Λεβ Κάμενεφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λεβ Κάμενεφ
1918 Lev Kamenev.jpg
Γέννηση
Μόσχα
Θάνατος
Μόσχα
Αιτία θανάτου τυφεκισμός
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ρωσική Αυτοκρατορία και Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών
Σπουδές Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας
Ιδιότητα πολιτικός και συγγραφέας
Σύζυγος Όλγα Καμένεβα
Τέκνα χωρίς ετικέτα
Αξίωμα μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης της Ρωσίας το 1918
Commons page Πολυμέσα

Ο Λεβ Μπορίσοβιτς Κάμενεφ (Ρωσικά: Лев Бори́сович Ка́менев, (6 Ιουλίου) 18 Ιουλίου 1883 – 25 Αυγούστου 1936), γεννημένος ως Ρόζενφελντ (Ρωσικά: Ро́зенфельд), ήταν Μπολσεβίκος επαναστάτης και σημαντικός Σοβιετικός πολιτικός. Ήταν ένα από τα επτά μέλη του πρώτου Πολιτμπιρό (Πολιτικό Γραφείο), που ιδρύθηκε το 1917 για να χειριστεί την Μπολσεβίκικη Επανάσταση: Λένιν, Ζινόβιεφ, Τρότσκι, Στάλιν, Σοκόλνικοφ και Μπουμπνόφ.[1]

Ο Κάμενεφ ήταν γαμπρός (σύζυγος αδελφής) του Λέοντος Τρότσκι. Υπηρέτησε για λίγο σε θέση ισοδύναμη με αυτή του πρώτου αρχηγού του κράτους της Σοβιετικής Ρωσίας το 1917, και από το 1923-24 ως αναπληρωτής Πρωθυπουργός τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Βλαντιμίρ Λένιν. Ο Ιωσήφ Στάλιν τον θεωρούσε πηγή δυσαρέσκειας και πηγή αντιπολίτευσης στην δική του ηγεσία· ο Κάμενεφ έπεσε σε δυσμένεια και εκτελέστηκε στις 25 Αυγούστου 1936, σε ηλικία 53 ετών, μετά από σύντομη δίκη παρωδία.

Πρώτα χρόνια και σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάμενεφ γεννήθηκε στη Μόσχα, γιος Εβραίου εργάτη των σιδηροδρόμων και Ρωσίδας Ορθόδοξης μητέρας.[2] Η περιουσία που είχε αποκτήσει ο πατέρας του στο κτίριο του σιδηροδρόμου Μπακού – Μπατούμι χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτήσει καλή μόρφωση για τον Λεβ. Πήγε στο Γυμνάσιο Αρρένων στην Τιφλίδα της Γεωργίας (τώρα Τίλμπισι), και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, η μόρφωσή του όμως διακόπηκε λόγω σύλληψης το 1902. Από αυτό το σημείο και μετά ήταν επαγγελματίας επαναστάτης, εργαζόμενος σε Αγία Πετρούπολη, Μόσχα και Τιφλίδα. Ο Κάμενεφ παντρεύτηκε την συντρόφισσα Μαρξίστρια (αδελφή του Λέοντος Τρότσκι), Όλγα Μπρονστάιν, στις αρχές του 1900 και το ζευγάρι είχε δύο γιους.

