Κόλπος Πλέντυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κόλπος Πλέντυ
Bay of Plenty in New Zealand.svg
ΧώραΝέα Ζηλανδία
Διοικητική υπαγωγήΝέα Ζηλανδία
Έκταση12 231 km²
Γεωγραφικές συντεταγμένες38°12′0″S 176°54′0″E
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Η ακτή του Κόλπου Πλέντυ στις εκβολές του ποταμού Φακατάνε, με κύματα ύψους 2 μέτρων

Ο Κόλπος Πλέντυ (αγγλ. Bay of Plenty, μάορι Te Moana-a-Toi) είναι ο μεγαλύτερος ανοικτός κόλπος στη βόρεια-βορειοανατολική ακτή του Βόρειου Νησιού της Νέας Ζηλανδίας, στον Ειρηνικό Ωκεανό. Εκτείνεται σε πλάτος 260 χιλιομέτρων, από τη Χερσόνησο Κορομάντελ στα δυτικά μέχρι το Ακρωτήριο Ράναγουεϊ στα ανατολικά. Ο κόλπος έδωσε το όνομά του στην ομώνυμη Περιφέρεια του Κόλπου Πλέντυ, μία από τις 16 περιφέρειες της Νέας Ζηλανδίας, που εκτείνεται σε τριγωνικό σχήμα στο εσωτερικό και περιλαμβάνει αρκετά νησιά του κόλπου. Το αγγλικό όνομα, που σημαίνει «Κόλπος της Αφθονίας», δόθηκε από τον Τζέιμς Κουκ όταν παρατήρησε τα άφθονα αποθέματα τροφίμων σε αρκετά χωριά των Μάορι εκεί, σε κτυπητή αντίθεση με την προηγούμενη εντύπωσή του από παρατηρήσεις στον Κόλπο Πόβερτυ (= «Κόλπο της Φτώχειας»).

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγροτικές εκτάσεις κοντά στις ακτές του Κόλπου Πλέντυ (2014)
Η παραλία Πουκεχίνα

O Κόλπος Πλέντυ περιλαμβάνει 9.500 km² χωρικών υδάτων της Νέας Ζηλανδίας.[1] Υπάρχουν αρκετά νησιά στον κόλπο, με πιο αξιοσημείωτα τα Μέυορ (Τουχούα), Μοτίτι, Χουέιλ (Μοουτοχόρα) και το ενεργό ηφαίστειο-νησί Χουάιτ (Φακαάρι).

Η γεωγραφικώς προσδιοριζόμενη ακτογραμμή του Κόλπου Πλέντυ ανέρχεται σε 259 χιλιόμετρα. Η ακτή από την παραλία Waihi στα δυτικά μέχρι το Οπάπε ορίζεται ως αμμώδης, ενώ από το Οπάπε μέχρι το Ακρωτήριο Ράναγουεϊ ως βραχώδης.[2] Λιμάνια αρκετά μεγάλα είναι αυτά των Ταουράνγκα, Φακατάνε και Οχίγουα. Οι μεγάλοι σχετικώς ποταμοί που χύνονται στον κόλπο είναι οκτώ: οι Γουαϊρόα, Καϊτούνα, Ταραγουέρα, Ρανγκιτάικι, Φακατάνε, Βαϊοέκα, Μότου και Ραουκοκόρε.[1] Οι σημαντικότεροι υγρότοποι εκβολών είναι ο Μακέτου στον παλαιό ρου του Καϊτούνα, ο Φακατάνε, ο Γουαϊοτάχε και ο Γουαϊοέκα-Οτάρα.

