Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ
| Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Quintus Fabius Pictor (Λατινικά) |
| Γέννηση | 254 π.Χ. Αρχαία Ρώμη |
| Θάνατος | 201 π.Χ. |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Αρχαία ελληνικά Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | ιστορικός χρονογράφος πολιτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Quintus Fabius Pictor |
| Γονείς | Γάιος Φάβιος Πίκτωρ (ύπατος) |
| Οικογένεια | Fabii Pictores |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Ρωμαίος συγκλητικός |
Ο Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ, λατιν.: Quintus Fabius Pictor (γενν. π. 270 π.Χ., fl. π. 215–200 π.Χ.) ήταν ο πρώτος γνωστός Ρωμαίος ιστορικός. [1] [2] Η ιστορία του, γραμμένη στα ελληνικά και πλέον ως επί το πλείστον χαμένη εκτός από ορισμένα σωζόμενα αποσπάσματα, άσκησε μεγάλη επιρροή στους αρχαίους συγγραφείς, και σίγουρα συνέβαλε στην εισαγωγή ελληνικών ιστοριογραφικών μεθόδων στον ρωμαϊκό κόσμο. Ωστόσο, το έργο ήταν έντονα μεροληπτικό προς τη Ρώμη, αποδίδοντας στην Καρχηδόνα τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο (218–201 π.Χ.) και εξιδανικεύοντας τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία ως ένα καλά οργανωμένο κράτος πιστό στους συμμάχους της. Ο Φάβιος πιθανότατα υπηρέτησε ως πραίτωρ, ήταν μέλος της Συγκλήτου και συμμετείχε σε μία αντιπροσωπεία, που στάλθηκε στο μαντείο των Δελφών το 216 π.Χ. Μερικοί μελετητές τον θεωρούν έναν από τους πρώτους χρονικογράφους, [3] αν και αυτό το συμπέρασμα έχει επικριθεί. [4]
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ γεννήθηκε π. το 270 π.Χ. σε μία αριστοκρατική οικογένεια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, το γένος των Φαβίων. [5] [2] Το προσωνύμιο Pictor (λατινικά για «ζωγράφος») κληρονόμησε από τον παππού του, Γάιο Φάβιο Πίκτορα, ο οποίος είχε διακοσμήσει τον ναό της Υγείας (Salus) το 304. Ο πατέρας του, Γάιος Φάβιος Πίκτωρ, ήταν ύπατος το 269. [6]
Ο Κ. Φάβιος συμμετείχε σε ρωμαϊκές εκστρατείες εναντίον των Γαλατών και των Λιγουριανών στην Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία κατά τη δεκαετία του 230. [7] [2] Το 233, ήταν πιθανώς κατώτερος αξιωματικός υπό την υπατεία τού εξαδέλφου του Κόιντου Φάβιου Μάξιμου Βερουκόσου. [7] Πιθανότατα υπηρέτησε ως πραίτωρ κάποια στιγμή πριν από το 218. [8] [2] Ο Φάβιος εντάχθηκε στη Σύγκλητο πριν από το ξεκίνημα του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου το 218, [7] αλλά φαίνεται ότι ήταν ένας μάλλον αδιάκριτος συγκλητικός. [6] Μπορεί επίσης να πολέμησε στη μάχη της Λίμνης Τρασιμένης το 217. [6]
Το 216 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, ορίστηκε να ταξιδεύσει στο μαντείο των Δελφών, το θρησκευτικό κέντρο της Ελλάδας, προκειμένου να ζητήσει καθοδήγηση μετά την καταστροφική ρωμαϊκή ήττα από τον Αννίβα στις Κάννες. Σίγουρα απέκτησε αυτόν τον ρόλο κατόπιν πρότασης τού εξαδέλφου του Φάβιου Βερουκόσου, [8] πιθανώς βοηθούμενος από την άριστη γνώση του για την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, και πιθανώς με την ιδιότητά του ως μέλους των δέκα ανδρών των ιερών βιβλίων (decemviri sacris faciundis), [6] αν και δεν έχουμε άμεσες ενδείξεις ότι ήταν μέλος ιερατικών συλλόγων. [9] Φαίνεται πιθανό ότι ο Φάβιος στάλθηκε επίσης εκεί, για να διερευνήσει την ελληνική κοινή γνώμη, σχετικά με τη συμμαχία μεταξύ Αννίβα και Φιλίππου Ε' της Μακεδονίας. [9]