Προσχώρησε στους κομμουνιστές το 1901 και υποστήριζε τον Λένιν.[3] Σε ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό το 1902 ο Κάμενεφ γνώρισε τους Ρώσους σοσιαλ-δημοκράτες ηγέτες που ζούσαν στην εξορία, περιλαμβανομένου του Βλαντιμίρ Λένιν, του οποίου έγινε πιστός και στενός συνεργάτης. Επισκέφθηκε επίσης το Παρίσι και συνάντησε την ομάδα της Ίσκρα (Σπίθα). Αφού παρακολούθησε το 3ο Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλ-Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ) στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1905, ο Κάμενεφ επέστρεψε στην Ρωσία για να πάρει μέρος στην Ρωσική επανάσταση του 1905 στην Αγία Πετρούπολη τον Οκτώβριο-Δεκέμβριο. Επέστρεψε στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει το 5ο Συνέδριο του ΡΣΔΕΚ, όπου εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή και στο Μπολσεβικικό Κέντρο, τον Μάιο του 1907, αλλά συνελήφθη κατά την επιστροφή του στην Ρωσία. Ο Κάμενεφ ελευθερώθηκε από την φυλακή το 1908 και οι Κάμενεφ πήγαν στο εξωτερικό αργότερα εκείνη τη χρονιά για να βοηθήσουν τον Λένιν να εκδόσει το Μπολσεβίκικο περιοδικό Προλετάριος. Μετά την διάσταση του Λένιν με άλλον ανώτερο Μπολσεβίκο ηγέτη, τον Αλεξάντερ Μπογκντάνοφ, στα μέσα του 1908, ο Κάμενεφ και ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ έγιναν οι βασικοί βοηθοί του Λένιν στο εξωτερικό. Τον βοήθησαν να εκδιώξει τον Μπογκντάνοφ και τους Οτζοβιστές[Σημ 1] οπαδούς του από την Μπολσεβίκικη φράξια του ΡΣΔΕΚ στα μέσα του 1909.

Τον Ιανουάριο του 1910 οι Λενινιστές, οι οπαδοί του Μπογκντάνοφ και διάφορες φράξιες Μενσεβίκων πραγματοποίησαν συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής στο Παρίσι και προσπάθησαν να επανενώσουν το κόμμα. Οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ αμφέβαλαν για την ιδέα, αλλά ήταν πρόθυμοι να προσπαθήσουν κάτω από την πίεση των “συμφιλιωτών” Μπολσεβίκων, όπως ο Βίκτορ Νογκίν. Ο Λένιν ήταν ανυποχώρητα αντίθετος σε κάθε επανένωση, αλλά καταψηφίστηκε μέσα στην Μπολσεβίκικη ηγεσία. Η συνεδρίαση κατέληξε σε προσωρινή συμφωνία και μια από τις αποφάσεις της έκανε την εφημερίδα Πράβδα του Τρότσκι που είχε έδρα την Βιέννη, “κεντρικό όργανο” χρηματοδοτούμενο από το κόμμα. Ο Κάμενεφ, γαμπρός του Τρότσκι, προστέθηκε στην συντακτική επιτροπή από τους Μπολσεβίκους, αλλά οι προσπάθειες ενοποίησης απέτυχαν τον Αύγουστο του 1910, όταν ο Κάμενεφ παραιτήθηκε από την επιτροπή εν μέσω αμοιβαίων αντεγκλήσεων.

Μετά την αποτυχία της προσπάθειας επανένωσης, ο Κάμενεφ συνέχισε να εργάζεται στον Προλετάριο και δίδαξε στο κομματικό σχολείο των Μπολσεβίκων στο Longjumeau κοντά στο Παρίσι[4] που δημιουργήθηκε σαν η Λενινιστική εναλλακτική στο κομματικό σχολείο του Μπογκντάνοφ με έδρα το Κάπρι. Τον Ιανουάριο του 1912, ο Κάμενεφ βοήθησε τον Λένιν και τον Ζινόβιεφ να πείσουν τους αντιπροσώπους στο Συνέδριο των Μπολσεβίκων στην Πράγα να αποσχιστούν από τους Μενσεβίκους και τους Οτζοβιστές. Τον Ιανουάριο του 1914, πήγε στην Αγία Πετρούπολη για να διευθύνει το έργο της Μπολσεβίκικης βερσιόν της Πράβδα και την Μπολσεβίκικη φράξια της Δούμας. Ο Κάμενεφ συνελήφθη μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οδηγήθηκε σε δίκη, όπου απομακρύνθηκε από την αντι-πολεμική θέση του Λένιν. Ο Κάμενεφ εξορίστηκε στην Σιβηρία στις αρχές του 1915 και πέρασε δύο χρόνια εκεί, μέχρι που απελευθερώθηκε από την Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917.