Κάτω από τον βυθό του Κόλπου Πλέντυ εκτείνεται το βορειότερο τμήμα της «Ηφαιστειακής Ζώνης Taupo», που ξεκινά από το κέντρο του Βόρειου Νησιού και καταλήγει στη μικρή Νήσο Χουάιτ (Φακαάρι), ένα ενεργό ηφαίστειο που προσελκύει τουρίστες. Η έκρηξη του όρους Ταραγουέρα το 1886 και ο σεισμός του 1987 στο Έτζκουμπ ήταν δύο καταστροφές που σχετίζονται με τη γεωλογική δραστηριότητα στη Ζώνη Taupo.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις των Μάορι, η ακτή του Κόλπου Πλέντυ υπήρξε το μέρος όπου πρωτοέφθασαν αρκετά «κανώ μεταναστεύσεως» των Μάορι, ποντοπόρα σκάφη που έφεραν εποικιστές Μάορι στη Νέα Ζηλανδία, όπως τα Mataatua, Nukutere, Tākitimu, Arawa και Tainui.[3] Η αρχική εγκατάσταση Μάορι έδωσε πολλά από τα ονόματα σημερινών κωμοπόλεων και πόλεων της περιοχής.

Η πρώτη καταγεγραμμένη άφιξη Ευρωπαίων έγινε όταν ο Τζέιμς Κουκ διέπλευσε τον Κόλπο Πλέντυ το 1769. Ο Κουκ σημείωσε τα άφθονα αποθέματα τροφίμων σε αρκετά χωριά των Μάορι εκεί, σε κτυπητή αντίθεση με την προηγούμενη εντύπωσή του από παρατηρήσεις στον Κόλπο Πόβερτυ (= «Κόλπο της Φτώχειας») στην ανατολική ακτή, και από αυτό προέκυψε το αγγλικό όνομα του κόλπου, που σημαίνει «Κόλπος της Αφθονίας». Οι μετέπειτα αναφορές Ευρωπαίων για την περιοχή είναι ελάχιστες μέχρι την άφιξη του ιεραποστόλου Σάμουελ Μάρσντεν (Samuel Marsden, 1765-1838) στην Ταουράνγκα το 1820. Φαλαινοθηρικοί σταθμοί λειτούργησαν στον Κόλπο τον 19ο αιώνα.[4]

Κατά τις δεκαετίες του 1820 και του 1830, βόρειες φυλές (iwi) των Μάορι, όπως η Ngā Puhi, εισέβαλαν στις ακτές του Κόλπου Πλέντυ κατά την εκστρατεία τους σε όλο το Βόρειο Νησί, πολεμώντας τις τοπικές φυλές στους λεγόμενους «Πολέμους των μουσκέτων». Μετά το 1830 οι επαφές μεταξύ Μάορι και Ευρωπαίων αυξήθηκαν δια του εμπορίου[5], αλλά λίγοι Ευρωπαίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.[6] Την ίδια περίοδο αυξήθηκε επίσης η ιεραποστολική δράση στην περιοχή.[3] Το 1853 η Νέα Ζηλανδία απέκτησε τις πρώτες της διοικητικές διαιρέσεις, τις επαρχίες, και ο Κόλπος Πλέντυ ενσωματώθηκε στην Επαρχία του Ώκλαντ.

Οι συγκρούσεις επέστρεψαν στον Κόλπο Πλέντυ τη δεκαετία του 1860 με τους Πολέμους της Νέας Ζηλανδίας. Αρχικώς υπήρξε η υποστήριξη της φυλής Ταουράνγκα προς τη φυλή Γουαϊκάτο στη σύγκρουση της τελευταίας με την αποικιακή κυβέρνηση. Σε αντίποινα το Βρετανικό Στέμμα και οι σύμμαχες των Βρετανών δυνάμεις των Μάορι επιτέθηκαν στη φυλή Ταουράνγκα. Αυτή ήταν η Εκστρατεία Ταουράνγκα, κατά την οποία σημειώθηκε η περίφημη Μάχη της Gate Pā το 1864. Περαιτέρω συγκρούσεις με την κυβέρνηση προέκυψαν το 1865 με αφορμή τη δολοφονία του Γερμανού ιεραποστόλου Καρλ Σ. Φέλκνερ (Carl Sylvius Völkner) και του διερμηνέως του Τζέιμς Φούλουν (Fulloon) από τοπικούς Μάορι στο Οποτίκι και το Φακατάνε, αντιστοίχως. Η επακολουθήσασα σύρραξη είχε ως αποτέλεσμα την κατάσχεση μεγάλων εκτάσεων γης αρκετών φυλών των Μάορι υπό των Βρετανών αποικιοκρατών.[3]

