Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κριτική του Ισλάμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η κριτική του Ισλάμ υπήρξε από τα στάδια της διαμόρφωσης της θρησκείας. Η πρόωρη γραπτή κριτική προέρχεται από χριστιανούς, πριν από τον ένατο αιώνα, πολλοί από τους οποίους θεωρούσαν το Ισλάμ ριζοσπαστική χριστιανική αίρεση.[1] Αργότερα ο ίδιος ο μουσουλμανικός κόσμος υπέστη κριτική.[2][3] Η κριτική για το Ισλάμ στη Δύση ανανεώθηκε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και άλλες τρομοκρατικές επιθέσεις στις αρχές του 21ου αιώνα.[4]

Τα αντικείμενα της κριτικής περιλαμβάνουν την ηθική της ζωής του Μωάμεθ, του τελευταίου προφήτη σύμφωνα με το Ισλάμ, τόσο στη δημόσια όσο και στην προσωπική ζωή του. Ζητήματα σχετικά με την αυθεντικότητα και την ηθική του Κορανίου, το ισλαμικό ιερό βιβλίο, συζητούνται επίσης από τους κριτικούς.[5] Πρόσωπα στην Αφρική και την Ινδία περιγράφουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως καταστροφή των αυτοχθόνων πολιτισμών από το Ισλάμ. Άλλη κριτική επικεντρώνεται στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ιστορικό ισλαμικό κόσμο και στα σύγχρονα ισλαμικά έθνη, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης των γυναικών, των ΛΟΑΤ και των θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων στο ισλαμικό νόμο και πρακτική.[6][7][7] Μετά την πρόσφατη τάση της πολυπολιτισμικότητας, η επιρροή του Ισλάμ στην ικανότητα ή την προθυμία των μουσουλμάνων μεταναστών να αφομοιωθούν στον δυτικό κόσμο[8] και σε άλλες χώρες όπως η Ινδία[9][10][11] και η Ρωσία[12][13] έχουν επίσης επικριθεί.

Μεσαιωνική περίοδος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες συστηματικές αντιδράσεις στο Ισλάμ προήλθαν από βυζαντινούς συγγραφείς. Ο μοναχός Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αιώνας), ο οποίος είχε υπηρετήσει στην αυλή του Χαλίφη πριν γίνει μοναχός, συνέταξε ένα από τα πρώτα χριστιανικά κείμενα εναντίον του Ισλάμ, στο οποίο το χαρακτήριζε αίρεση του Χριστιανισμού και αμφισβητούσε τη θεϊκή προέλευση του Κοράνιου.[14] Παρόμοια κριτική διατύπωσαν και μεταγενέστεροι βυζαντινοί λόγιοι, μεταξύ των οποίων ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, του οποίου αποσπάσματα διαλόγου με πέρση λόγιο περί Ισλάμ αναφέρθηκαν εκ νέου δημόσια το 2006.[15]

Στη Δυτική Ευρώπη, η κριτική του Ισλάμ κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε κυρίως στο πλαίσιο των Σταυροφοριών και της πολεμικής χριστιανικής λογοτεχνίας, η οποία συχνά παρουσίαζε παραμορφωμένη εικόνα του Ισλάμ και του προφήτη Μωάμεθ. Ο Δάντης Αλιγκέρι τοποθέτησε τον Μωάμεθ στην Κόλαση στη «Θεία Κωμωδία» του, ως παράδειγμα διαίρεσης και αίρεσης.[16]

Κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, η στάση απέναντι στο Ισλάμ έγινε πιο σύνθετη. Ο Βολταίρος έγραψε το θεατρικό έργο «Μωάμεθ ή ο Φανατισμός» (1741), το οποίο χρησιμοποιούσε τη μορφή του Μωάμεθ ως αλληγορία για την κριτική κάθε θρησκευτικού φανατισμού, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού, αν και το ίδιο το έργο θεωρήθηκε προσβλητικό από πολλούς μουσουλμάνους.[17] Αντίθετα, ο ίδιος ο Βολταίρος εξέφρασε αργότερα και θετικότερες απόψεις για ορισμένες πτυχές του Ισλάμ, ιδίως σε σύγκριση με τη θεσμική Καθολική Εκκλησία.

