Κυκαδόψιδα
| Κυκαδόψιδα Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων: 300–0Ma | ||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Το είδος Cycas circinalis με παλαιό και νέο αρσενικό στρόβιλο | ||||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||||
| ||||||||||||||
| Οικογένειες | ||||||||||||||
| ||||||||||||||
| Συνώνυμα | ||||||||||||||
| ||||||||||||||
Τα κυκαδόφυτα (λατινική-επιστημονική ονομασία Cycadophyta) είναι μικρή συνομοταξία φυτών, που υπάγεται στον μεγάλο κλάδο των γυμνόσπερμων φυτών (όπως το πεύκο και το κυπαρίσσι). Περιλαμβάνει μόνο μία ομοταξία, τα κυκαδόψιδα (Cycadopsida), και μία μόνο τάξη, τα κυκαδώδη (Cycadales), με τις οποίες και ταυτίζεται.
Τα κυκαδόφυτα έχουν όρθιο και ξυλώδη κορμό και στεφάνη από μεγάλα, σκληρά και αειθαλή φύλλα. Τα είδη τους είναι δίοικα, δηλαδή σε κάθε είδος άλλα φυτά είναι αρσενικά και άλλα θηλυκά. Ποικίλλουν σε μέγεθος, έχοντας κορμούς με ύψη από μερικά εκατοστόμετρα μέχρι αρκετά μέτρα. Συνήθως αναπτύσσονται αργά και έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Μοιάζουν με φοινικιές ή φτέρες, αλλά δεν συγγενεύουν με αυτές. Τα κυκαδόφυτα έχουν εξειδικευμένους επικονιαστές, συνήθως ένα συγκεκριμένο κολεόπτερο και σπανιότερα ένα θυσανόπτερο ή λεπιδόπτερο έντομο.
Τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά κυκαδόφυτα έχουν περιέκτες των σπόρων τους παρόμοιους με τα κουκουνάρια (κώνους) των κωνο-φόρων γυμνόσπερμων (π.χ. του πεύκου). Τα κυκαδόφυτα μπορούν να δεσμεύουν το άζωτο σε συνεργασία με κυανοβακτήρια που ζουν στις ρίζες τους. Ορισμένα είδη χρησιμοποιούνται από ανθρώπους ως ναρκωτικά ενώ στο Βανουάτου τα είδη που φύονται εκεί συμβολίζουν την ειρήνη και για τούτο δύο φύλλα ενός κυκαδόφυτου εμφανίζονται στη σημαία του κράτους αυτού (του είδους Cycas seemannii). Η συνομοταξία γενικώς φθίνει παγκοσμίως, με 4 είδη να βρίσκονται στο χείλος της εξαφανίσεως και άλλα επτά είδη να έχουν το καθένα λιγότερα από εκατό φυτά στη φύση.
Περιγραφή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα κυκαδόφυτα έχουν όλα όρθιο, ξυλώδη και κυλινδρικό κορμό, που στα περισσότερα είδη δεν διακλαδώνεται σε κλαδιά, στεφάνη από μεγάλα, σκληρά, άκαμπτα και αειθαλή φύλλα. Τα είδη τους είναι δίοικα, δηλαδή σε κάθε είδος άλλα φυτά είναι αρσενικά και άλλα θηλυκά. Ποικίλλουν σε μέγεθος, έχοντας κορμούς με ύψη από μερικά εκατοστόμετρα μέχρι αρκετά μέτρα. Συνήθως αναπτύσσονται αργά[1] και είναι μακρόβια. Τα κυκαδόφυτα έχουν εξειδικευμένους επικονιαστές, συνήθως ένα συγκεκριμένο κολεόπτερο και σπανιότερα ένα θυσανόπτερο ή λεπιδόπτερο έντομο.[2]