Πριν φύγει από την Σιβηρία, ο Κάμενεφ πραγματικά πρότεινε να σταλεί ένα τηλεγράφημα που να ευχαριστεί τον αδελφό του Τσάρου Μιχαήλ που αρνήθηκε τον θρόνο. Ντρεπόταν τόσο γι' αυτό, που αρνιόταν ότι το έστειλε.[5]

Στις 25 Μαρτίου 1917, ο Κάμενεφ επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη (που μετονομάστηκε σε Πετρούπολη το 1914) από την εξορία στην Σιβηρία. Ο Κάμενεφ και τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Ιωσήφ Στάλιν και Ματβέι Μουράνοφ πήραν τον έλεγχο της αναγεννημένης Μπολσεβίκικης Πράβδα και την έστρεψαν προς τα Δεξιά, με τον Κάμενεφ να διαμορφώνει πολιτική στήριξης με όρους, της νεοσύστατης Ρωσικής Προσωρινής Κυβέρνησης και συμφιλίωσης με τους Μενσεβίκους. Μετά από την επιστροφή του Λένιν στην Ρωσία στις 3 Απριλίου 1917, ο Κάμενεφ αντέδρασε για λίγο στις αντικυβερνητικές Θέσεις του Απρίλη του Λένιν, αλλά σύντομα συντάχθηκε με την γραμμή και υποστήριξε τον Λένιν μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ τσακώθηκαν με τον Λένιν για την αντίδρασή τους πάνω στο ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβριο του 1917.[6] Στις 10 Οκτωβρίου 1917 (παλαιό ημερολόγιο), οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ ήταν τα μόνα δύο μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που ψήφισαν κατά της ένοπλης εξέγερσης. Η δημοσίευση από μέρους τους ενός ανοικτού γράμματος με το οποίο αντιτίθονταν στην χρήση βίας εξόργισε τον Λένιν, ο οποίος απαίτησε την διαγραφή τους από το κόμμα. Ωστόσο, όταν η καθοδηγούμενη από τους Μπολσεβίκους Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή με επικεφαλής τον Άντολφ Γιόφε και το Σοβιέτ της Πετρούπολης, με επικεφαλής τον Τρότσκι οργάνωσαν την εξέγερση, οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ πήγαν μαζί. Στο Δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ ο Κάμενεφ εξελέγη Πρόεδρος του Συνεδρίου και Πρόεδρος της μόνιμης Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής. Αυτή, η δεύτερη, θέση ήταν ισοδύναμη με τον αρχηγό του κράτους σύμφωνα με το Σοβιετικό σύστημα.

Οι Φέλιξ Ντερζίνσκι μπροστά, με τον Τιμοφέι Σαπρόνοφ πίσω και τον Λεβ Κάμενεφ αριστερά, ενώ μεταφέρουν το φέρετρο του Λένιν από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Παβελέτσκι, στο Μέγαρο των Συνδικάτων.