Θεολογική και φιλοσοφική κριτική

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα κεντρικά σημεία κριτικής αφορά τη φύση και την προέλευση του Κορανίου. Μη μουσουλμάνοι μελετητές, στο πλαίσιο της κλάδου των ισλαμικών σπουδών που ονομάζεται αναθεωρητισμός, έχουν αμφισβητήσει την παραδοσιακή αφήγηση για τη συγγραφή και τη διαμόρφωση του κειμένου, προτείνοντας εναλλακτικές θεωρίες για την ιστορική του προέλευση.[18] Ο πρώην μουσουλμάνος συγγραφέας Ιμπν Βαράκ (ψευδώνυμο) στο έργο του «Γιατί δεν είμαι μουσουλμάνος» (1995) συγκέντρωσε επιχειρήματα κατά της παραδοσιακής ισλαμικής θεολογίας, επικρίνοντας τόσο τη γλωσσική συνοχή του κειμένου όσο και ηθικά ζητήματα που θεωρεί προβληματικά.[19]

Κριτική έχει ασκηθεί και για πτυχές του βίου του Μωάμεθ, όπως αναφέρονται στην παραδοσιακή ισλαμική βιογραφική παράδοση (σίρα) και στα χαντίθ. Συζητούνται ιδίως ο γάμος του με την Αΐσα, η ηλικία της κατά τον γάμο σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, καθώς και οι στρατιωτικές εκστρατείες και οι σχέσεις του με ιουδαϊκές φυλές της Μεδίνας, όπως η περίπτωση της φυλής Μπανού Κουράιζα.[20] Μουσουλμάνοι μελετητές αντικρούουν συχνά τέτοιες κριτικές, τονίζοντας το ιστορικό πλαίσιο της εποχής και αμφισβητώντας την αξιοπιστία ή την ερμηνεία συγκεκριμένων παραδόσεων.

Ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση των γυναικών στο Ισλάμ αποτελεί συχνό αντικείμενο κριτικής, ιδίως όσον αφορά ζητήματα όπως η πολυγαμία, το ισλαμικό κληρονομικό δίκαιο που προβλέπει διαφορετικά μερίδια για άνδρες και γυναίκες, οι νόμοι περί μαρτυρίας σε ορισμένες ερμηνείες της σαρίας, καθώς και πρακτικές όπως η υποχρεωτική κάλυψη (χιτζάμπ, νικάμπ) σε ορισμένες χώρες.[21] Η Σομαλή-ολλανδή πρώην μουσουλμάνα συγγραφέας Αγιάν Χίρσι Άλι έχει διατυπώσει έντονη κριτική βασιζόμενη στην προσωπική της εμπειρία, ενώ έχει επικριθεί από άλλους μελετητές για γενικεύσεις. Άλλοι επικριτές επισημαίνουν πρακτικές όπως ο γυναικείος γεννητικός ακρωτηριασμός, αν και μελετητές του Ισλάμ τονίζουν ότι πρόκειται για προϊσλαμική πολιτισμική πρακτική περιοχών της Αφρικής και όχι θρησκευτική επιταγή του Κορανίου.[22]

Αποστασία και ελευθερία λόγου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζήτημα έντονης κριτικής αποτελεί η αντιμετώπιση της αποστασίας (ριντά) σε ορισμένες ερμηνείες της ισλαμικής νομολογίας, οι οποίες προβλέπουν αυστηρές ποινές, έως και τη θανατική ποινή, για μουσουλμάνους που εγκαταλείπουν τη θρησκεία τους, καθώς και οι νόμοι περί βλασφημίας που ισχύουν σε πλείονες μουσουλμανικές χώρες.[23] Χαρακτηριστική περίπτωση αποτέλεσε η υπόθεση Ρούσντι, κατά την οποία ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί εξέδωσε το 1989 φετβά καλώντας σε θανάτωση του συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι για το μυθιστόρημά του «Σατανικοί Στίχοι», γεγονός που πυροδότησε διεθνή συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία.[24] Ανάλογες αντιδράσεις προκάλεσε και η δημοσίευση των γελοιογραφιών του Μωάμεθ από τη δανική εφημερίδα Jyllands-Posten το 2005, καθώς και η επίθεση κατά του γαλλικού περιοδικού Σαρλί Εμπντό το 2015.