Τα φύλλα των κυκαδόφυτων εκφύονται όπως τα πούπουλα σε ένα φτερό πουλιού: από έναν κεντρικό μίσχο σε αντίθετα ζεύγη κάθετα σε αυτόν. Τα φύλλα είναι είτε σύνθετα, είτε έχουν χείλος τόσο βαθιά οδοντωτό, ώστε να φαίνονται σαν σύνθετα. Το γένος Bowenia της Αυστραλίας και ορισμένα ασιατικά είδη όπως τα Cycas multipinnata, C. micholitzii και C. debaoensis, έχουν φύλλα που υποδιαιρούνται σε φυλλάρια.[3] Η κορυφή του μίσχου προστατεύεται από τροποποιημένα φύλλα που ονομάζονται κατάφυλλα.[4]
Εξαιτίας της παραπλανητικής ομοιότητάς τους με φοινικιές στο φύλλωμα και στο σχήμα του φυτού, τα κυκαδόφυτα συγχέονται κάποτε με αυτές, καθώς φύονται στις ίδιες κλιματικές ζώνες, αλλά δεν συγγενεύουν καθόλου: Τα κυκαδόφυτα είναι γυμνόσπερμα, δηλαδή οι μη γονιμοποιημένοι σπόροι τους είναι έκθετοι στον αέρα και γονιμοποιούνται απευθείας με την επικονίαση, ενώ τα αγγειόσπερμα όπως οι φοινικιές έχουν τους σπόρους περίκλειστους με πιο σύνθετη διαδικασία για τη γονιμοποίηση. Οι ομοιότητές τους οφείλονται στο φαινόμενο της συγκλίνουσας εξελίξεως. Μια διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι τα κυκαδόφυτα δεν έχουν καρπό, αντίθετα με τα φοινικοειδή που έχουν (π.χ. χουρμάδες). Μια άλλη διαφορά είναι το στέλεχος ή κορμός: Αμφότερες οι ομάδες φέρουν σημάδια από τους παλαιούς μίσχους των φύλλων κάτω από τον θόλο – αλλά τα σημάδια στον κορμό των κυκαδόφυτων είναι μικρά και διατεταγμένα ελικοειδώς, ενώ το στέλεχος των φοινικοειδών έχει ακανόνιστη εξωτερική επιφάνεια κυριαρχούμενη από τα σημάδια αυτά, που εξέχουν περισσότερο και έχουν κυκλική διάταξη.[5]
- Τρόπος αναπτύξεως κυκαδόφυτου
- «Ροζέτα» φυλλώματος γύρω από την κορυφή κυλινδρικού κορμού
- Φύλλα και στρόβιλος («κουκουνάρι») του είδους Encephalartos sclavoi
- Το είδος Bowenia spectabilis, που έχει ένα μόνο (σύνθετο) φύλλο
Εξέλιξη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Απολιθώματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα αρχαιότερα γνωστά πιθανά απολιθώματα κυκαδόφυτων (φύλλωμα) χρονολογούνται από την ύστερη Λιθανθρακοφόρο περίοδο ή την κατώτερη Πέρμιο περίοδο (πριν από 300 εκατομμύρια έτη περίπου) και ανακαλύφθηκαν στη Νότια Κορέα και την Κίνα, όπως το γένος Crossozamia. Τα αρχαιότερα όμως απολιθώματα που αδιαμφισβήτητα ανήκουν σε κυκαδόφυτα ανάγονται στην κατώτερη προς μέση Πέρμιο περίοδο.[6] Τα κυκαδόφυτα παρέμειναν σπάνια σε όλη την Πέρμιο.[7] Οι δύο οικογένειες των σημερινών κυκαδόφυτων απέκλιναν μεταξύ τους σε κάποια εποχή ανάμεσα στο τέλος της Λιθανθρακοφόρου[8] και την Ιουράσια περίοδο.[9] Πιστεύεται ότι τα κυκαδόφυτα έφθασαν στον μέγιστο βαθμό της ποικιλομορφίας τους κατά τη διάρκεια του Μεσοζωικού αιώνα.[10] Υπάρχει ο χαρακτηρισμός του Μεσοζωικού ως «η Εποχή των κυκαδόφυτων», ωστόσο άλλες ομάδες σπερματόφυτων με παρόμοιο φύλλωμα, εξαφανισμένων σήμερα, όπως οι Bennettitales και οι νιλσονίες, ήταν κατά πολύ αφθονότερες από όσο τα κυκαδόφυτα στον Μεσοζωικό Αιώνα: τα «πραγματικά» κυκαδόφυτα αποτελούσαν ελάσσονες συνιστώσες της μεσοζωικής χλωρίδας.[11] Τα αρχαιότερα απολιθώματα του σύγχρονου γένους Cycas προέρχονται από στρώματα του Παλαιογενούς στην ανατολική Ασία.[12] Απολιθώματα που μπορούν να αποδοθούν σε φυτά της οικογένειας ζαμιοειδή (Zamiaceae) ανάγονται έως και την Κρητιδική περίοδο[11], με δείγματα που μπορούν να αποδοθούν σε σημερινά γένη να χρονολογούνται μόνο στον Καινοζωικό αιώνα.[13]
