Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος καταγόταν από τη Στεμνίτσα Αρκαδίας (σημ. Υψούς) όπου εθεωρείτο ένας εκ των προκρίτων (κοτζαμπάσηδων). Πριν από την επανάσταση του '21 ζούσε στην Κωνσταντινούπολη όπου ήταν παντοπώλης. Εκεί, επικεφαλής και άλλων Ελλήνων, πρωτοστατούσε σε τολμηρές διαμαρτυρίες ενώπιον του σουλτάνου για την κακομεταχείριση των Πελοποννησίων από τους τοπικούς άρχοντες. Για το λόγο αυτό, επειδή “ανέβαινε υψηλά και τολμούσε”, το δόθηκε το προσωνύμιο “Υψηλάντης”. Στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και απέκτησε ηγετική θέση μεταξύ των Πελοποννησίων. Τότε συνήθιζε να υπογράφει και ως “Υψηλάντης” επειδή το όνομα ήταν ήδη γνωστό στους μυημένους. Λόγω αυτής της αντιποίησης του ονόματος δημιουργήθηκε παρεξήγηση και αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη. Ωστόσο, αυτή η αντιποίηση χρησιμοποιήθηκε αργότερα για παραπλάνηση των Τούρκων και απόκρυψη των κινήσεων του Δημητρίου Υψηλάντη.

Στην επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν μεταξύ των πρώτων που ενεπλάκησαν στην Επανάσταση συγκροτώντας σώμα από 175 ενόπλους Στεμνιτσιώτες που αργότερα αυξήθηκαν. Άνδρες αυτού του σώματος, υπό τον Γ. Ντρίτζα, σκότωσαν τέσσερεις προύχοντες Τούρκους στα Βλάχικα Καρύταινας την 21 Απριλίου 1821, καθώς οι τελευταίοι είχαν υποπτευθεί το κίνημα και πήγαιναν για ασφάλεια να κλειστούν στο "παλαιόκαστσρο" της Καρύταινας. Την 25 Μαρτίου επικεφαλής των ενόπλων του και με “ανοιχτή σημαία” κατέβηκε στον κάμπο της Καρύταινας για να πολιορκήσει τους Τούρκους.[1] Την 25 Απριλίου 1821 ορίστηκε από τους συμπατριώτες του "αρχιστράτηγος", σύμφωνα με έγγραφο που διασώζει ο Φωτάκος.[2] Τον Απρίλιο ανέλαβε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Αλεξανδρόπουλος άρχισε και πάλι να υπογράφει ως “Υψηλάντης”. Όταν κατά την πολιορκία της Τρίπολης οι Τούρκοι κλήθηκαν να παραδοθούν στον Δημ. Υψηλάντη, εκείνοι απαντούσαν: “Ποιόν Υψηλάντη; Τον βρωμο-στεμνιτσιώτη;” Συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς μαζί με τον αδελφό και τον γιό του, δεν ήταν όμως παρών κατά την άλωση γιατί είχε αποσυρθεί στη Στεμνίτσα λόγω ασθενείας. Στις μάχες τον ακολουθούσε και γιός του Ιωάννης, γεννημένος το 1805, ο οποίος και σκοτώθηκε το 1825 στη μάχη των Τρικόρφων. Αγωνιστές υπήρξαν και ο αδελφός του, ο γιος του Αλέξανδρος που υπηρέτησε στο πλοίο του Κανάρη, ο επίσης γιος του Βασίλειος, γεννημένος μόλις το 1809, που ακολουθούσε τον πατέρα του στις μάχες και ήταν παρών στα Τρίκορφα όπου σκοτώθηκε ο αδελφός του.

Ως επίτροπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κολοκοτρώνης τον όρισε επίτροπό του στην Πελοποννησιακή Βουλή και επιμελητή του στρατεύματος όταν ο ίδιος χρειάστηκε να φύγει για την πολιορκία της Κορίνθου. Ο Αλεξανδρόπουλος συμμετείχε στις μάχες του Βαλτετσίου πολύ κοντά στον Κολοκοτρώνη. Αναφέρεται μάλιστα ότι πρόσφερε στον Κολοκοτρώνη “μπογάτζα” όταν ο τελευταίος αντελήφθη τα σήματα καπνού με τα οποία τον ειδοποίησαν ότι οι Τούρκοι υπό τον Ρουμπή κινούνται προς Βαλτέτσι, οπότε και είχε την ευκαιρία να σημειώσει την πρώτη σημαντική νίκη.

Κατά τα γεγονότα του 1824 απομακρύνθηκε από τον Κολοκοτρώνη και τάχθηκε με τον Κουντουριώτη, προήχθη δε σε χιλίαρχο. Το 1826, ενώ βρισκόταν στο Ναύπλιο και ετοίμαζε εφόδια για το Μεσολόγγι, ασθένησε και πέθανε. Μετά το θάνατό του λογίστηκε ως λοχαγός.

Άλλες λεπτομέρειες για τη δράση του αναφέρει οι ίδιος σε επιστολή του προς την Εθνική Διοίκηση το 1823 όπου αιτείται να του δοθεί ο βαθμός του χιλιάρχου.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Δρανδάκη).