Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεηλασία της Ρώμης (455)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η λεηλασία της Ρώμης το 455 πραγματοποιήθηκε από τους Βανδάλους με επικεφαλής τον βασιλιά τους Γιζέριχο.

Μία συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του βασιλείου των Βανδάλων περιελάμβανε έναν κρατικό γάμο μεταξύ της κόρης του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Γ΄ και τού γιου τού Γιζέριχου. Ο διάδοχος τού Βαλεντινιανού Γ΄, Πετρώνιος Μάξιμος, παραβίασε τη συνθήκη, παντρεύοντας τον γιο του με την κόρη τού Βαλεντινιανού Γ΄, κάτι που οδήγησε τον Γιζέριχο να δηλώσει ότι η Ρώμη παραβίασε τη συνθήκη τους, και να ξεκινήσει εισβολή. Ο Μάξιμος δεν οργάνωσε την άμυνα της Ρώμης και λιντσαρίστηκε από έναν ρωμαϊκό όχλο, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει από την πόλη. Ο Πάπας Λέων Α΄ έπεισε τον Γιζέριχο να αποφύγει τη χρήση βίας κατά των κατοίκων της πόλης. Οι Βάνδαλοι λεηλάτησαν τη Ρώμη για δύο εβδομάδες, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές στην πόλη, απογυμνώνοντάς την από τα περισσότερα από τα τιμαλφή της, και παίρνοντας ορισμένους κατοίκους ως σκλάβους. Ο διάδοχος του Μαξίμου, Άβιτος, είχε μικρή υποστήριξη, γεγονός που οδήγησε στο ξεκίνημα του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου το 456.

Η λεηλασία της Ρώμης το 455 και η πιο πριν λεηλασία των Βησιγότθων το 410 συγκλόνισαν τον ρωμαϊκό κόσμο, και συμβόλισαν την παρακμή και την επικείμενη πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας μία κομβική στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Από την ίδρυσή της το 395 μ.Χ., η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρατεταμένη κατάσταση παρακμής. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματά της ήταν η μαζική μετανάστευση Γερμανικών και άλλων μη Ρωμαϊκών λαών, γνωστή ως Περίοδος Μετανάστευσης. Αυτό οδήγησε στη λεηλασία της Ρώμης το 410 από τους Γερμανούς Βησιγότθους υπό τον Αλάριχο. Ήταν η πρώτη φορά, που η πόλη έπεσε από το 387 π.Χ [1].

Το 442 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ των Ρωμαίων και των Βανδάλων, στην οποία οι Βάνδαλοι απέκτησαν την Ανθυπατική Αφρική, τη Βυζακηνή, την ανατολική Νουμιδία και τη δυτική Τριπολίτιδα, ενώ οι Ρωμαίοι διατήρησαν την Καισαρική Μαυριτανία, τη Σιτιφένσις Μαυριτανία και τη δυτική Νουμιδία. Συνάφθηκε επίσης μία γαμήλια συμμαχία μεταξύ του Ουνέριχου και της Ευδοκίας, κόρης του Αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Γ΄. [2]

Ο Πετρώνιος Μάξιμος φέρεται να επηρέασε τον Βαλεντινιανό Γ΄ να δολοφονήσει τον Φλ. Αέτιο στις 21 Σεπτεμβρίου 454. Στη συνέχεια, ο Μάξιμος συνωμότησε για να δολοφονήσει τον Βαλεντινιανό Γ΄ στις 16 Μαρτίου 455, και ο Μάξιμος ανήλθε και έγινε Αυτοκράτορας στις 17 Μαρτίου. [3] Ο Μάξιμος, προκειμένου να νομιμοποιήσει την κυριαρχία του, νυμφεύτηκε τη Λικινία Ευδοξία, χήρα του Βαλεντινιανού Γ΄, και πάντρεψε την Ευδοκία με τον γιο του Παλλάδιο. Η Λικινία Ευδοξία, ωστόσο, σε εκδίκηση για τη δολοφονία τού συζύγου της και τον αναγκαστικό γάμο της, συνωμότησε με τους Βανδάλους εναντίον τού Μάξιμου. [3] Ο Γιζέριχος διακήρυξε ότι ο διαλυμένος αρραβώνας μεταξύ Ουνέριχου και Ευδοκίας ακύρωσε την ειρήνη, και εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση ως casus belli για να εισβάλει στη Ρώμη, συγκεντρώνοντας μία μεγάλη δύναμη και αποπλέοντας από την Καρχηδόνα.