Φυλογενετική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι δύο οικογένειες των σύγχρονων κυκαδόφυτων που αναγνωρίζονται γενικότερα σήμερα έχουν πιθανότατα μεταβληθεί ελάχιστα από την Ιουράσια περίοδο σε σύγκριση με άλλες οικογένειες φυτών, αλλά δεν αποτελούν «ζωντανά απολιθώματα», καθώς συνέχισαν να εξελίσσονται από τότε.[9] Με βάση γενετικές μελέτες, τα κυκαδόφυτα θεωρείται ότι συγγενεύουν περισσότερο με τα γκίνκγκο από όσο με τα άλλα σημερινά γυμνόσπερμα. Απέκλιναν από τα γκίνκγκο κατά την κατώτερη Λιθανθρακοφόρο.[14][15]
Ταξινομική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σήμερα αναγνωρίζονται δύο οικογένειες στις οποίες ταξινομούνται τα σύγχρονα κυκαδόφυτα, ως εξής[16]:
- ΟΜΟΤΑΞΙΑ ΚΥΚΑΔΟΨΙΔΑ (Cycadopsida), Brongniart 1843
- ΤΑΞΗ ΚΥΚΑΔΩΔΗ (Cycadales), Persoon από von Berchtold & Presl 1820
- Υπόταξη Cycadineae, Stevenson 1992
- Οικογένεια Κυκαδοειδή (Cycadaceae), Persoon 1807
- Γένος Cycas
- Οικογένεια Κυκαδοειδή (Cycadaceae), Persoon 1807
- Υπόταξη Zamiineae, Stevenson 1992
- Οικογένεια Ζαμιοειδή (Zamiaceae), Horaninow 1834
- Υποοικογένεια Diooideae, Pilg. 1926
- Γένος Dioon
- Υποοικογένεια Zamioideae, Stevenson 1992
- Γένος Macrozamia
- Γένος Lepidozamia
- Γένος Encephalartos
- Γένος Bowenia
- Γένος Ceratozamia
- Γένος Stangeria
- Γένος Zamia
- Γένος Microcycas
- Υποοικογένεια Diooideae, Pilg. 1926
- Οικογένεια Ζαμιοειδή (Zamiaceae), Horaninow 1834
- Υπόταξη Cycadineae, Stevenson 1992
- ΤΑΞΗ ΚΥΚΑΔΩΔΗ (Cycadales), Persoon από von Berchtold & Presl 1820
Εξωτερική φυλογενετική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
|
Εξωτερική φυλογενετική[9][13]
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Κυκαδόφυτα |
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Γεωγραφική κατανομή και οικολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τα σημερινά κυκαδόφυτα φύονται στη φύση σε μεγάλο μέρος της υποτροπικής και της τροπικής ζώνης της Γης, με λιγοστά είδη σε εύκρατες περιοχές, όπως στη νότια Αυστραλία.[18] Τα περισσότερα είδη βρίσκονται στην αμερικανική ήπειρο, αλλά τα κυκαδόφυτα ευδοκιμούν και στην Κίνα, τη νότια και νοτιοανατολική Ασία, τα νησιά του Ειρηνικού, καθώς και στο μεγαλύτερο μέρος της υποσαχάριας Αφρικής.[19][17] Μερικά είναι ξηρόφυτα που μπορούν να επιβιώνουν σε ερημικό ή ημιερημικό κλίμα[20], άλλα αντιθέτως σε υγρές συνθήκες δάσους βροχής[21] και ορισμένα σε αμφότερα.[22]
