Κυβερνήτης του Κεντάκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κυβερνήτης της Κοινοπολιτείας του Κεντάκι
Seal of Kentucky.svg
Σφραγίδα του Κεντάκι
Κάτοχος
Ματ Μπέβιν

από Ιανουάριος 2016
Προσφώνηση Ο Αξιότιμος
Κατοικία Κατοικία του Κυβερνήτη του Κεντάκι
Διάρκεια θητείας Τέσσερα έτη, άπαξ ανανεώσιμη συνεχόμενα, εκλόγιμος μετά από τέσσερα έτη
Αρχικός κάτοχος Ισαάκ Σέλμπι (1792)
Δημιουργία Σύνταγμα του Κεντάκι
Ιστοσελίδα http://governor.ky.gov

Ο Κυβερνήτης της Κοινοπολιτείας του Κεντάκι είναι ο επικεφαλής του εκτελεστικού κλάδου της κυβέρνησης στην πολιτεία του Κεντάκι. Πενήντα έξι άνδρες και μία γυναίκα έχουν χρηματίσει στη θέση του Κυβερνήτη του Κεντάκι. Η θητεία του Κυβερνήτη έχει διάρκεια τεσσάρων ετών· από το 1992 οι κάτοχοι δύνανται να διεκδικήσουν την επανεκλογή τους άπαξ προτού γίνουν μη εκλόγιμοι για τέσσερα έτη. Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της πολιτείας, τέσσερις άνδρες έχουν χρηματίσει κυβερνήτες επί δύο μη συνεχόμενες θητείες και άλλοι δύο έχουν υπηρετήσει δύο συνεχόμενες θητείες. Το Κεντάκι είναι μία από τις πέντε μόνο πολιτείες των Η.Π.Α. που διεξάγουν εκλογές κυβερνητών σε περιττά έτη αμέσως πριν την Προεδρική Εκλογή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο τρέχων κυβερνήτης είναι ο Στιβ Μπεσίρ, ο οποίος εκλέχθηκε πρώτη φορά το 2007 και επανεκλέχθηκε το 2011. Υπόκειται σε όρια θητείας και δεν μπορεί να είναι πάλι υποψήφιος το 2015.

Οι εξουσίες του κυβερνήτη απαριθμούνται στο πολιτειακό σύνταγμα. Έχουν υπάρξει τέσσερα συντάγματα του Κεντάκι—υιοθετημένα το 1792, το 1799, το 1850 και το 1891 αντίστοιχα—τα οποία έχουν διαδοχικά διευρύνει την εξουσία του κυβερνήτη. Μεταξύ των εξουσιών που χορηγούνται στον κυβερνήτη από το σύνταγμα είναι η δυνατότητα να δώσει χάρη, να ασκήσει βέτο σε νομοθεσία και να συγκαλέσει το νομοθετικό σώμα σε συνεδρίαση. Ο κυβερνήτης χρηματίζει αρχιστράτηγος των στρατιωτικών δυνάμεων της πολιτείας και είναι εξουσιοδοτημένος να επιβάλλει όλους τους νόμους της πολιτείας. Ο κάτοχος του αξιώματος έχει ευρεία νομοθετική αρμοδιότητα να κάνει διορισμούς σε διάφορα συμβούλια και τμήματα του εκτελεστικού κλάδου, η οποία κάπως περιορίζεται από την υιοθέτηση ενός συστήματος αξιοκρατίας για τους πολιτειακούς υπαλλήλους από το 1960. Επειδή ο κυβερνήτης του Κεντάκι ελέγχει πολλούς διορισμούς σε επιτροπές, το αξίωμα θεωρείται ιστορικά ως μία από τις πιο ισχυρές πολιτειακές εκτελεστικές θέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, η επιρροή του κυβερνήτη έχει αυξηθεί από την ευρεία αρμοδιότητα στην ανάθεση συμβάσεων και σημαντική επιρροή στο νομοθετικό σώμα, αν και η τελευταία φθίνει από τα μέσα της δεκαετίας του '70.

