Λεβοντόπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χημικός τύπος
L-DOPA
3,4-Dihydroxy-L-phenylalanin (Levodopa).svg
Levodopa 3D ball.png
Ονομασία IUPAC
(S)-2-Αμινο-3-(3,4-διυδροξυφαινυλο)προπανοϊκό οξύ
Κλινικές δοκιμές
Κατηγορία ασφαλείας κύησης
  • AU: B3
  • US: C (Risk not ruled out)
Οδοί
χορήγησης
από του στόματος, ενδοφλέβια
Κυκλοφορία
Κυκλοφορία
  • AU: Prescription Only (S4)
  • UK: συνταγογραφούμεμο φάρμακο
  • US: συνταγογραφούμεμο φάρμακο μόνο Από του στόματος δισκία, OTC εκχύλισμα Mucuna pruriens
Pharmacokinetic data
Bioavailability30%
MetabolismΑρωματική αποκαρβοξυλάση L-αμινοξέος
Biological half-life0.75–1.5 hours
Excretionνεφρική 70–80%
Κωδικοί
Αριθμός CAS59-92-7 YesY
Κωδικός ATCN04BA01
PubChemCID 6047
IUPHAR/BPS3639
DrugBankDB01235 YesY
ChemSpider5824 YesY
UNII46627O600J YesY
KEGGD00059 YesY
ChEBICHEBI:15765 YesY
ChEMBLCHEMBL1009 YesY
Χημικά στοιχεία
Χημικός τύποςC9H11NO4
Μοριακή μάζα197,19 g·mol−1
  (verify)

Η λεβοντόπα ή L-DOPA είναι μια κατεχολαμίνη (παράγωγο του αμινοξέος τυροσίνη), πρόδρομο μόριο της ντοπαμίνης. Η λεβοντόπα χρησιμοποιείται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της νόσου Πάρκινσον, καθώς στη νόσο αρχικού σταδίου μετατρέπεται από τους εναπομείναντες νευρώνες στη μέλαινα ουσία σε ντοπαμίνη, το μόριο το οποίο βρίσκεται σε έλλειψη στην ασθένεια. Η λεβοντόπα χρησιμοποιείται στη θεραπεία του Πάρκινσον επειδή η ίδια η ντοπαμίνη δε μπορεί να εισέλθει στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η λεβοντόπα αποκαρβοξυλιώνεται σε μεγάλο βαθμό στη περιφέρεια σε ντοπαμίνη. Για να σταματήσει αυτή η αποκαρβοξυλίωση στη περιφέρεια χρησιμοποιείται η καρβιντόπα. Η χορήγηση λεβοντόπας μειώνει τη δυσκαμψία, το τρόμο και μειώνει τη βαρύτητα της νόσου, όμως ύστερα από τρία με πέντε χρόνια η απόκριση μειώνεται επειδή ο αριθμός των νευρώνων που μπορούν να τη μεταβολίσουν σε ντοπαμίνη είναι πλέον πολύ μικρός.

Διατροφικά συμπληρώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυτικά εκχυλίσματα που περιέχουν L-DOPA είναι διαθέσιμα: υψηλής-απόδοσης πηγές περιλαμβάνουν το Mucuna pruriens (βελούδινο φασόλι)[1] και το Vicia faba (κουκί),[2] ενώ άλλες πηγές περιλαμβάνουν τα γένη Phanera, Piliostigma, Cassia, Canavalia και Dalbergia.[3]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Richard A. Harvey, Pamela C. Champe (2007). Φαρμακολογία (3η έκδοση). Εκδόσεις Παρισιάνου. σελίδες 103–105. ISBN 978-960-394-502-4. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


  1. Pankaj Oudhia. «Kapikachu or Cowhage». Ανακτήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2013. 
  2. Singh, AK; Bharati, RC; Manibhushan, NC; Pedpati, A (December 2013). «An assessment of faba bean (Vicia faba L.) current status and future prospect» (PDF). African Journal of Agricultural Research 8 (50): 6634–6641. doi:10.5897/AJAR2013.7335. http://www.academicjournals.org/article/article1387443711_Singh%20et%20al.pdf. 
  3. Ingle, PK (May–June 2003). «L-DOPA bearing plants». Natural Product Radiance 2 (3): 126–133.