Ζητήματα βίας και τζιχάντ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικριτές του Ισλάμ έχουν εστιάσει στην έννοια του τζιχάντ, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα εδάφια του Κορανίου και της χαντιθικής παράδοσης μπορούν να ερμηνευθούν ώστε να δικαιολογούν ένοπλη βία κατά μη μουσουλμάνων.[25] Ο βρετανο-αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Λούις έχει αναλύσει την ιστορική εξέλιξη της έννοιας, διακρίνοντας μεταξύ του «μεγαλύτερου τζιχάντ» ως εσωτερικού πνευματικού αγώνα και του «μικρότερου τζιχάντ» ως ένοπλου αγώνα, ενώ επισημαίνει ότι η δεύτερη ερμηνεία έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά για την πολιτική νομιμοποίηση στρατιωτικών εκστρατειών.[26] Η πλειονότητα των σύγχρονων μουσουλμάνων θεολόγων και οργανώσεων απορρίπτει τη χρήση βίας εναντίον αμάχων και καταδικάζει τη χρήση της έννοιας από τζιχαντιστικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος ως παραποίηση των θρησκευτικών κειμένων.[27]

Νεότεροι επικριτές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πλαίσιο του κινήματος του λεγόμενου «Νέου Αθεϊσμού», αρκετοί συγγραφείς άσκησαν έντονη κριτική στο Ισλάμ ως μέρος ευρύτερης κριτικής στη θρησκεία γενικότερα. Ο βιολόγος Ρίτσαρντ Ντόκινς και ο συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς χαρακτήρισαν το Ισλάμ, όπως και άλλες οργανωμένες θρησκείες, ασύμβατο με την επιστημονική σκέψη και την ατομική ελευθερία.[28] Ο νευροεπιστήμονας Σαμ Χάρις υποστήριξε ότι ορισμένα δόγματα του Ισλάμ, ερμηνευόμενα κυριολεκτικά, ενθαρρύνουν τη βία περισσότερο από αντίστοιχα δόγματα άλλων θρησκειών, θέση που έχει προκαλέσει έντονη ακαδημαϊκή αντιπαράθεση.[29]

Κριτική της κριτικής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κριτική του Ισλάμ έχει η ίδια αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης και αντικριτικής. Μελετητές όπως ο Έντουαρντ Σαΐντ, στο έργο του «Οριενταλισμός» (1978), υποστήριξαν ότι μεγάλο μέρος της δυτικής κριτικής προς το Ισλάμ βασίζεται σε στερεοτυπικές, αποικιοκρατικού τύπου αναπαραστάσεις της «Ανατολής» και δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική ποικιλομορφία του μουσουλμανικού κόσμου.[30] Οργανώσεις παρακολούθησης ρατσιστικών φαινομένων, καθώς και τμήμα της ακαδημαϊκής κοινότητας, διακρίνουν μεταξύ νόμιμης θεολογικής ή πολιτικής κριτικής και της ισλαμοφοβίας, δηλαδή της γενικευμένης εχθρότητας ή προκατάληψης απέναντι σε μουσουλμάνους ως ομάδα, ανεξαρτήτως των ατομικών τους πεποιθήσεων ή πρακτικών.[31] Ορισμένοι σχολιαστές, αντίθετα, θεωρούν τον όρο «ισλαμοφοβία» προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να χρησιμοποιείται για την αποσιώπηση θεμιτής κριτικής σε θρησκευτικές πρακτικές ή δόγματα.[32]