Η ιστορία του αξιώματος του Κυβερνήτη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με μακριές περιόδους κυριαρχίας από ένα κόμμα, παρότι διαφορετικά κόμματα επικράτησαν σε διαφορετικές περιόδους. Οι Φεντεραλιστές σπάνιζαν ανάμεσα στους κατοίκους του Κεντάκι κατά την περίοδο του Πρώτου Κομματικού Συστήματος, και οι Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικανοί κέρδιζαν κάθε εκλογή Κυβερνήτη στην πολιτεία μέχρι το 1828. Το Δεύτερο Κομματικό Σύστημα άρχισε όταν οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικανοί διασπάστηκαν σε Τζακσονιανούς Δημοκρατικούς (τον προκάτοχο του σύγχρονου Δημοκρατικού Κόμματος) και Εθνικούς Ρεπουμπλικανούς (αργότερα έγιναν οι Ουίγοι). Με αφετηρία την εκλογή του Τόμας Μέτκαλφ το 1828, οι Ουίγοι κυριάρχησαν στο αξίωμα του κυβερνήτη μέχρι το 1851, με τον Τζον Μπρέθχιτ να είναι ο μόνος Δημοκρατικός που εκλέχθηκε κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου. Με την κατάρρευση του Κόμματος των Ουίγων την δεκαετία του 1850, οι Δημοκρατικοί πήραν τον έλεγχο του αξιώματος του κυβερνήτη και τον κράτησαν για όλη τη διάρκεια του Τρίτου Κομματικού Συστήματος, με τον Τσαρλς Σ. Μόρχεντ του Know Nothing Party να είναι η μοναδική εξαίρεση. Η εκλογή του Ρεπουμπλικανού Ουίλλιαμ Ο'Κόνελ Μπράντλι το 1895 εγκαινίασε την μοναδική περίοδο αληθινού δικομματικού ανταγωνισμού για το αξίωμα του κυβερνήτη· από την εκλογή του Μπράντλι μέχρι το 1931, πέντε Ρεπουμπλικανοί και έξι Δημοκρατικοί κατείχαν το αξίωμα του κυβερνήτη του Κεντάκι. Από το 1931, μόνο τρεις Ρεπουμπλικανοί έχουν χρηματίσει κυβερνήτες του Κεντάκι· ο Έρνι Φλέτσερ, ο οποίος υπηρέτησε από το 2003 μέχρι το 2007, είναι ο πιο πρόσφατος.

Εξουσίες και ευθύνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γραφείο του κυβερνήτη

Και στα τέσσερα συντάγματα του Κεντάκι, η πρώτη εξουσία που απαριθμείται προς τον κυβερνήτη είναι να υπηρετεί ως ανώτατος διοικητής της πολιτοφυλακής και των στρατιωτικών δυνάμεων της πολιτείας.[1] Το 1799 προστέθηκε ένας όρος που ανέφερε ότι ο κυβερνήτης δεν θα οδηγούσε προσωπικά τα στρατεύματα στο πεδίο της μάχης εκτός αν τον έχει συμβουλέψει ούτως ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης.[1] Μια τέτοια περίπτωση συνέβη το 1813 όταν από τον Κυβερνήτη Ισαάκ Σέλμπι, έναν βετεράνο του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, ζητήθηκε να οδηγήσει μια ομάδα στρατευμάτων του Κεντάκι για να βοηθήσει τον Ουίλλιαμ Χένρι Χάρρισον στη Μάχη του Τεμς.[2] Για τις υπηρεσίες του, ο Σέλμπι έλαβε τα Ευχαριστήρια του Κογκρέσου και το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου.[3]