Στις 10 Νοεμβρίου 1917, τρεις ημέρες μετά την Σοβιετική κατάληψη της εξουσίας κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η εκτελεστική επιτροπή του εθνικού εργατικού συνδικάτου σιδηροδρόμων, η Βίκζελ, απείλησε με πανεθνική απεργία, εκτός εάν οι Μπολσεβίκοι μοιράζονταν την εξουσία με τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα και έδιωχναν τους ηγέτες της εξέγερσης, Λένιν και Τρότσκι, από την κυβέρνηση. Οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και οι σύμμαχοί τους στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων υποστήριξαν ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αρχίσουν διαπραγματεύσεις, αφού μια απεργία στους σιδηροδρόμους θα παρέλυε την ικανότητα της κυβέρνησής τους να πολεμήσει τις δυνάμεις που ήταν ακόμα πιστές στην Προσωρινή Κυβέρνηση που είχε ανατραπεί.[7] Αν και οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ είχαν για λίγο την υποστήριξη της πλειοψηφίας της Κεντρικής Επιτροπής και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, η γρήγορη κατάρρευση των αντι-Μπολσεβίκικων δυνάμεων έξω από την Πετρούπολη επέτρεψε στους Λένιν και Τρότσκι να πείσουν την Κεντρική Επιτροπή να εγκαταλείψει την διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Σε απάντηση, οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Αλεξέι Ρίκοφ, Βλαντιμίρ Μιλιούτιν και Βίκτορ Νογκίν παραιτήθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή στις 4 Νοεμβρίου 1917 (παλαιό ημερολόγιο) και ο Κάμενεφ παραιτήθηκε από την θέση του στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν έγραψε μια προκήρυξη αποκαλώντας τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ “λιποτάκτες”[8] και δεν ξέχασε ποτέ την συμπεριφορά τους, κάνοντας τελικά μια διφορούμενη αναφορά στο “Επεισόδιο του Οκτώβρη” στην Διαθήκη του.

Αντιπολίτευση στον Τρότσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1918, ο Κάμενεφ έγινε πρόεδρος του Σοβιέτ της Μόσχας και αμέσως μετά Αναπληρωτής Πρόεδρος του Λένιν στο Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων (κυβέρνηση) και στο Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας. Τον Μάρτιο του 1919, ο Κάμενεφ εξελέγη τακτικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου (Πολιτμπιρό). Η προσωπική του σχέση με τον κουνιάδο του Τρότσκι, η οποία ήταν καλή στον απόηχο της επανάστασης του 1917 και στην διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, μειώνεται όμως μετά το 1920 και για τα επόμενα 15 χρόνια ήταν φίλος και στενός σύμμαχος του Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ενός περισσότερο φιλόδοξου ανθρώπου από τον Κάμενεφ.

Κάμενεφ και Λένιν στο Γκόρκι, 1922

Κατά την διάρκεια της ασθένειας του Λένιν, ο Κάμενεφ ήταν αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων και του Πολιτμπιρό. Μαζί με τον Ζινόβιεφ και τον Ιωσήφ Στάλιν σχημάτισε την κυβερνώσα “τριανδρία” (ή “τρόικα”) μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην περιθωριοποίηση του Τρότσκι. Η τριανδρία διαχειρίστηκε προσεκτικά την εσωκομματική συζήτηση και την διαδικασία επιλογής αντιπροσώπων το φθινόπωρο του 1923 κατά την περίοδο πριν την 13η Συνδιάσκεψη του Κόμματος και εξασφάλισε συντριπτική πλειοψηφία των εδρών. Η Συνδιάσκεψη, έγινε τον Ιανουάριο του 1924 λίγο πριν τον θάνατο του Λένιν και κατήγγειλε τον Τρότσκι και τον “Τροτσκισμό”.

Μετά την ήττα του Τρότσκι στην 13η Συνδιάσκεψη, οι εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Ζινόβιεφ και Κάμενεφ από την μια και Στάλιν από την άλλη έγινε πιο φανερή και απείλησε να βάλει τέλος στην εύθραυστη συμμαχία τους. Παρ’ όλα αυτά, ο Ζινόβιεφ και ιδιαίτερα ο Κάμενεφ βοήθησαν τον Στάλιν να κρατήσει την θέση του ως Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος τον Μάιο – Ιούνιο του 1924 κατά την πρώτη πολεμική για την Διαθήκη του Λένιν. Μετά το Συνέδριο ο Στάλιν άρχισε να κάνει καλυμμένες δημόσιες παρατηρήσεις που στόχευαν προφανώς τον Κάμενεφ και τον Ζινόβιεφ, που σχεδόν κατέστρεψαν την τρόικα.

Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 1924, ο Τρότσκι δημοσίευσε τα Μαθήματα του Οκτώβρη,[9] μια εκτεταμένη περίληψη των γεγονότων του 1917. Στο άρθρο, ο Τρότσκι περιέγραψε την αντίθεση του Κάμενεφ και του Ζινόβιεφ στην κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους το 1917, κάτι που οι δύο θα προτιμούσαν να μην αναφέρεται. Αυτό άρχισε νέο γύρο εσωκομματικής πάλης με τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ ακόμη μια φορά να συμμαχούν με τον Στάλιν κατά του Τρότσκι. Αυτοί και οι υποστηρικτές τους κατηγορούσαν τον Τρότσκι για διάφορα λάθη και χειρότερα στον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο που κατέστρεψαν την στρατιωτική φήμη του τόσο πολύ που αναγκάστηκε τον Ιανουάριο του 1925 να παραιτηθεί από Λαϊκός Επίτροπος Στρατού και Στόλου και από Πρόεδρος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου. Ο Ζινόβιεφ απαίτησε την διαγραφή του Τρότσκι από το Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Στάλιν όμως αρνήθηκε να συμφωνήσει και επιδέξια έπαιξε τον ρόλο του μετριοπαθή.

Ρήγμα με τον Στάλιν (1925)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον Τρότσκι στο περιθώριο, η τριανδρία Ζινόβιεφ-Κάμενεφ-Στάλιν άρχισε τελικά να διαλύεται στις αρχές 1925. Οι δύο πλευρές πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μαζεύοντας υποστήριξη στο παρασκήνιο. Ο Στάλιν έκανε συμμαχία με τον θεωρητικό του Κομμουνιστικού Κόμματος και εκδότη της Πράβδα Νικολάι Μπουχάριν και τον Σοβιετικό Πρωθυπουργό Αλεξέι Ρίκοφ. Οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ συμμάχησαν με την χήρα του Λένιν, Ναντέζντα Κρούπσκαγια και τον Γκριγκόρι Σοκόλνικοφ, τον Λαϊκό Επίτροπο Οικονομικών και υποψήφιο μέλος του Πολιτμπιρό. Η συμμαχία τους έγινε γνωστή ως η Νέα Αντιπολίτευση.

Η πάλη έγινε ανοικτή στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής τον Σεπτέμβριο του 1925 και έφθασαν σε αποφασιστικό στάδιο στο 14ο Συνέδριο του Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1925, όταν ο Κάμενεφ ζήτησε δημόσια την απομάκρυνση του Στάλιν από την θέση του Γενικού Γραμματέα. Μόνο με την αντιπροσωπεία του Λένινγκραντ (ελεγχόμενη από τον Ζινόβιεφ) πίσω τους, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ βρέθηκαν μικρή μειοψηφία και ηττήθηκαν καθ’ ολοκληρία ενώ ο Τρότσκι παρέμεινε σιωπηλός κατά την διάρκεια του Συνεδρίου. Ο Ζινόβιεφ επανεξελέγη στο Πολιτμπιρό, αλλά ο Κάμενεφ υποβιβάστηκε από τακτικό μέλος σε μέλος χωρίς ψήφο και ο Σοκόλνικοφ έμεινε έξω εντελώς, ενώ ο Στάλιν εξέλεξε τους περισσότερους από τους συμμάχους του στο Πολιτμπιρό.

Ο πρώτος γάμος του Κάμενεφ άρχισε να αποσυντίθεται αρχίζοντας με τον υποτιθέμενο δεσμό του Κάμενεφ με την Βρετανίδα γλύπτρια Κλερ Σέρινταν το 1920.[10] Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 εγκατέλειψε την Όλγα Καμένεβα για την Τατιάνα Γκλεμπόβα,[11] με την οποία είχε ένα γιο, τον Βλαντιμίρ Γκλεμπόφ (1929-1994).[12]

