κλαύδιο. Ο Λίβιος είπε ότι «ο εχθρός δεν μπορούσε να αντέξει μία δύναμη τόσο μεγαλύτερη από αυτή, που είχαν συνηθίσει να συναντούν». Εκτοπίστηκαν: 7.900 σκοτώθηκαν και 2.010 αιχμαλωτίστηκαν.

Ο Λεύκιος Βολούμνιος γύρισε βιαστικά στο Σάμνιον, επειδή οι ανθυπατίες του Κόιντου Φάβιου και του Πόπλιου Δέκιου επρόκειτο να λήξουν. Εν τω μεταξύ οι Σαμνίτες συγκέντρωσαν νέα στρατεύματα, και επιτέθηκαν σε ρωμαϊκά εδάφη και συμμάχους στην Καμπανία γύρω από την Καπύη και το Φαλέρνιον. Ο Λεύκιος Βολούμνιος κατευθύνθηκε προς την Καμπανία, και ενημερώθηκε ότι οι Σαμνίτες είχαν επιστρέψει στο Σάμνιον για να πάρουν τα λάφυρά τους. Πρόλαβε το στρατόπεδό τους, και νίκησε μία δύναμη που ήταν ακατάλληλη να πολεμήσει από το βάρος της λείας τους. Ο Σαμνίτης διοικητής, Στάιος Μινάτιος, δέχτηκε επίθεση από τους αιχμαλώτους των Σαμνιτών, και παραδόθηκε στον ύπατο. Η Σύγκλητος αποφάσισε να ιδρύσει τις αποικίες Mιντούρναι στις εκβολές του ποταμού Λίρις και Σινουέσα πιο μέσα στην ενδοχώρα, στην πρώην επικράτεια των Aυσόνων.

Ο Βολούμνιος νυμφεύτηκε τη Βηργινία, την κόρη του Αύλου Βηργίνιου, ενός πατρίκιου. Είναι ένα από τα 106 θέματα του βιβλίου Περί διάσημων γυναικών του Τζιοβάνι Βοκάκιου (De mulieribus claris, 1362 μ.Χ.). Περί το 295 π.Χ. η πατρικία μέντορας (matronae) προσέβαλλε τη Βηργινία, απαγορεύοντάς της την πρόσβαση στην τελετή στο ιερό της Αγνής Πατρικίας (Pudicitia Patricia, όπου τιμάται η γυναικεία αρετή της αγνότητας [pudicitia]), λόγω του ότι παντρεύτηκε έναν πληβείο. Ως αποτέλεσμα, η Βηργινία έστησε έναν βωμό στο σπίτι της στην Πληβεία Αγνότητα (Plebeia Pudicitia). Ο Boκάκιος λέει: «αρχίζοντας από εκείνη την εποχή, και για πολύ αργότερα, ο ναός της Πληβείας Αγνότητας ήταν ίσος σε ιερότητα με τον βωμό των πατρικίων, αφού κανείς δεν μπορούσε να προσφέρει θυσία σε αυτόν, εκτός αν ήταν μοναδικής αγνότητας, και είχε μόνο έναν σύζυγο...» [6] In about 295 BC, the patrician matronae insulted Verginia by forbidding her access to the ceremony at the shrine of Pudicitia Patricia honouring the female virtue of pudicitia (modesty, or sexual virtue), on account of her having married a plebeian.

  1. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 608. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  2. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 5022. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  3. 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
  4. books.google.fr/books?id=TnoxvIOoVzsC&pg=PA73.
  5. 1 2 Kurt Raaflaub, ed., Social Struggles in Archaic Rome: New Perspectives on the Conflict of the Orders (University of California Press, 1986)
  6. Boccaccio, Giovanni, Concerning Famous Women, translated by Guido A. Guarino (Rutgers University Press, 1963) pp. 137–138 (Library of Congress Catalogue Card Number 63-18945)