Μεταξύ των άλλων εξουσιών και ευθυνών του κυβερνήτη οι οποίες εμφανίζονται και στα τέσσερα συντάγματα είναι η εξουσία επιβολής όλων των νόμων, η εξουσία να πληροί τα κενά σε αιρετά αξιώματα μέχρι την επόμενη συνάντηση της Γενικής Συνέλευσης και η εξουσία να μετριάζει πρόστιμα και να δίδει χάρες.[4] Η εξουσία απονομής χάρης δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις παραπομπής, και σε περιπτώσεις προδοσίας μια κυβερνητική χάρη είνα σε ισχύ μέχρι το τέλος της επόμενης συνόδου της Γενικής Συνέλευσης, which can grant a full pardon for treason.[5] Το σύνταγμα του 1891 απαιτούσε περαιτέρω ότι, με κάθε απονομή χάριτος, ο κυβερνήτης πρέπει να καταθέτει "μια δήλωση των λόγων για την απόφαση του επ'αυτού, η οποία θα είναι πάντα ανοικτή σε δημόσια επιθεώρηση."[6] Αυτή η απαίτηση προτάθηκε αρχικά από έναν αντιπρόσωπο στην συνταγματική συνέλευση του 1850, αλλά απορρίφθηκε εκείνη την περίοδο.[7] Ιστορικά, η εξουσία στον εκτελεστικό κλάδο του Κεντάκι έχει παραμείνει διαιρεμένη μεταξύ μιας ποικιλίας αιρετών θέσεων—περιλαμβανομένου του Αναπληρωτή Κυβερνήτη, του Γενικού Εισαγγελέως, του Εκτιμητή Δημόσιων Λογιστικών, του Θησαυροφύλακα και αρκετών επιτρόπων—αλλά κατά τον ύστερο 20ό αιώνα, η πολιτική εξουσία έχει επικεντρωθεί στο αξίωμα του Κυβερνήτη.[8]

Σύγκληση και διακοπή του νομοθετικού σώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξουσία του κυβερνήτη να διακόπτει την Γενική Συνέλευση για μια περίοδο μέχρι τεσσάρων μηνών, αν τα δύο σώματα δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε μια χρονική στιγμή για την διακοπή, εμφανίζεται και στα τέσσερα συντάγματα.[9] Ο κυβερνήτης είναι επίσης εξουσιοδοτημένος να συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση "σε εξαιρετικές περιστάσεις".[9] Από το σύνταγμα του 1799, ο κυβερνήτης επιτρέπεται να συγκαλεί σε συνεδρίαση κάπου εκτός της πολιτειακής πρωτεύουσας αν η πρωτεύουσα είχε, από την προηγούμενη νομοθετική σύνοδο, "καταστεί επικίνδυνη από κάποιον εχθρό ή από μεταδοτικές ασθένειες."[10] Αυτή ήταν μια σημαντική πρόβλεψη κατά τις πρώτες ημέρες της Κοινοπολιτείας, όταν επιδημίες όπως η ευλογιά έθεταν σε κίνδυνο τον τοπικό πληθυσμό.[11] Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα μιας προσπάθειας να ασκηθεί αυτή η εξουσία ήταν το 1900 όταν ο Ρεπουμπλικανός Κυβερνήτης Ουίλλιαμ Σ. Τέιλορ προσπάθησε να διακόψει το νομοθετικό σώμα και να το επανασυγκαλέσει στο ευρέως Ρεπουμπλικανικό Λόντον, Κεντάκι μετά την επίθεση εναντίον του Ουίλλιαμ Γκέμπελ.[11] Ο Τέιλορ επικαλέστηκε την ύπαρξη κατάστασης εξέγερσης στην πρωτεύουσα, αλλά προκλητικοί Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να εισακούσουν το κάλεσμα να διακόψουν ή να συγκληθούν στο Λόντον.[12]

Το σύνταγμα του 1891 προσέθεσε μια πρόβλεψη ότι ο κυβερνήτης πρέπει να διευκρινίσει τον λόγο οποιασδήποτε ειδικά συγκεκλημένης νομοθετικής συνόδου, και οτιδήποτε άλλο θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί κατά την σύνοδο αυτή.[13] Δεν υπάρχει όμως συνταγματική απαίτηση το νομοθετικό σώμα να διεξάγει οποιαδήποτε δραστηριότητα κατά την συγκεκλημένη σύνοδο. Το 2007 ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης Έρνι Φλέτσερ συγκάλεσε την Συνέλευση σε σύνοδο για να συζητηθεί μια μακρά λίστα αντικειμένων.[14] Η ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Βουλή των Αντιπροσώπων ισχυρίστηκε ότι ουδέν εξ αυτών των αντικειμένων ήταν αρκετά επείγον ώστε δεν μπορούσε να αναμένει μέχρι τη σύγκληση της τακτικής συνόδου· ισχυρίστηκαν ότι ο Φλέτσερ καλούσε τη συνεδρίαση μόνο για να αναζωογονήσει τα βυθισμένα δημοσκοπικά του νούμερα πριν την επερχόμενη εκλογή στην οποία αντιμετώπισε τον Δημοκρατικό Στιβ Μπεσίρ.[14] Η Βουλή συγκλήθηκε την την ημέρα που είχε οριστεί και διακόπηκε μία ώρα αργότερα χωρίς να ασχοληθεί με οτιδήποτε.[14]

Βέτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύνταγμα του 1799 περιείχε, για πρώτη φορά, την εξουσία του κυβερνήτη να θέσει βέτο σε νομοθεσία· αυτή η εξουσία ήταν ουσιαστικά παρόμοια με, και πιθανώς βασισμένη σε, αυτή που περιέχεται στο σύνταγμα το Σύνταγμα του Νιου Χάμσαϊρ του 1792 και το Σύνταγμα της Τζόρτζια του 1798.[11] Το βέτο του κυβερνήτη μπορεί να ακυρωθεί από μια ψηφοφορία που θα συγκεντρωθεί μια πλειοψηφία και στα δύο σώματα του νομοθετικού σώματος.[15] Το σύνταγμα του 1891 εξουσιοδότησε τον κυβερνήτη με ένα μερικό βέτο, αλλά η χρήση του απαγορεύθηκε στις συνταγματικές τροποποιήσεις και τους νόμους σχετικά με την ταξινόμηση της ιδιοκτησίας για φορολογικούς σκοπούς.[16]

Αντίθετα με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, ο κυβερνήτης δεν έχει την επιλογή ενός pocket veto. Αν ο κυβερνήτης δεν αποφασίσει να υπογράψει ή να αρνηθεί να κυρώσει ένα νομοσχέδιο, αυτόματα γίνεται νόμος μετά από δέκα ημέρες.[15] Σε περίπτωση που το νομοθετικό σώμα διακόψει για αν αποτρέψει την επιστροφή ενός νομοσχεδίου με βέτο, το νομοσχέδιο γίνεται νόμος τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επόμενης νομοθετικής συνεδρίασης εκτός αν ο κυβερνήτης ρητά προβάλλει βέτο.[15] (Με το ομοσπονδιακό pocket veto, το νομοσχέδιο μπορεί να θεωρεί μπλοκαρισμένο μετά από δέκα ημέρες εάν το νομοθετικό σώμα διακόψει την δραστηριότητά του.)[17]

Προϋπολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η κατάρτιση του πολιτειακού προϋπολογισμού είναι μια νομοθετική λειτουργία σε πολλές πολιτείες, οι κυβερνήτες του Κεντάκι απαιτείται από το νόμο να παρουσιάζουν ένα προσχέδιο διετούς προϋπολογισμού στην Γενική Συνέλευση για να εγκριθεί αμέσως μετά την έναρξη των συνεδριάσεων των άρτιων ετών.[18][19] Ο προϋπολογισμός του κυβερνήτη συχνά εγκρίνεται με μικρές αλλαγές, αλλά αφότου οι Ρεπουμπλικανοί πήραν τον έλεγχο της πολιτειακής γερουσίας για πρώτη φορά το 1999, η έγκριση έχει μεταβληθεί σε μια πιο περίπλοκη διαδικασία.[19][20] Η Γενική Συνέλευση απέτυχε να περάσει έναν προϋπολογισμό πριν το τέλος των συνεδριάσεων το 2002 και το 2004.[21] Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτεία λειτουργούσε υπό ένα εκτελεστικό σχέδιο δαπανών δημιουργημένο από τον κυβερνήτη έως ότου το νομοθετικό σώμα επανασυνεδριάσει και περάσει έναν προϋπολογισμό.[21] Το 2005 το Ανώτατο Δικαστήριο του Κεντάκι αποφάσισε ότι ο κυβερνήτης δεν είχε αρμοδιότητα να δαπανήσει κεφάλαια χωρίς νομοθετική έγκριση, και ότι αν οι νομοθέτες αποτύχουν να περάσουν έναν προϋπολογισμό στο μέλλον, μόνο οι δαπάνες που ρητά αναφέρονται στο πολιτειακό σύνταγμα θα έπρεπε να πραγματοποιούνται.[21]