Η Ρώμη είχε πάψει να είναι η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στις αρχές του 4ου αι., και πλήθος πόλεων χρησίμευαν ως πρωτεύουσα της Δυτικής Αυτοκρατορίας. [4] Ο Θεοδόσιος Α' είναι ο μόνος Αυτοκράτορας, που είναι σίγουρα γνωστό ότι επισκέφθηκε τη Ρώμη μεταξύ 363 και 395. [5] Ο Βαλεντινιανός Γ' μετέφερε την Αυλή του στη Ρώμη το 450, και παρέμεινε εκεί για το υπόλοιπο τής ζωής του. [6] Ο πληθυσμός τής πόλης είχε μειωθεί από 700.000-1.000.000 στα τέλη του 4ου αι. σε 300.000-500.000 μέχρι το 455. [7]

Οι Βάνδαλοι αποβιβάστηκαν στην Όστια, που βρίσκεται στις εκβολές του Τίβερη, λίγα μόνο μίλια νοτιοδυτικά της Ρώμης. Ο Μάξιμος προσπάθησε να φύγει από τη Ρώμη, αλλά εντοπίστηκε από ένα εξαγριωμένο πλήθος, και λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου πριν ριχτεί στον Τίβερη. [8] Πριν πλησιάσουν, οι Βάνδαλοι κατέστρεψαν τα υδραγωγεία που παρείχαν νερό στην πόλη. Ο πάπας Λέων Α' κατάφερε να πείσει τον Γιζέριχο να χαριστεί σε όσους δεν αντιστάθηκαν, να προστατεύσει τα κτίρια από τη φωτιά, και να μην βασανίσει τους αιχμαλώτους. [9] Ενώ ο Γιζέριχος τήρησε την υπόσχεσή του να μην κάψει και σφαγιάσει, απήγαγε ορισμένους κατοίκους ως σκλάβους, και κατάφερε επίσης να συλλάβει την Ευδοξία και τις κόρες της Ευδοκία και Πλακιδία, καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν.

Οι Βάνδαλοι λεηλάτησαν την πόλη για δύο εβδομάδες [9] πριν επιστρέψουν στην Αφρική, κατά τη διάρκεια των οποίων η αυτοκρατορική κυβέρνηση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ουσιαστικά παρέλυσε. Προήλασαν νότια μέσω της Καμπανίας, καταστρέφοντας την περιοχή, και επιχείρησαν να λεηλατήσουν τη Νεάπολη, αλλά απέτυχαν, καθώς η πόλη είχε καλύτερη άμυνα.

Μ'ία αντίληψη του 16ου αι. για τους Βανδάλους.

Ο Γζέριχος και ο στρατός του λεηλάτησαν μεγάλες ποσότητες θησαυρών από τη Ρώμη. «Έσκισαν τη μισή στέγη» του Ναού του Διός Οπτίμου Μαξίμου αφαιρώντας τα επιχρυσωμένα χάλκινα κεραμίδια, [10] εξ ου και ο σύγχρονος όρος βανδαλισμός . [11] . Η λεηλασία δύο εβδομάδων από τους Βανδάλους το 455 θεωρείται γενικά πιο καταστροφική από την τριήμερη λεηλασία των Βησιγότθων το 410. Ο Βίκτωρ της Βίτα καταγράφει ότι αρκετά πλοία γεμάτα με αιχμαλώτους σκλάβους έφτασαν στην Αφρική από τη Ρώμη, οι οποίοι στη συνέχεια μοιράστηκαν μεταξύ των Βανδάλων. Ο Δεογράτιας, επίσκοπος της Καρχηδόνας, αγόρασε την ελευθερία ορισμένων Ρωμαίων πωλώντας όλα τα τιμαλφή από την εκκλησία του. Ο Δεογράτιας τους φιλοξένησε και τους τάισε σε μεγαλύτερες εκκλησίες στην Καρχηδόνα, μέχρι να μπορέσουν να επαναπατριστούν πίσω στη Ρώμη.