Μπούστο (προτομή) του Κάμενεφ, φιλοτεχνημένη από την Κλερ Σέρινταν

Αντιπολίτευση στον Στάλιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια ανάπαυλα στην εσωκομματική μάχη την άνοιξη του 1926, οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και οι υποστηρικτές τους ήρθαν πιο κοντά με τους υποστηρικτές του Τρότσκι και οι δύο ομάδες σύντομα σχημάτισαν συμμαχία, η οποία ενσωμάτωσε επίσης κάποιες μικρότερες αντιπολιτευτικές ομάδες μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η συμμαχία έγινε γνωστή ως Ενωμένη Αντιπολίτευση. Στην νέα περίοδο της εσωκομματικής μάχης μεταξύ της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του Ιουλίου 1926 και του 15ης Συνδιάσκεψης του Κόμματος τον Οκτώβριο του 1926, η Αντιπολίτευση ηττήθηκε και ο Κάμενεφ έχασε την έδρα του στο Πολιτμπιρό στο Συνέδριο.

Ο Κάμενεφ παρέμεινε σε αντίθεση με τον Στάλιν σε όλο το 1926 και 1927, με αποτέλεσμα την αποπομπή του από την Κεντρική Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1927. Μετά την διαγραφή των Ζινόβιεφ και Τρότσκι από το Κομμουνιστικό Κόμμα στις 12 Νοεμβρίου 1927, ο Κάμενεφ παρέμεινε ο κύριος εκπρόσωπος της Αντιπολίτευσης μέσα στο Κόμμα και εκπροσώπησε τις θέσεις της στο 15ο Συνέδριο του Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1927. Ο Κάμενεφ χρησιμοποίησε την περίσταση για να κάνει έκκληση για συμφιλίωση. Ωστόσο, καθώς η ομιλία του διακόπηκε είκοσι τέσσερις φορές από τους αντιπάλους του – Μπουχάριν, Ριούτιν και Καγκάνοβιτς – έγινε φανερό ότι οι προσπάθειες του Κάμενεφ να κερδίσει την κατανόηση ήταν ανώφελες.[13] Το Συνέδριο κήρυξε τις απόψεις της Αντιπολίτευσης ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του μέλους του Κομμουνιστικού Κόμματος και διέγραψε τον Κάμενεφ και δεκάδες από τους κορυφαίους αντιπολιτευομένους από το Κόμμα, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για μαζικές διαγραφές απλών μελών της αντιπολίτευσης καθώς και την εσωτερική εξορία για τους ηγέτες της αντιπολίτευσης στις αρχές του 1928.

Υποταγή στον Στάλιν και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Τρότσκι παρέμενε σταθερός στην αντίθεσή του στον Στάλιν μετά την διαγραφή του από το Κόμμα και την επακόλουθη εξορία, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ συνθηκολόγησαν σχεδόν αμέσως και κάλεσαν τους οπαδούς τους να κάνουν το ίδιο. Έγραψαν ανοικτά γράμματα αναγνωρίζοντας τα λάθη τους και έγιναν και πάλι δεκτοί στο Κομμουνιστικό Κόμμα μετά από έξι μηνών περίοδο υπαναχώρησης. Ποτέ δεν ανέκτησαν τις έδρες τους στην Κεντρική Επιτροπή, αλλά τους δόθηκαν μεσαίου επιπέδου θέσεις στην Σοβιετική γραφειοκρατία. Τον Κάμενεφ και, έμμεσα, τον Ζινόβιεφ, τους φλέρταρε ο Μπουχάριν, τότε στις αρχές του σύντομου και άτυχου αγώνα με τον Στάλιν, το καλοκαίρι του 1928, κάτι που σύντομα αναφέρθηκε στον Ιωσήφ Στάλιν και χρησιμοποιήθηκε εναντίον του Μπουχάριν σαν απόδειξη του φραξιονισμού του.