Τα κυκαδόφυτα φιλοξενούν στις κοραλλοειδείς ρίζες τους αζωτοδεσμευτικά κυανοβακτήρια.[23] Τα βακτήρια αυτά παράγουν μια νευροτοξίνη, τη Β-Ν-μεθυλαμινο-L-αλανίνη (BMAA), η οποία συσσωρεύεται στους σπόρους του φυτού.[24][25] Ως άμυνα κατά των φυτοφάγων παρατηρείται επίσης η συσσώρευση άλλων τοξινών στους χλωρούς ιστούς των κυκαδόφυτων. Χάρη σε μια οριζόντια μεταφορά γονιδίων, τα φυτά αυτά έχουν αποκτήσεις μια οικογένεια γονιδίων (fitD) από το μικρόβιο Pseudomonas protegens, τα οποία τους παρέχουν τη δυνατότητα να παράγουν μια εντομοκτόνο τοξίνη.[26]
Σχέση με τους ανθρώπους
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σπόροι του είδους Cycas orientis (κοινώς «νυάθου») τρώγονται από τις φυλές Yolngu των ιθαγενών της Άρνεμ Λαντ της τροπικής Αυστραλίας. Οι σπόροι συλλέγονται την ξηρή εποχή του έτους, αφήνονται να μουλιάσουν μια ημέρα στο νερό ώστε να «βγάλουν» τις τοξίνες τους και μετά αλέθονται, τυλίγονται σε φλούδες δέντρου και ψήνονται σε φωτιά.[27] Δύο φύλλα ενός κυκαδόφυτου, του είδους Cycas seemannii, εμφανίζονται στη σημαία του νησιωτικού κράτους Βανουάτου, καθώς συμβολίζουν την ειρήνη.[28][29] Κυκαδόφυτα καταναλώνονται επίσης ως ναρκωτικά στο Μεξικό, με χημικές ενώσεις που συγκαταλέγονται στις ουσίες του κάκτου πεγιότ, το ίδιο και το γένος εγκεφάλαρτος στη Νότια Αφρική. Σε αμφότερες τις χώρες η συλλογή για την αγορά των ναρκωτικών ουσιών βλάπτει σημαντικά τους άγριους πληθυσμούς των κυκαδόφυτων.[30] Η συνομοταξία γενικώς φθίνει παγκοσμίως, με 4 είδη να βρίσκονται στο χείλος της εξαφανίσεως και άλλα επτά είδη να έχουν το καθένα λιγότερα από εκατό φυτά στη φύση.[31][32][33] Το «Εθνικό μνημείο απολιθωμένων κυκαδόφυτων» (αγγλ. Fossil Cycad National Monument) ήταν προστατευόμενη περιοχή στη South Dakota ήδη από το 1922, καθώς περιείχε πολλά απολιθώματα του γένους Cycadeoidea.[34] Μετά ωστόσο από καταστροφές των εκτεθειμένων απολιθωμάτων, η προστασία ανακλήθηκε[35] το 1957.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Dehgan, Bijan (1983). «Propagation and Growth of Cycads — A Conservation Strategy». Proceedings of the Florida State Horticultural Society 96: 137-139. https://journals.flvc.org/fshs/article/view/95611.
- ↑ Cai, Chenyang; Escalona, Hermes E.; Li, Liqin; Yin, Ziwei; Huang, Diying; Engel, Michael S. (2018-09-10). «Beetle Pollination of Cycads in the Mesozoic». Current Biology 28 (17): 2806-2812.e1. doi:. PMID 30122529. Bibcode: 2018CBio...28E2806C. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0960982218308273#:~:text=Cycads%20are%20dioecious%20gymnosperms,%20and,(Thysanoptera)%20%5B3%5D..
- ↑ Rutherford, Catherine· και άλλοι. (επιμ.). CITES and Cycads: A user's guide (PDF). Λονδίνο: Royal Botanic Gardens, Kew.
- ↑ Marler, T.E.; Krishnapillai, M.V. (2018). «Does plant size influence leaf elements in an arborescent cycad?». Biology 7 (4): 51. doi:. PMID 30551676.