Ο Άβιτος, ο οποίος είχε τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη του βασιλιά Θεοδώριχου Β΄, ανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας από τον στρατό του στην Αρλ στις 9-10 Ιουλίου, και αργότερα αναγνωρίστηκε από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Αργότερα ανατράπηκε από τον Μαϊοριανό και τον Ρικίμερος μετά από εμφύλιο πόλεμο το 456. [3] Ο Άβιτος επέτρεψε στους Βησιγότθους να εισέλθουν στην ελεγχόμενη από τους Σουηβούς Ισπανία, σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη του από τον Θεοδώριχο. Ο Άβιτος ήταν δημοφιλής στις γερμανικές ελίτ, αλλά αποδείχθηκε αντιδημοφιλής στη ρωμαϊκή αριστοκρατία, και αγωνίστηκε να αποκτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Αξιολόγηση της λεηλασίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τη δημοφιλή εικόνα των Βανδάλων ως καταστροφέων, η σοβαρότητα της λεηλασίας είναι αμφισβητήσιμη, με ισχυρισμούς ότι προκάλεσε λίγες δολοφονίες, βία ή εμπρησμό. Αυτή η ερμηνεία φαίνεται να πηγάζει από τον ισχυρισμό του Πρόσπερ για την υπόσχεση επιείκειας, που ο πάπας Λέων Α' εξασφάλισε από τον Γιζέριχο. Ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος ανέφερε την πυρπόληση μίας εκκλησίας. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί όπως ο Τζον Χένρι Χάαρεν υποστηρίζουν ότι λεηλατήθηκαν ναοί, δημόσια κτίρια, ιδιωτικές κατοικίες, ακόμη και το παλάτι του Αυτοκράτορα. Οι Βάνδαλοι πήραν επίσης τεράστιες ποσότητες χρυσού, αργύρου, κοσμημάτων και επίπλων, κατέστρεψαν έργα τέχνης και σκότωσαν αρκετούς πολίτες.

  1. Lee 2013.
  2. Conant 2012.
  3. 1 2 3 Salzman 2021.
  4. Gillett 2001, σελ. 133.
  5. Lee 2013, σελ. 57.
  6. Gillett 2001, σελ. 147.
  7. Salzman 2021, σελ. 156.
  8. Gibbon 2015.
  9. 1 2 Gibbon 2015, σελ. 5.
  10. Moralee 2017, σελ. 132.
  11. Encyclopædia Britannica, cited in Online Etymology Dictionary (13 έκδοση). Encyclopædia Britannica. 1926.

Έργα που αναφέρονται

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Muhlberger, S., The Fifth Century Chroniclers: Prosper, Hydatius and the Gallic Chronicler of 452 (Λιντς, 1990) – για την αγιογραφική απεικόνιση του Λέοντα από τον Prosper.
  • Προκόπιος, «Ο Βανδαλικός Πόλεμος» στο The History of the Wars, Βιβλία III & IV, μτφρ. HB Dewing (Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη 1916)
  • Βίκτωρ της Βίτα, Ιστορία των Βανδαλικών Διώξεων, μτφρ. J. Moorhead (Λίβερπουλ, 1992).
  • Ward-Perkins, B., Η πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού (Οξφόρδη, 2005) σελ. 17 & 189.