Ζινόβιεφ και Κάμενεφ παρέμειναν πολιτικά ανενεργοί μέχρι τον Οκτώβριο του 1932, όταν διαγράφηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα για αμέλεια να πληροφορήσουν για αντιπολιτευτικά μέλη του κόμματος στην Υπόθεση Ριούτιν. Αφού ακόμη μια φορά παραδέχθηκαν τα υποτιθέμενα λάθη τους, ξαναέγινα δεκτοί στο κόμμα τον Δεκέμβριο του 1933. Αναγκάστηκαν να κάνουν αυτό-μαστιγωτικές ομιλίες στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος τον Ιανουάριο του 1934 όταν ο Στάλιν επιδείκνυε τους πρώην πολιτικούς του αντιπάλους, τώρα ηττημένους και φανερά συντετριμμένους.

Αφού η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ την 1η Δεκεμβρίου 1934 οδήγησε στις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις του Στάλιν, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ και οι στενότεροι συνεργάτες τους διαγράφηκαν ακόμα μια φορά από το Κομμουνιστικό Κόμμα και συνελήφθησαν τον Δεκέμβριο του 1934. Αυτή την εποχή έγραψε ένα γράμμα στον Στάλιν. “Σε μια εποχή όπου η ψυχή μου είναι γεμάτη με τίποτα άλλο, παρά αγάπη για το κόμμα και την ηγεσία του, όπου, έχοντας ζήσει μέσα από δισταγμούς και αμφιβολίες, μπορώ θαρραλέα να πω ότι έμαθα με κάθε εκτίμηση να εμπιστεύομαι κάθε ενέργεια της Κεντρικής Επιτροπής, και κάθε απόφαση που εσύ παίρνεις, σύντροφε Στάλιν”, έγραψε ο Κάμενεφ. “Έχω συλληφθεί για τους δεσμούς μου με ανθρώπους που είναι ξένοι και αηδιαστικοί”. Δικάστηκαν τον Ιανουάριο του 1935 και αναγκάστηκαν να παραδεχθούν “ηθική συνενοχή” Ο Ζινόβιεφ δικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή και ο Κάμενεφ σε πέντε. Ο Κάμενεφ κατηγορήθηκε χωριστά στις αρχές του 1935 σε σχέση με την Υπόθεση του Κρεμλίνου και, αν και αρνήθηκε να ομολογήσει, καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή.

Τον Αύγουστο του 1936, μετά από μήνες προσεκτικών προετοιμασιών και πρόβες στις φυλακές της Σοβιετικής μυστικής αστυνομίας, ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ και 14 άλλοι, κυρίως Παλιοί Μπολσεβίκοι, οδηγήθηκαν και πάλι σε δίκη. Αυτή τη φορά οι κατηγορίες περιλάμβαναν τον σχηματισμό τρομοκρατικής οργάνωσης που υποτίθεται δολοφόνησε τον Κίροφ και προσπάθησε να δολοφονήσει τον Ιωσήφ Στάλιν και άλλους ηγέτες της Σοβιετικής Κυβέρνησης. Αυτή δίκη των Δεκαέξι (ή δίκη του “Τροτσκιστικού-Ζινοβιεφικού Τρομοκρατικού Κέντρου”) ήταν μία από Δίκες Παρωδία της Μόσχας και έθεσε τις βάσεις για τις επόμενες δίκες παρωδίες όπου οι Παλαιοί Μπολσεβίκοι ομολόγησαν όλο και πιο περίτεχνα και τερατώδη εγκλήματα, περιλαμβανομένων της κατασκοπίας, δηλητηρίασης, σαμποτάζ και ούτω καθεξής. Όπως και οι άλλοι κατηγορούμενοι, ο Κάμενεφ κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στις 25 Αυγούστου 1936.

Οι Κάμενεφ, Ζινόβιεφ και οι συγκατηγορούμενοί τους απαλλάχθηκαν επίσημα όλων των κατηγοριών από την Σοβιετική κυβέρνηση το 1988, κατά την διάρκεια της περεστρόικα.