  1. De Haeresibus by John of Damascus. See Migne. Patrologia Graeca, vol. 94, 1864, cols 763–73. An English translation by the Reverend John W Voorhis appeared in The Moslem World for October 1954, pp. 392–98.
  2. Warraq, Ibn (2003). Leaving Islam: Apostates Speak Out. Prometheus Books. σελ. 67. ISBN 1-59102-068-9.
  3. Ibn Kammuna, Examination of the Three Faiths, trans. Moshe Perlmann (Berkeley and Los Angeles, 1971), pp. 148–49
  4. Akyol, Mustafa (13 Ιανουαρίου 2015). «Islam's Problem With Blasphemy». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2015.
  5. Bible in Mohammedian Literature., by Kaufmann Kohler Duncan B. McDonald, Jewish Encyclopedia. Retrieved April 22, 2006.
  6. «Saudi Arabia». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Νοεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017.
  7. 1 2 Timothy Garton Ash (5 Οκτωβρίου 2006). «Islam in Europe». The New York Review of Books.
  8. Tariq Modood (6 Απριλίου 2006). Multiculturalism, Muslims and Citizenship: A European Approach (1st έκδοση). Routledge. σελ. 29. ISBN 978-0-415-35515-5.
  9. "Indian Nepalis: Issues and Perspectives", pp. 355–56, Tanka Bahadur Subba, Concept Publishing Company, 2009, 9788180694462
  10. «India's 'Mexican' Problem: Illegal Immigration from Bangladesh». Ibtimes. 6 Φεβρουαρίου 2012. Ghosh claimed Muslim immigrants in India are now attacking Hindus and forcibly seeking to convert Hindu girls to Islam. He has demanded that the Indian government halt illegal immigration from Bangladesh and deport undocumented Muslims back to Bangladesh.
  11. «Illegal immigration from Bangladesh has turned Assam explosive». Niticentral. 31 Οκτωβρίου 2012. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017.
  12. «Tatarstan: The Battle over Islam in Russia's Heartland». 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017.
  13. Russia and Islam: State, Society and Radicalism. Taylor & Francis. 2010. σελ. 94. by Roland Dannreuther, Luke March
  14. Sahas, Daniel J. (1972). John of Damascus on Islam: The "Heresy of the Ishmaelites". Leiden: Brill.
  15. Bull, George (15 Σεπτεμβρίου 2006). «Pope's speech stirs anger». BBC News.
  16. Tolan, John V. (2002). Saracens: Islam in the Medieval European Imagination. New York: Columbia University Press.
  17. Pearson, Roger (2005). Voltaire Almighty: A Life in Pursuit of Freedom. London: Bloomsbury.
  18. Wansbrough, John (1977). Quranic Studies: Sources and Methods of Scriptural Interpretation. Oxford: Oxford University Press.
  19. Ibn Warraq (1995). Why I Am Not a Muslim. Amherst, NY: Prometheus Books.
  20. Watt, W. Montgomery (1956). Muhammad at Medina. Oxford: Oxford University Press.
  21. Hirsi Ali, Ayaan (2007). Infidel. New York: Free Press.
  22. Ahmed, Leila (1992). Women and Gender in Islam. New Haven: Yale University Press.
  23. Cook, David (2006). Apostasy from Islam: A Historical and Scriptural Analysis. Leiden: Brill.
  24. Ruthven, Malise (1990). A Satanic Affair: Salman Rushdie and the Wrath of Islam. London: Chatto & Windus.
  25. Spencer, Robert (2005). The Politically Incorrect Guide to Islam (and the Crusades). Washington, D.C.: Regnery Publishing.
  26. Lewis, Bernard (2003). The Crisis of Islam: Holy War and Unholy Terror. New York: Modern Library.
  27. «Open Letter to Al-Baghdadi». lettertobaghdadi.com. 2014.
  28. Hitchens, Christopher (2007). God Is Not Great: How Religion Poisons Everything. New York: Twelve.
  29. Harris, Sam (2004). The End of Faith: Religion, Terror, and the Future of Reason. New York: W. W. Norton.
  30. Said, Edward W. (1978). Orientalism. New York: Pantheon Books.
  31. Runnymede Trust (1997). Islamophobia: A Challenge for Us All. London: Runnymede Trust.
  32. Malik, Kenan (19 Φεβρουαρίου 2005). «The islamophobia myth». Prospect Magazine.
  • Ibn Warraq, Why I Am Not a Muslim, Prometheus Books, 1995.
  • Bernard Lewis, The Crisis of Islam: Holy War and Unholy Terror, Modern Library, 2003.
  • Edward W. Said, Orientalism, Pantheon Books, 1978.
  • Ayaan Hirsi Ali, Infidel, Free Press, 2007.
  • Malise Ruthven, A Satanic Affair: Salman Rushdie and the Wrath of Islam, Chatto & Windus, 1990.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]