Λατομικό ορυκτό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατομικά ορυκτά ονομάζονται τα ορυκτά, τα οποία δεν ανήκουν στην κατηγορία των μεταλλευμάτων ή μεταλλευτικών ορυκτών, κατά τις διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα (ν.δ. 210/1973, ΦΕΚ 277 Α’).Τα λατομικά ορυκτά διακρίνονται σε 3 κατηγορίες : α) μάρμαρα, σχιστολιθικές πλάκες και λοιπά διακοσμητικά πετρώματα β) τα αδρανή υλικά και γ) τα βιομηχανικά ορυκτά[1][2].

α. Μάρμαρα και φυσικοί λίθοι

Εξορυχθέντες όγκοι μαρμάρου.
Η ταυτότητα των λατομείων μαρμάρων στην Ελλάδα

Στην κατηγορία των μαρμάρων ανήκουν διάφορα πετρώματα, ποικίλων χρωμάτων, εξορυσσόμενα σε όγκους, επιδεκτικά κοπής σε πλάκες, λειάνσεως και στιλβώσεως, καθώς και ο πωρόλιθος, το αλάβαστρο και ο όνυχας.

Στην κατηγορία των φυσικών λίθων ανήκουν οι λαξευτοί δομικοί λίθοι, οι σχιστολιθικές και οι ασβεστολιθικές πλάκες και παρεμφερή πετρώματα χρησιμοποιούμενα για δομικούς και διακοσμητικούς σκοπούς.

β. Αδρανή υλικά

Η ταυτότητα του τομέα αδρανών υλικών σε Ευρώπη και Ελλάδα

Στην κατηγορία των αδρανών υλικών υπάγονται τα υλικά διαφόρων διαστάσεων, που προέρχονται από την εξόρυξη και θραύση πετρωμάτων ή την απόληψη φυσικών αποθέσεων θραυσμάτων τους και είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν όπως έχουν ή μετά από θραύση ή λειοτρίβηση ή ταξινόμηση για την παρασκευή σκυροδεμάτων ή κονιαμάτων ή με μορφή σκύρων ή μεγαλύτερων τεμαχίων στην οδοποιία ή λοιπά τεχνικά έργα ή οικοδομές, καθώς και τα υλικά τα προερχόμενα από την εξόρυξη ασβεστολιθικών πετρωμάτων και χρησιμοποιούμενα για την παραγωγή ασβέστου ή υδραυλικών κονιών ή συλλιπασμάτων μεταλλουργίας.

Τα Αδρανή υλικά προέρχονται επίσης από την ανακύκλωση αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (ΑΕΚΚ)[3] ή «τεχνητά» αδρανή,τα οποία παράγονται από βιομηχανική επεξεργασία αποβλήτων, παραπροϊόντων και υπολειμμάτων. Τέλος, αδρανή υλικά είναι δυνατόν να προέρχονται από αμμοληψίες. Η αδειοδότηση έργων που αφορούν σε αμμοληψίες ή χαλικοληψίες από κοίτες ποταμών, χειμάρρων και υδατορρεμάτων διέπεται από ειδικό καθεστώς[4]

γ. Βιομηχανικά ορυκτά

Ελληνικός περλίτης, Μεταλλευτικό Μουσείο Μήλου.

Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών ανήκουν όσα λατομικά ορυκτά δεν υπάγονται στις ανωτέρω κατηγορίες. Τέτοια είναι ιδίως ο καολίνης, ο μπεντονίτης, η κιμωλία, ο γύψος, ο περλίτης, η κίσσηρις, η θηραϊκή γη, ο χαλαζίας, η χαλαζιακή άμμος, οι ποζολάνες, οι ζεόλιθοι, καθώς και οι άργιλοι και μάργες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία.

Τα λατομικά ορυκτά ανήκουν στον ιδιοκτήτη του εδάφους, ο οποίος δικαιούται αποκλειστικά να τα ερευνά και εκμεταλλεύεται με τις προϋποθέσεις και περιορισμούς της λατομικής νομοθεσίας, που απαιτεί τη λήψη ειδικής αδείας, που χορηγείται εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν προκαλούνται προβλήματα και οχλήσεις σε περιοίκους, αρχαιολογικούς χώρους, κτίσματα οικισμούς, δημόσια έργα και περιβάλλον και εφόσον υποβληθούν και αξιολογηθούν ειδικές τεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες[5][6].

Σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία[5], για κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση σε ό,τι αφορά την κατηγορία υπαγωγής ορυκτού ή πετρώματος, αποφαίνεται ο αρμόδιος υπουργός μετά από γνωμοδότηση του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών & Μελετών (Ι.Γ.Μ.Ε.Μ.) του Εθνικού Κέντρου Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης (Ε.Κ.Β.Α.Α.), το οποίο συνεκτιμά και τη χρήση, για την οποία το ορυκτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης.

Η εκμετάλλευση των λατομικών ορυκτών πραγματοποιείται στην πλείστες των περιπτώσεων με επιφανειακή εξόρυξη. Επίσης είναι δυνατή η υπόγεια εκμετάλλευση των κοιτασμάτων (πχ. του μαρμάρου) με την εφαρμογή της μεθόδου θαλάμων και στύλων αλλά και λατομείων αδρανών υλικών, των οποίων η προώθηση υπαγορεύεται από την στενότητα των υπαίθριων χώρων πλησίον κατοικημένων περιοχών αλλά και για κατεξοχήν περιβαλλοντικούς λόγους. Στην Ελλάδα, η υπόγεια εξόρυξη πέραν από τα μεταλλεία, έχει δειλά αρχίσει να εφαρμόζεται και στα λατομικά ορυκτά συνδυαστικά με την επιφανειακή εκμετάλλευση, με τρεις υφιστάμενες εφαρμογές (μία στο ∆ιονυσοβούνι Αττικής και δύο νεώτερες στο Βώλακα Δράμας για τα μάρμαρα) διαθέτοντας συγκριτικά πλεονεκτήματα, εντούτοις ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους κινδύνους αστοχίας κ.α. που ανακύπτουν στις υπόγειες εκμεταλλεύσεις και σχετίζονται κυρίως με την συμπεριφορά των περιβαλλόντων πετρωμάτων[7][8].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]