Η μοίρα της οικογένειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εκτέλεση του Κάμενεφ, οι συγγενείς του υπέστησαν μια παρόμοια μοίρα. Ο δεύτερος γιος του Κάμενεφ, Γ. Λ. Κάμενεφ, εκτελέστηκε στις 30 Ιανουαρίου 1938, σε ηλικία 17 ετών. Ο μεγαλύτερος γιός του, αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας Α. Λ. Κάμενεφ, εκτελέστηκε στις 15 Ιουλίου 1939, σε ηλικία 33 ετών. Η πρώτη του γυναίκα, η Όλγα, εκτελέστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1941, στο δάσος Μεντβέντεφ έξω από το Οριόλ, μαζί μα τον Κριστιάν Ρακόφσκι, την Μαρία Σπιριδόνοβα και 160 άλλους σημαντικούς πολιτικούς κρατούμενους.[12] Μόνο ο νεώτερος γιος του, Βλαντιμίρ Γκλεμπόφ, επέζησε από τις φυλακές του Στάλιν και τα στρατόπεδα εργασίας, και πέθανε το 1994.[14]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dmitri Volkogonov, Lenin. A New Biography, translated and edited by Harold Shukman (New York: The Free Press, 1994), p. 185.
  2. Lindemann, Albert S. Esau's Tears: Modern Anti-Semitism and the Rise of the Jews. Cambridge University Press. p. 430. ISBN 0-521-79538-9.
  3. For a summary of Kamenev's revolutionary activities between 1901 and 1917, see Vladimir Lenin's Collected Wêorks, Volume XX, International Publishers, 1929, ISBN 1-4179-1577-3 p.353
  4. See Adam Bruno Ulam. Stalin: The Man and His Era, Boston, Beacon Press, 1973,ISBN 0-8070-7005-X p.112
  5. Simon Sebag Montefiore, Young Stalin, page 262
  6. p.221, David Evans and Jane Jenkins, Years of Russia and the USSR 1851-1991, Hodder Murray, 2001
  7. For an account of the discussions within the Bolshevik leadership in November 1917, see Elizabeth A. Wood. The Baba and the Comrade: Gender and Politics in Revolutionary Russia, Indiana University Press, 1997, ISBN 0-253-21430-0 p. 70
  8. V. I. Lenin (Written on November 5 or 6 (18 or 19), 1917). «FROM THE CENTRAL COMMITTEE OF THE RUSSIAN SOCIAL DEMOCRATIC LABOUR PARTY (BOLSHEVIKS)». Collected Works, 4th English Edition, Progress Publishers, Moscow, 1964 Vol. 26, pp. 303-307.. http://www.marx2mao.com/Lenin/FCCb17.html. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2016.  marx2mao.com
  9. Λέον Τρότσκι. «Tα Μαθήματα του Οκτώβρη». "Νέα Προοπτική" αρ. φ. 513. http://eek.gr/index.php/articles/theory/95-2011-11-15-00-19-48. Ανακτήθηκε στις 30 Απριλίου 2016. 
  10. See Elisabeth Kehoe. The Titled Americans: Three American Sisters and the English Aristocratic World Into Which They Married, Atlantic Monthly Press, 2004,ISBN 0-87113-924-3, p.325.
  11. See Robert Conquest. The Great Terror: A Reassessment, New York, Oxford University Press, 1990, ISBN 0-19-505580-2 and ISBN 0-19-507132-8 (pbk), p. 76.
  12. 12,0 12,1 See Michael Parrish. The Lesser Terror: Soviet State Security, 1939-1953, Westport, CT, Praeger Publishers, 1996, ISBN 0-275-95113-8 p. 69.
  13. Lewis H. Siegelbaum, Soviet State and Society Between Revolutions, 1918–1929,Cambridge University Press, Cambridge, 1992, p.189-190. ISBN 978-0-521-36987-9
  14. Geert Mak, In Europa, 2009. Episode "1933, Russia"

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οτζοβιστές - από το ρωσικό ρήμα οτζιβάτ που σημαίνει ανακαλώ, Ιστορία του Κ.Κ. της Σ.Ε., Σύγχρονη Εποχή, 1976, σελ. 139.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]