- ↑ Tudge, Colin (2006). The Tree
. Νέα Υόρκη: Crown Publishers. σελίδες 70-72, 139-148. ISBN 978-1-4000-5036-9 – μέσω Internet Archive (archive.org). - ↑ Spiekermann, Rafael; Jasper, André; Siegloch, Anelise Marta; Guerra-Sommer, Margot; Uhl, Dieter (Ιούνιος 2021). «Not a lycopsid, but a cycad-like plant: Iratinia australis gen. nov. et sp. nov. from the Irati formation, Kungurian of the Paraná basin, Brazil». Review of Palaeobotany and Palynology 289. doi:. Bibcode: 2021RPaPa.28904415S.
- ↑ Gomankov, A.V. (Ιούνιος 2022). «Cycads in the Permian of thе Subangara region». Paleontological Journal 56 (3): 317-326. doi:. Bibcode: 2022PalJ...56..317G.
- ↑ Coiro, Mario; Allio, Rémi; Mazet, Nathan; Seyfullah, Leyla J.; Condamine, Fabien L. (2023-06-11). «Reconciling fossils with phylogenies reveals the origin and macroevolutionary processes explaining the global cycad biodiversity». New Phytologist 240 (4): 1616-1635. doi:. PMID 37302411. Bibcode: 2023NewPh.240.1616C.
- 1 2 3 Nagalingum, N.S.; Marshall, C.R.; Quental, T.B.; Rai, H.S.; Little, D.P.; Mathews, S. (2011). «Recent synchronous radiation of a living fossil». Science 334 (6057): 796-799. doi:. PMID 22021670. Bibcode: 2011Sci...334..796N.
- ↑ Coiro, Mario; Seyfullah, Leyla Jean (2024-03-14). «Disparity of cycad leaves dispels the living fossil metaphor». Communications Biology 7 (1): 328. doi:. PMID 38485767.
- 1 2 Coiro, Mario; Pott, Christian (Δεκέμβριος 2017). «Eobowenia gen. nov. from the Early Cretaceous of Patagonia: indication for an early divergence of Bowenia?». BMC Evolutionary Biology 17 (1): 97. doi:. PMID 28388891. Bibcode: 2017BMCEE..17...97C.
- ↑ Liu, Jian; Lindstrom, Anders J.; Marler, Thomas E.; Gong, Xun (2022-01-28). «Not that young: Combining plastid phylogenomic, plate tectonic and fossil evidence indicates a Palaeogene Diversification of Cycadaceae». Annals of Botany 129 (2): 217-230. doi:. PMID 34520529.
- 1 2 Condamine, Fabien L.; Nagalingum, Nathalie S.; Marshall, Charles R.; Morlon, Hélène (17 April 2015). «Origin and diversification of living cycads: a cautionary tale on the impact of the branching process prior in Bayesian molecular dating». BMC Evolutionary Biology 15 (1): 65. doi:. PMID 25884423. Bibcode: 2015BMCEE..15...65C.
- ↑ Wu, Chung-Shien; Chaw, Shu-Miaw; Huang, Ya-Yi (Ιανουάριος 2013). «Chloroplast phylogenomics indicates that Ginkgo biloba is sister to cycads». Genome Biology and Evolution 5 (1): 243-254. doi:. PMID 23315384.
- ↑ Stull, Gregory W.; Qu, Xiao-Jian; Parins-Fukuchi, Caroline; Yang, Ying-Ying; Yang, Jun-Bo και άλλοι. (July 19, 2021). «Gene duplications and phylogenomic conflict underlie major pulses of phenotypic evolution in gymnosperms». Nature Plants 7 (8): 1015-1025. doi:. PMID 34282286. Bibcode: 2021NatPl...7.1015S. https://www.nature.com/articles/s41477-021-00964-4.
- ↑ «Cycadophyta Bessey». World Flora Online. wfo-4100003333. Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2025.
- 1 2 Coiro, Mario; Allio, Rémi; Mazet, Nathan; Seyfullah, Leyla J.; Condamine, Fabien L. (2023). «Reconciling fossils with phylogenies reveals the origin and macroevolutionary processes explaining the global cycad biodiversity». New Phytologist 240 (4): 1616-1635. doi:. PMID 37302411. Bibcode: 2023NewPh.240.1616C.