Η κατάσχεση των γαιών στέρησε τις τοπικές φυλές από οικονομικούς πόρους και επίσης έδωσε γη για επέκταση της εγκαταστάσεως Ευρωπαίων. Η αποικιακή κυβέρνηση ίδρυσε οχυρά στην Ταουράνγκα, στο Φακατάνε, στο Οποτίκι και αλλού. Μετανάστες από την Ευρώπη κατέφθαναν σε όλο το β΄ μισό του 19ου αιώνα, ιδρύοντας οικισμούς στο Κατικάτι, στο Τι-Πούκι και στην περιοχή του Ρανγκιτάικι. Οι πρώτοι οικιστές πάλεψαν για το ψωμί τους: το κλίμα δεν ήταν καλό για την εκτροφή προβάτων, ο τόπος ήταν δύσβατος και έλειπαν οι υποδομές. Κατά τη δεκαετία του 1890 ο πληθυσμός είχε αρχίσει να μειώνεται. Αλλά μετά τον πειραματισμό με διάφορες καλλιέργειες, οι έποικοι σημείωσαν επιτυχία με την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Η παραγωγή βουτύρου και τυριού τροφοδότησε την οικονομική ευμάρεια στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ οι Μάορι της περιοχής συνέχισαν να ζουν στο περιθώριο αυτής της ευημερίας. Η ξυλεία έγινε σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν μετά το 1950, όπως και το φρούτο κίβι αργότερα.[3]

Η σημερινή Περιφέρεια του Κόλπου Πλέντυ δημιουργήθηκε το 1989, μετά την αναδόμηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοικήσεως της Νέας Ζηλανδίας. Η νέα Περιφέρεια ενσωμάτωσε τις πρώην κομητείες Ταουράνγκα, Ροτορούα, Φακατάνε Whakatane and Opotiki.

Στις 5 Οκτωβρίου 2011 το ελληνόκτητο (με λιβεριανή σημαία) κοντέινερσιπ «Ρένα» εξώκειλε στον Ύφαλο του Αστρολάβου στον Κόλπο Πλέντυ, προκαλώντας μεγάλη διαρροή πετρελαίου[7][8], που χαρακτηρίσθηκε ως η χειρότερη περιβαλλοντική καταστροφή στην ιστορία της Νέας Ζηλανδίας.[9]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Our Region». Environment Bay of Plenty. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Φεβρουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2008. 
  2. «Our Coast». Environment Bay of Plenty. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2008. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 McKinnon, Malcolm (27 Σεπτεμβρίου 2007). «Bay of Plenty». Te Ara – the Encyclopedia of New Zealand. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2008. 
  4. Don Grady: Sealers & whalers in New Zealand waters, εκδ. Reed Methuen, Auckland 1986, σελ. 150, ISBN 0-474-00050-8
  5. «Our History». Tourism Bay of Plenty. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2008. 
  6. «Bay of Plenty History». New Zealand Tourism Guide. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2011. 
  7. «Tauranga incident response update». Maritime New Zealand. 5 Οκτωβρίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Οκτωβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 2011-10-13. 
  8. «M/V Rena Information». Costamare Inc. 7 Οκτωβρίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2011. 
  9. «'Worst ever environmental disaster'». New Zealand Herald. 11 Οκτωβρίου 2011. http://www.nzherald.co.nz/nz/news/article.cfm?c_id=1&objectid=10758195. Ανακτήθηκε στις 2011-10-11. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bay of Plenty της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).