Κόκκινη Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εκκλησία των Αγ. Συμεών και Ελένης
Касцёл Свсв. Сымона і Алены
Kościół św. Szymona i św. Heleny
Belarus-Minsk-Church of Simon and Helena-7-2.jpg
Η Κόκκινη Εκκλησία
Βασικές πληροφορίες
ΤοποθεσίαΜινσκ, Λευκορωσία
Γεωγραφικές συντεταγμένες53°53′47.47″N 27°32′50.92″E / 53.8965194°N 27.5474778°E / 53.8965194; 27.5474778Συντεταγμένες: 53°53′47.47″N 27°32′50.92″E / 53.8965194°N 27.5474778°E / 53.8965194; 27.5474778
Υπαγωγήρωμαιοκαθολική
ΧώραFlag of Belarus.svg Λευκορωσία
Έτος αφιέρωσης1910
Αρχιτεκτονική περιγραφή
Αρχιτέκτονας/ΑρχιτέκτονεςTomasz Pajzderski
Αρχιτεκτονικός τύποςεκκλησία
Αρχιτεκτονικός ρυθμόςνεορομανικό
Αποπεράτωση1910
Υλικάπήλινα τούβλα

Η Εκκλησία των Αγίων Σίμωνος και Ελένης (λευκορωσικά: Касцёл святых Сымона і Алены‎ ) (πολωνικά: Kościół św. Szymona i św. Heleny w MińskuSzymona i św. Heleny w Mińsku), η οποία είναι γνωστή με το όνομα Κόκκινη Εκκλησία (λευκορωσικά: Чырвоны касцёл‎) (πολωνικά: Czerwony Kościół‎ ), είναι μια καθολική εκκλησία που βρίσκεται στην Πλατεία Ανεξαρτησίας στο Μινσκ της Λευκορωσίας.

Αυτή η νεορομανική εκκλησία σχεδιάστηκε από τους Πολωνούς αρχιτέκτονες Tomasz Pajzderski και Władysław Marconi. Ο ακρογωνιαίος λίθος της τέθηκε το 1905 και η εκκλησία ολοκληρώθηκε το 1910. Τα τούβλα για τους τοίχους προήλθαν από την Częstochowa, ενώ τα κεραμίδια στέγη προήλθαν από το Βουοτσουάβεκ. Η κατασκευή του ναού χρηματοδοτήθηκε από τον Edward Woyniłłowicz (1847-1928). Η εκκλησία ονομάστηκε και αφιερώθηκε στη μνήμη των δύο νεκρών παιδιών του Woyniłłowicz, του Szymon (Σίμων) και της Helena (Ελένη).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1903, 2.000 περίπου από τους καθολικούς του Μινσκ έστειλαν μια αναφορά στις τοπικές αρχές ζητώντας έναν χώρο για να αρχίσουν να χτίζουν μια νέα καθολική εκκλησία. Αυτό το αίτημα εγκρίθηκε και η κατασκευή του ναού ξεκίνησε το 1905. Η εκκλησία αφιερώθηκε στους δύο αγίους στις 20 Σεπτεμβρίου 1910. Στις 21 Δεκεμβρίου 1910, η εκκλησία άνοιξε. Εκείνη την εποχή, το Μινσκ ήταν μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Το 1921, το Μινσκ έγινε η πρωτεύουσα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Λευκορωσίας (BSSR) εντός της Σοβιετικής Ένωσης και η εκκλησία λεηλατήθηκε από τον Κόκκινο Στρατό. Το 1932, ο ναός έκλεισε από τις σοβιετικές αρχές. Το κτήριο εκχωρήθηκε στο Κρατικό Πολωνικό Θέατρο της BSSR και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως κινηματογράφος. Το 1941 κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής επέστρεψαν το κτίριο στην αρχική του χρήση ως εκκλησία. Μετά τον πόλεμο, η εκκλησία έκλεισε ξανά από τις σοβιετικές αρχές και χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως κινηματογράφος.

Το 1990, μετά από δύο απεργίες πείνας που οργανώθηκαν από τους καθολικούς ακτιβιστές του Μινσκ Anna Nicievska-Sinevicz και τον Edward Tarletski, [1] [2] [3] το κτήριο επιστράφηκε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το εσωτερικό της εκκλησίας έχει ανακαινιστεί πλήρως και είναι πλέον ένα σημαντικό κέντρο θρησκευτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής στο Μινσκ. Έχει επίσης γίνει κέντρο της Λευκορωσικής Ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας.

Το 2006, τα λείψανα του Edward Wayniłłowicz και της συζύγου του ενταφιάστηκαν εκ νέου στην εκκλησία. Το 1921, ο Wayniłłowicz, ο δωρητής που είχε χτίσει την εκκλησία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του και να μετοικήσει στο Σλουτσκ της Λευκορωσίας λόγω των εδαφικών ανταλλαγών που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ορίστηκαν από στη Συνθήκη Ειρήνης της Ρίγας. Εγκαταστάθηκε στο Μπίντγκοστς της Πολωνίας όπου και πέθανε το 1928.

Στις 26 Αυγούστου του 2020, κατά τη διάρκεια μιας αντικυβερνητικής διαδήλωσης στην Πλατεία Ανεξαρτησίας, η αστυνομία μπλόκαρε τις πόρτες της εκκλησίας ενώ υπήρχαν μέσα περίπου 100 άτομα. [4] Ο αναπληρωτής επίσκοπος της Καθολικής Αρχιεπισκοπής του Μινσκ-Μογκίλεφ, Γιούρι Κασαμπούτσκι διαμαρτυρήθηκε για τις ενέργειες των αστυνομικών δυνάμεων, χαρακτηρίζοντας τες παράνομες. [5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]