Η μετέπειτα ζωή του παραμένει άγνωστη, και δεν είναι σαφές εάν ο Φάβιος έζησε αρκετά, για να δει το τέλος του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218–201 π.Χ.). [6] Ο Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ, ο οποίος ήταν πραίτωρ στη Σαρδηνία το 189 και απεβίωσε το 167 π.Χ., ήταν πιθανώς ο ομώνυμος γιος του. [5]
Το έργο του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φάβιος έγραψε μία ιστορία της Ρώμης, κάποια στιγμή μεταξύ 215 και 200 π.Χ. [9] [3] Το έργο του σίγουρα δημοσιεύτηκε πριν από το 192 π.Χ., είτε κατά τη διάρκεια, είτε λίγο μετά τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο. [10] [11] Ο Bruce W. Frier έχει προτείνει μία ημερομηνία δημοσίευσης, όχι αργότερα από το 213. [7] [6] Η ιστορία του Φάβιου γράφτηκε στα ελληνικά, η οποία ήταν εκείνη την εποχή η μόνη γλώσσα κατάλληλη, για να φθάσει σε ένα μεγάλο μορφωμένο κοινό στην Ιταλία, την Ελλάδα και αλλού στον μεσογειακό κόσμο. [12] [2] Τα λατινικά Χρονικά που αποδίδονται σε έναν Φάβιο είναι επομένως πιθανότατα μία μεταγενέστερη μετάφραση τής ιστορίας του, ή ίσως ένα προσχέδιο τού έργου του στα λατινικά, που αργότερα εκδόθηκε μετά θάνατον. [13] [6] [14] Σύμφωνα με τα λόγια του Aρνάλντο Μομιλιάνo, «υπό την επίδραση του εξελληνισμού, οι ιθαγενείς πολλών χωρών πείστηκαν να επανεξετάσουν την εθνική τους ιστορία, και να την παρουσιάσουν στην ελληνική γλώσσα στους μορφωμένους αναγνώστες μίας πολυεθνικής κοινωνίας». [15] Ορισμένοι μελετητές έχουν επίσης υποστηρίξει ότι το έργο του «Ιστορία της Ρώμης», μπορεί να προοριζόταν κυρίως για ένα ελληνιστικό κοινό. [16]
Το έργο του Φάβιου, το οποίο ονομάζεται ποικιλοτρόπως Annales Graeci ή Ρωμανικά (Ρωμαίων Πράξεις) από τους αρχαίους συγγραφείς, [17] [18] περιελάμβανε τρία μεγάλα τμήματα: ένα για την κτίσιν (ιστορία της δημιουργίας), η οποία περιελάμβανε τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας· ένα δεύτερο μέρος για «τις αρχαιότητες μετά τη φάση της ίδρυσης», δηλαδή την περίοδο από τη Δεκανδρία (π. 450) έως τον Πύρρειο Πόλεμο (280–275)· και ένα τρίτο για τη σύγχρονη ιστορία από το ξεκίνημα του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου και μετά. [2] Η αφήγηση του Φάβιου για την πρώιμη Ρώμη αναμείγνυε ιστορικά στοιχεία με μυθολογία. Η ιστορία του ξεκίνησε με την «έλευση του Ηρακλή στην Ιταλία» και την άφιξη του θρυλικού Τρώα πρόσφυγα Αινεία στο Λάτιον. Χρονολόγησε την ίδρυση της Ρώμης στο «πρώτο έτος της όγδοης Ολυμπιάδας», δηλαδή το 747 π.Χ. [5] [2] Σύμφωνα με τον ιστορικό Χανς Μπεκ, «ο υπολογισμός της ημερομηνίας ίδρυσης τής πόλης, που ταίριαζε με τις χρονολογίες της Ολυμπιάδας, μαρτυρά τόσο την ανάγκη για ακρίβεια, όσο και την επιθυμία να τονιστεί μία αναλογία με τον ελληνικό πολιτισμό». Το έργο του Φάβιου ολοκληρώθηκε με τις δικές του αναμνήσεις από τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο, αν και δεν είναι σαφές εάν επέζησε αρκετά, για να τον καταγράψει πλήρως. [6]
Η ιστορία του Φάβιου δεν έχει διασωθεί, αλλά είναι εν μέρει γνωστή σήμερα μέσω παραθέσεων και αναφορών μεταγενέστερων συγγραφέων. Δεν είναι βέβαιο αν το έργο ήταν χρονικογραφικό, καταγράφοντας γεγονότα κατ' έτος, αν και η αναφορά στο έργο του από άλλους ιστορικούς μπορεί να υπονοεί ότι ήταν. [19] Σύμφωνα με τον Μπεκ, ωστόσο, η ετικέτα «χρονικογραφικό» θα πρέπει να αποφεύγεται, για να περιγραφεί το έργο του Φάβιου, καθώς τα σωζόμενα αποσπάσματα «καθιστούν σαφές ότι οι εννοιολογικές υποθέσεις αυτού του μοντέλου (έλλειψη στυλ, μία απλή συλλογή ανθρώπων, τόπων και θαυμάτων) δεν είναι ακριβείς». [4]