- ↑ Orchard, A.E.· McCarthy, P.M., επιμ. (1998). Flora of Australia. 48. Canberra, Australia: Australian Government Publishing Service. σελίδες 1–766.
- ↑ «Global Distribution of Cycadales». ResearchGate. Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2025.
- ↑ National Recovery Plan for the MacDonnell Ranges Cycad Macrozamia macdonnellii (Report). Department of Natural Resources, Environment, The Arts and Sport, Northern Territory. http://www.environment.gov.au/system/files/resources/c17de516-c635-4c67-b040-c9db4da380e4/files/macrozamia-macdonnellii.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 July 2015.
- ↑ Bermingham, E.· Dick, C.W.· Moritz, C. (2005). Tropical Rainforests: Past, present, and future. University of Chicago Press. ISBN 978-0-226-04468-2.
- ↑ «Macrozamia communis». The IUCN Red List of Threatened Species (annual list). Gland, Switzerland: International Union for Conservation of Nature.
- ↑ Rai, A.N.; Soderback, E.; Bergman, B. (2000). «Tansley Review No. 116. Cyanobacterium-Plant Symbioses». The New Phytologist 147 (3): 449-481. doi:. PMID 33862930.
- ↑ Holtcamp, W. (2012). «The emerging science of BMAA: do cyanobacteria contribute to neurodegenerative disease?». Environmental Health Perspectives 120 (3): a110-a116. doi:. PMID 22382274.
- ↑ Cox P.A., Davis D.A., Mash D.C., Metcalf J.S., Banack S.A. (2015). «Dietary exposure to an environmental toxin triggers neurofibrillary tangles and amyloid deposits in the brain». Proceedings of the Royal Society B 283 (1823). doi:. PMID 26791617.
- ↑ Liu, Yang; Wang, Sibo; Li, Linzhou; Yang, Ting; Dong, Shanshan και άλλοι. (2022). «The Cycas genome and the early evolution of seed plants». Nature Plants 8 (4): 389-401. doi:. PMID 35437001. Bibcode: 2022NatPl...8..389L.
- ↑ Midawarr: Harvest: The Art of Mulkun Wirrpanda and John Wolseley. National Museum of Australia Press. 2017. σελ. 48. ISBN 978-1-921953-31-6.
- ↑ Oslievskyi, Yevhenii. «Human Relationships with Cycads: Cycads in Vanuatu: Tabu mo Kot». Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2025.
The leaves of cycads ('namele' in Bislama) appear as one of the most prominent objects in the symbolic vocabulary of Vanuatu archipelago since the time the first ethnographic accounts on the territory were written. They continue to occupy a privileged place in the country's culture today: namele leaves are portrayed on Vanuatu's flag, used in the practice of traditional courts, and chiefly authorities.
- ↑ «The Vanuatu Flag: An Emblem of Unity, Tradition, and Prosperity». VIMB. 19 Μαΐου 2023. Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2025.
- ↑ {{cite web |last=Bonta |first=Mark |title= Cycads: Cycads in as Narcotics |url= https://ethnobiology.org/conference/sessions/42/human-relationships-cycads |access-date= 20 August 2025 |quote= Cycads are ingested for narcotic purposes and are likely hallucinogens. The Nahuatl term 'peyote'
- ↑ Davis, Judi (27 Ιουνίου 2018). «Meet Durban's famous cycad family». South Coast Herald.
- ↑ «Protecting cycads through microdots». Botanical Society of South Africa. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2025.
- ↑ «Cycad Project». Botanical Society of South Africa.
- ↑ «Fossil Cycad National Monument». National Park Service. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
- ↑ Santucci, Vincent L.· Hughes, Marikka. «Fossil Cycad National Monument: A Case of Paleontological Resource Mismanagement» (PDF). Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2018.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Jones, David L. (2002). Cycads of the World (2η έκδοση). Smithsonian Books. ISBN 978-1-5883-4043-6.
- Whitelock, Loran M.· Benadom, Duke (2015). The Cycads (2η έκδοση, δίτομη). Superb Succulents. ISBN 978-0-9896-5142-4. OCLC 935926513.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]