Διοίκηση και διορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και το σύνταγμα του Κεντάκι ορίζει τον κυβερνήτη ως κεφαλή του εκτελεστικού κλάδου της πολιτειακής κυβέρνησης, δεν προσδιορίζει τα μέσα εκπλήρωσης αυτού του ρόλου.[22] Εξουσιοδοτημένος να προτείνει όλους τους συνταγματικούς αξιωματούχους από το πρώτο σύνταγμα της πολιτείας, αυτή η εξουσία του αξιώματος του κυβερνήτη έχει ελαττωθεί σε διάδοχα συντάγματα, καθώς τα περισσότερα από αυτά τα αξιώματα έγιναν αιρετά.[23] Επειδή ο κυβερνήτης δεν εξουσιοδοτείται ρητά από το σύνταγμα να διεξάγει πολλές από τις λειτουργίες που είναι απαραίτητες για την διαχείριση της πολιτειακής κυβέρνησης, ο κάτοχος του αξιώματος πρέπει να βασίζεται σε εξουσιοδοτική νομοθεσία που τίθεται σε ισχύ από την Γενική Συνέλευση.[22] Με αυτό κατά νου, ο ιστορικός του Κεντάκι Τόμας Ντ. Κλαρκ έγραψε το 2004 ότι οι εκτεταμένες εκτελεστικές εξουσίες είχαν δοθεί μέσω της δημιουργίας ενός μεγάλου αριθμού επιτροπών οι οποίες έδιναν αναφορές στον κυβερνήτη:

Κατά τον περασμένο ενάμισι αιώνα, και ειδικά στον ύστερο 20ό αιώνα, θα ήταν αδύνατο η πολιτειακή κυβέρνηση να λειτουργεί αποτελεσματικά χωρίς την διεύρυνση των εκτελεστικών εξουσιών. Μέσα στο χρόνο η Γενική Συνέλευση έχει δημιουργήσει μια μυριάδα επιτροπών και τις έστρεψαν προς τον κυβερνήτη για να ασκήσει διοικητική εποπτεία. ...Όλες αυτές οι επιτροπές επεξέτειναν την επιρροή του κυβερνήτη σε κάθε φάση της ανθρώπινης ζωής στην κοινοπολιτεία, αρκετά πέραν των περιορισμών της εκτελεστικής εξουσίας που οραματίζονταν οι αντιπρόσωποι στην συνταγματική συνέλευση το 1891.[24]

Το 1934 ο εκτελεστικός κλάδος αποτελείτο από εξήντα εννέα συμβούλια, επιτροπές και υπηρεσίες επιπροσθέτως των συνταγματικών αξιωματούχων, αν και τα μέλη αυτών των επιτροπών ήταν συχνά οι ίδιοι οι συνταγματικοί αξιωματούχοι. Ο Κυβερνήτης Ρούμπι Λαφούν πρότεινε την Πράξη Διοικητικής Αναδιοργάνωσης του 1934 για να οργανωθούν αυτά τα συμβούλια και οι επιτροπές σε δεκαεπτά εκτελεστικά τμήματα και επτά ανεξάρτητες υπηρεσίες. Η Γενική Συνέλευση πέρασε την νομοθεσία αυτό το νομοθέτημα, δίνοντας στον εκτελεστικό κλάδο κάποια προσομοίωση δομής για πρώτη φορά.[25]

A man in his fifties, with thinning black hair, sitting at a desk, face-forward, wearing a suit
Ο Χάπι Τσάντλερ δημιούργησε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην πολιτειακή κυβέρνηση με την Πράξη Αναδιοργάνωσης του 1936.