Απόψεις και επιρροές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φάβιος επηρεάστηκε από τις ελληνικές ιστοριογραφικές μεθόδους, ιδιαίτερα από αυτές του Σικελού Έλληνα ιστορικού Τίμαιου Ταυρομενίτη. [20] [14] Άλλοι Έλληνες συγγραφείς όπως ο Αντίοχος των Συρακουσών και ο Διοκλής ο Πεπαρήθος είχαν ήδη γράψει για τη μυθική προέλευση της Ρώμης, και ο Φάβιος επηρεάστηκε επίσης από αυτούς. [21] [6] Για παράδειγμα, η αφήγησή του για την θρυλική ανατροπή του Αμούλιου από τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, προήλθε από τον Διοκλή. [16]
Οι απόψεις του για τη ρωμαϊκή ιστορία ως μία κλειστή ενότητα σε αναζήτηση κοινωνικού νοήματος, ήταν προκατειλημμένες προς το έθνος του, και πιθανότατα προέκυψαν ως εθνικιστική αντίδραση, επηρεασμένη από τη σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνας, ειδικά την πολιτική αναταραχή που ακολούθησε την ήττα των Καννών το 216 π.Χ. [22] [6] Ο Μπεκ γράφει ότι «ο απολογητικός τόνος του έργου, η εξιδανίκευση της Δημοκρατίας ως ένα καλά οργανωμένο κράτος, και η έμφαση στην αφοσίωση της Ρώμης στους συμμάχους της, φαίνεται να υποστηρίζουν αυτή την άποψη, ταιριάζοντας σε μία προσπάθεια ελέγχου των ζημιών, αμέσως μετά τις Κάννες». [6] Σύμφωνα με τον μελετητή Τζον Μπρίσκο, «οι λόγοι για τους οποίους έγραψε στα ελληνικά ήταν τόσο λογοτεχνικοί -η πιθανότητα να γράψει στα λατινικά δεν του πέρασε από το μυαλό- όσο και πολιτικοί: η ανάγκη να υπερασπιστεί τη ρωμαϊκή πολιτική στον ελληνικό κόσμο». [14] Ωστόσο, ο Moμιλιάνo υποστηρίζει ότι τα διαθέσιμα αποσπάσματα του Φάβιου, που αφηγούνται σύγχρονα γεγονότα, φαίνονται «αντικειμενικά και γαλήνια..., [και δείχνουν] ότι ο Φάβιος δεν βιαζόταν να παρουσιάσει τους Καρχηδόνιους στο ελληνικό κοινό, ως συλλογικά υπεύθυνους για την έναρξη του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου». [23]
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η απεικόνιση της Πολιορκίας του Σαγούντουμ από τον Φάβιο ως αιτία του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, απορρίπτοντας την επίθεση του Αννίβα ως σαρωτική «αδικία», σύντομα έγινε η κυρίαρχη άποψη μεταξύ των αρχαίων ιστορικών. [6] Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ., οι Ρωμαίοι ιστορικοί Λεύκιος Κίνκιος Αλιμέντος και Γάιος Ακίλιος επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον Φάβιο σε θέματα γλώσσας, μορφής και θέματος. [2] Ο Φάβιος χρησιμοποιήθηκε ως πηγή από τον Πολύβιο, τον Λίβιο, τον Γέλλιο, τον Κουαδριγάριο, [19] [6] τον Πλούταρχο, και τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα. Παρά τη χρήση τής ιστορίας του Φάβιου, ο Πολύβιος παραπονέθηκε για την ποιότητα του έργου του, λέγοντας ότι ήταν προκατειλημμένος υπέρ των Ρωμαίων και ασυνεπής. Ο Κικέρων μίλησε σκληρά για τους πρώτους Ρωμαίους ιστορικούς: «Επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω ότι στην αρχή και οι ίδιοι οι Έλληνες έγραφαν όπως ο Κάτων, ο Πίκτωρ και ο Πίσων μας. Η ιστορία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία συλλογή ετήσιων χρονικών...» [24]
Μία ανώνυμη περιγραφή της Ρωμαϊκής Ιστορίας του Φάβιου Πίκτορα δημοσιεύτηκε το 1749, [25] υποστηρίζοντας ότι ένα χειρόγραφο στην «καρχηδονιακή γλώσσα» είχε ανακαλυφθεί στα ερείπια του Ερκολάνουμ κοντά στην Πομπηία. Στην πραγματικότητα, ήταν μία πολιτική σάτιρα για την αγγλική θρησκεία και πολιτική της εποχής. [26]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Momigliano 1990, σελ. 90.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 Beck 2010.
