Κόρντισεπς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κόρντισεπς
Cordyceps militaris
Cordyceps militaris
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Μύκητες
Συνομοταξία: Ασκομύκητες
Ομοταξία: Σορδαριομύκητες
Τάξη: Hypocreales
Οικογένεια: Cordycipitaceae
Γένος: Cordyceps
Fr. (1818)
Τυπικό είδος
Cordyceps militaris
(L.) Fr. (1818)
Species

περίπου 400

Το Κόρντισεπς (Cordyceps / kɔːrdəsɛps /) είναι ένα γένος ασκομυκήτων, που περιλαμβάνει περίπου 400 είδη. Όλα τα είδη Cordyceps είναι ενδοπαρασιτοειδή, παρασιτικά κυρίως σε έντομα και άλλα αρθρόποδα (ως εκ τούτου είναι εντομοπαθογόνοι μύκητες). Ορισμένα είναι παρασιτικά σε άλλους μύκητες. Μέχρι πρόσφατα, το γνωστότερο είδος του γένους ήταν το Cordyceps sinensis, [1], που για πρώτη φορά καταγράφηκε ως yartsa gunbu σε θιβετιανό κείμενο του 15ου αιώνα του Νυάμνυι Ντόρτζε (Nyamnyi Dorje), Ένας Ωκεανός με Αφροδισιακές Ιδιότητες[2].

Το γενικό όνομα Cordyceps προέρχεται από την ελληνική λέξη «κορδύλη», που σημαίνει ρόπαλο, και το λατινικό -ceps, που σημαίνει «κεφάλι». Αρκετά είδη Cordyceps θεωρούνται φαρμακευτικά μανιτάρια στις κλασικές ασιατικές φαρμακολογίες, ανάμεσά τους στα παραδοσιακά κινεζικά[3][4] και θιβετιανά φάρμακα.

Το γένος έχει παγκόσμια κατανομή και τα περισσότερα από τα περίπου 400 είδη[5] έχουν περιγραφεί από την Ασία (κυρίως Νεπάλ, Κίνα, Ιαπωνία, Μπουτάν, Κορέα, Βιετνάμ και Ταϊλάνδη). Τα είδη Cordyceps απαντώνται άφθονα σε διάφορες ποικιλίες σε υγρά εύκρατα και τροπικά δάση.

Φαρμακολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένα είδη Cordyceps είναι πηγές βιοχημικών ουσιών με ενδιαφέρουσες βιολογικές και φαρμακολογικές ιδιότητες[6], όπως η κορδισεπίνη (cordycepin). Η αναμόρφωση του C. subsessilis ήταν η πηγή της κυκλοσπορίνης -ενός ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου χρήσιμου σε μεταμοσχεύσεις ανθρώπινων οργάνων, καθώς αναστέλλει την απόρριψη[7] . Η φινγκολιμόδη (fingolimod), σφιγγολιπίδιο που χρησιμοποιείται για την θεραπεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας, είναι τροποποιημένη μυριοκίνη που απομονώθηκε από το Isaria sinclairii, την τελεομορφική αναπαραγωγική φάση του Cordyceps sinclairii[8].

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Holliday, John; Cleaver, Matt; (2008). «Medicinal Value of the Caterpillar Fungi Species of the Genus Cordyceps (Fr.) Link (Ascomycetes). A Review» (PDF). International Journal of Medicinal Mushrooms (New York: Begell House) 10 (3): 219–234. doi:10.1615/IntJMedMushr.v10.i3.30. ISSN 1521-9437. http://www.alohamedicinals.com/cordycepsIJM1003.pdf. 
  2. Winkler, D. 2008a. Yartsa Gunbu (Cordyceps sinensis) and the Fungal Commodification of the Rural Economy in Tibet AR. Economic Botany 63.2: 291–306
  3. Halpern, Georges M. (2007). Healing Mushrooms. Square One Publishers, σελ. 65–86. ISBN 978-0-7570-0196-3. http://www.alohamedicinals.com/HealingMush_Private_10-18-06.pdf. 
  4. Zhu, J.-S.; Halpern, G. M.; Jones, K. (1998). «The Scientific Rediscovery of a Precious Ancient Chinese Herbal Regimen: Cordyceps sinensis: Part II». The Journal of Alternative and Complementary Medicine 4 (4): 429–457. doi:10.1089/acm.1998.4.429. ISSN 1075-5535. 
  5. Sung, Gi-Ho; Nigel L. Hywel-Jones, Jae-Mo Sung, J. Jennifer Luangsa-ard, Bhushan Shrestha and Joseph W. Spatafora (2007). «Phylogenetic classification of Cordyceps and the clavicipitaceous fungi». Stud Mycol 57 (1): 5–59. doi:10.3114/sim.2007.57.01. PMID 18490993. 
  6. Holliday, John; Cleaver, Phillip; Lomis-Powers, Megan; Patel, Dinesh (2004). «Analysis of Quality and Techniques for Hybridization of Medicinal Fungus Cordyceps sinensis (Berk.)Sacc. (Ascomycetes)» (PDF). International Journal of Medicinal Mushrooms (New York: Begell House) 6 (2): 152. doi:10.1615/IntJMedMushr.v6.i2.60. ISSN 1521-9437. http://www.alohamedicinals.com/cordy_IJMM_hybrid_article.pdf. 
  7. Holliday, John (2005). «Cordyceps». Στο: Coates, Paul M., επιμ (PDF). Encyclopaedia of Dietary Supplements. 1. Marcel Dekker, σελ. 4 of Cordyceps Chapter. http://www.alohamedicinals.com/cordyceps.pdf. 
  8. Chun J, Brinkmann V. A Mechanistically Novel, First Oral Therapy for Multiple Sclerosis: The Development of Fingolimod (FTY720, Gilenya). Discovery medicine. 2011;12(64):213-228.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]