Ο διάδοχος του Λαφούν, Α. Μπ. "Χάπι" Τσάντλερ, συγκάλεσε μια ειδική νομοθετική συνεδρίαση το 1936 επιδιώκοντας την ψήφιση ακόμη μίας πράξης αναδιοργάνωσης.[25] Αυτή η πράξη κατάργησε αρκετές επιτροπές και οργάνωσε τις εναπομείνασες με νόμο σε δέκα: Finance, Revenue, Highways, Health, Welfare, Industrial Relations, Business Regulation, Conservation, Libraries and Archives, and Mines and Minerals.[26] Η Πράξη επίσης δημιούργησε την Executive Cabinet, αποτελούμενη από τους συνταγματικούς αξιωματούχους και τους επικεφαλής έκαστου των δέκα θεσπισμένων από το νόμο τμημάτων.[27] Η αποτελεσματικότητα που δημιούργησε η αναδιοργάνωση του Τσάντλερ του επέτρεψε να αποπληρώσει περισσότερο από τα τρία τέταρτα του χρέους $28,5 εκατομμυρίων της πολιτείας.[28] Εκτός του ότι επηρέασε την αναδιοργάνωση του εκτελεστικού κλάδου, η Πράξη Αναδιοργάνωσης του 1936 επίσης ρητά εξουσιοδότησε τον κυβερνήτη να διορίζει επικεφαλής εκτελεστικών τμημάτων και να ιδρύει, να συνδυάζει ή να διαιρεί τμήματα όποτε είναι απαραίτητο.[29] Μεταγενέστεροι νόμοι έδωσαν στον κυβερνήτη την εξουσία να διορίζει συμβουλευτικές επιτροπές για την αναδιοργάνωση, αναπληρωτές επικεφαλής διαιρέσεων, να μεταθέτει υπαλλήλους και να αλλάζει τις ευθύνες τους μέσα στον εκτελεστικό κλάδο, και να ορίζει γενικούς κανόνες συμπεριφοράς των μελών του εκτελεστικού κλάδου.[29]

Στα 35 έτη μεταξύ της εποχής της αναδιοργάνωσης του Τσάντλερ και της εκλογής του Ουέντελ Χ. Φορντ ως κυβερνήτη το 1971, ο εκτελεστικός κλάδος είχε πάλι γίνει δυσκίνητη. 60 τμήματα και 210 συμβούλια έδιναν αναφορά απευθείας στον κυβερνήτη μέχρι το 1972, και η επικάλυψη υπηρεσιών μεταξύ τμημάτων είχαν δημιουργήσει αναποτελεσματικότητες. Την 1η Ιανουαρίου 1973 τέθηκε σε ισχύ ένα σχέδιο που είχε εκδώσει ο Φορντ στα τέλη του 1972, συμπυκνώνοντας τα τμήματα που ανέφεραν σε εκείνον σε έξι προγραμματικά: Προστασία και Ρύθμιση Καταναλωτών, Ανάπτυξης, Εκπαίδευσης και Τεχνών, Ανθρώπινων Πόρων, Safety and Justice, and Transportation. Ο Φορντ συνέχισε να συγχωνεύει τμήματα και να αναδιοργανώνει τον εκτελεστικό κλάδο καθ'όλο το 1973 σε σημείο που, κατά το τέλος εκείνου του έτους, υπήρχαν μόνο τρεις προγραμματικές cabinets (Development, Education and the Arts, and Consumer Protection and Regulation) και τέσσερα τμήματα (Human Resources, Justice, Natural Resources and Environmental Protection, and Transportation).[30]

Το 2002 ο εκτελεστικός κλάδος είχε πάλι επεκταθεί σε δεκατέσσερις cabinets, αλλά δεν είχε επιπλέον τμήματα.[31] Λίγο μετά την εκλογή του το 2003, ο Κυβερνήτης Έρνι Φλέτσερ ανέλαβε την τελευταία μεγάλη αναδιοργάνωση του εκτελεστικού κλάδου μέχρι σήμερα, μειώνοντας τον αριθμών των cabinets σε εννέα—Justice and Public Safety, Education and Workforce Development, Environmental and Public Protection, Transportation, Economic Development, Health and Family Services, Finance and Administration, Tourism, Arts and Heritage, and Personnel.[32][33]