- 1 2 Frier 1999, σελ. 201.
- 1 2 Beck 2012
- 1 2 3 Frier 1999, σελ. 231.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 Beck 2012.
- 1 2 3 4 Frier 1999.
- 1 2 Frier 1999, σελ. 235.
- 1 2 3 Momigliano 1990, σελ. 88.
- ↑ Derow, P. S. (1973). «Kleemporos». Phoenix 27 (2): 118–134. doi:. ISSN 0031-8299.
- ↑ Momigliano 1990, σελ. 89.
- ↑ Badian 1966, σελ. 4.
- ↑ Momigliano 1990, σελ. 92.
- 1 2 3 Briscoe 2016.
- ↑ Momigliano 1990, σελ. 98.
- 1 2 Dillery 2009.
- ↑ Frier 1999, σελ. 246.
- ↑ Siemoneit, Gabriel (2020). Curtius Rufus in Straßburg: Imitation und Quellenbenutzung in den Supplementen Johannes Freinsheims. Walter de Gruyter. σελ. 174. ISBN 978-3-11-070019-0.
- 1 2 Frier 1999, σελ. 260.
- ↑ Momigliano 1990.
- ↑ Momigliano 1990, σελ. 101–102.
- ↑ Frier 1999, σελ. 206.
- ↑ Momigliano 1990, σελ. 103–104.
- ↑ Beck 2010, σελ. 261.
- ↑ Some Account of the Roman History of Fabius Pictor, London: M. Cooper, 1749, https://books.google.com/books?id=8bhXAAAAcAAJ.
- ↑ Moormann, Eric M. (2015), Pompeii's Ashes: The Reception of the Cities Buried by Vesuvius in Literature, Music, and Drama, Berlin: Walter de Gruyter, σελ. 335-336.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Badian, Ernst (1966). «The Early Historians». Στο: Dorey, T.A., επιμ. Latin Historians. Routledge. σελίδες 1–38. OCLC 956360.
- Beck, Hans (2010). «The Early Roman Tradition». Στο: Marincola, John, επιμ. A Companion to Greek and Roman Historiography. John Wiley & Sons. ISBN 978-1-4443-9382-8.
- Beck, Hans (2012). «Fabius Pictor, Quintus». The Encyclopedia of Ancient History. Wiley-Blackwell. doi:10.1002/9781444338386.wbeah08065. ISBN 978-1-4443-3838-6.
- Briscoe, John (2016). «Fabius Pictor, Quintus». Oxford Research Encyclopedia of Classics. doi:10.1093/acrefore/9780199381135.013.2618. ISBN 978-0-19-938113-5.
- Dillery, John (2009). «Roman historians and the Greeks: Audiences and models». Στο: Feldherr, Andrew, επιμ. The Cambridge Companion to the Roman Historians. Cambridge University Press. σελίδες 77–107. ISBN 978-1-139-82769-0.
- Frier, Bruce W. (1999). Libri Annales Pontificum Maximorum: The Origins of the Annalistic Tradition. University of Michigan Press. ISBN 978-0-472-10915-9.
- Momigliano, Arnaldo (1990). «Fabius Pictor and the Origins of National History». Στο: Momigliano, Arnaldo, επιμ. The Classical Foundations of Modern Historiography. University of California Press. σελίδες 80–108. ISBN 978-0-520-07870-3.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]