Επειδή ο κυβερνήτης ελέγχει πάρα πολλούς διορισμούς σε επιτροπές—περίπου 2.000 σύμφωνα με μια εκτίμηση του 1992—το αξίωμα θεωρείται ιστορικά ως μία από τις ισχυρότερες πολιτειακές εκτελεστικές θέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.[20] Επιπρόσθετα, ο κυβερνήτης is given wide discretion in awarding state contracts, further augmenting his influence.[20] Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, έγιναν προσπάθειες για να καμφθεί η χρήση της εξουσίας διορισμών του κυβερνήτη με σκοπό την πολιτική πατρονία. Κατά τη δεύτερη θητεία του στο αξίωμα, ο Χάπι Τσάντλερ εξέδωσε μια εκτελεστική διαταγή που θέσπισε ένα αξιοκρατικό σύστημα το οποίο απαγόρευε την πρόσληψη ή την απόλυση πολιτειακών υπαλλήλων για πολιτικούς λόγους· ο διάδοχός του, Μπερτ Τ. Κομπς, προώθησε ένα νέο αξιοκρατικό σύστημα μέσω του νομοθετικού σώματος, προστατεύοντας το από την κατάργηση λόγω εκτελεστικής διαταγής.[34] Παρά την παρουσία ενός αξιοκρατικού συστήματος, πολλοί κυβερνήτες έχουν δεχθεί κριτική για κατάχρηση της εξουσίας διορισμού τους.[35] Το 2005, ο Έρνι Φλέτσερ και αρκετά μέλη της διοίκησής του ςwere indicted για παραβίαση του συστήματος αξιοκρατίας στις πρακτικές πρόσληψης που χρησιμοποιούσαν· οι κατηγορίες αργότερα καταρρίφθηκαν ως μέρος μιας συμφωνίας με τον κατήγορο, τον Γενικό Εισαγγελέα Γκρεγκ Στούμπο.[36]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1792 Constitution, Article II, Section 7; 1792 Constitution, Article III, Section 8; 1850 Constitution, Article III, Section 8; 1891 Constitution, Section 75
  2. Harrison, "Shelby, Isaac" in The Kentucky Encyclopedia, p. 815
  3. Townsend, p. 19
  4. Clark in Kentucky's Governors, p. xv
  5. 1791 Constitution, Article II, Section 10; 1799 Constitution, Article III, Section 11; 1850 Constitution, Article III, Section 10; 1891 Constitution, Section 77
  6. 1891 Constitution, Section 77
  7. Clark in Kentucky's Governors, p. xvii
  8. Ferguson, p. 290
  9. 9,0 9,1 1791 Constitution, Article II, Section 13; 1799 Constitution, Article III, Section 14; 1850 Constitution, Article III, Section 13; 1891 Constitution, Section 80
  10. 1799 Constitution, Article III, Section 14; 1850 Constitution, Article III, Section 13; 1891 Constitution, Section 80
  11. 11,0 11,1 11,2 Clark in Kentucky's Governors, p. xvi
  12. Harrison in A New History of Kentucky, p. 272
  13. 1891 Constitution, Section 80
  14. 14,0 14,1 14,2 Covington, p. A1
  15. 15,0 15,1 15,2 1799 Constitution, Article III, Section 25; 1850 Constitution, Article III, Section 22; 1891 Constitution, Section 88
  16. 1891 Constitution, Section 88
  17. U.S. Constitution, Article I, Section 7
  18. Taylor, p. A1
  19. 19,0 19,1 Clark in Kentucky's Governors, p. xxiii
  20. 20,0 20,1 20,2 Blanchard in The Kentucky Encyclopedia, p. 380
  21. 21,0 21,1 21,2 York, p. A12
  22. 22,0 22,1 Freedman, p. 1
  23. Clark in Kentucky's Governors, pp. xv–xvii
  24. Clark in Kentucky's Governors, p. xviii
  25. 25,0 25,1 Freedman, p. 3
  26. Freedman, pp. 4–5
  27. Freedman, p. 5
  28. Roland in Kentucky's Governors, p. 171
  29. 29,0 29,1 Freedman, p. 8
  30. Freedman, p. 6
  31. Freedman, p. 7
  32. "Kentucky Governor Ernie Fletcher". National Governors Association
  33. Kentucky Revised Statutes 10.020
  34. Pearce, p. 104
  35. Clark in Kentucky's Governors, p. xix
  36. Alford, p. A1

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]