Κουρκουμίνη
| Κουρκουμίνη | |
|---|---|
| Γενικά | |
| Όνομα IUPAC | (1E,6E)-1,7-δι-(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαινυλο)επτα-1,6-διενο-3,5-διόνη |
| Άλλες ονομασίες | διφερουλοϋλομεθάνιο, C.I. 75300 |
| Χημικά αναγνωριστικά | |
| Χημικός τύπος | C21H20O6 |
| Μοριακή μάζα | 368,385 amu |
| Αριθμός CAS | 458-37-7 |
| SMILES | O=C(\C=C\c1ccc(O)c(OC)c1)CC(=O)\C=C\c2cc(OC)c(O)cc2 |
| PubChem CID | 969516 |
| ChemSpider ID | 839564 |
| Κωδικός προσθέτου τροφίμων | E100 |
| Φυσικές ιδιότητες | |
| Σημείο τήξης | 183 °C (456 K) |
| Διαλυτότητα στο νερό | σχεδόν αδιάλυτο |
| Εμφάνιση | κιτρινοπορτοκαλί σκόνη |
| Χημικές ιδιότητες | |
| Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος (25°C, 100 kPa). | |
Η κουρκουμίνη είναι οργανική χημική ένωση, πιο συγκεκριμένα παράγωγο της φαινόλης με μοριακό χημικό τύπο C21H20O6. Αποτελεί φυσική χρωστική που παράγεται από το είδος φυτού Curcuma longa, κοινώς κουρκουμά, στο οποίο οφείλει και την ονομασία της. Το ίδιο φυτό περιέχει και άλλες παρόμοιες ουσίες γνωστές ως κουρκουμινοειδή. Δίνει έντονο κίτρινο χρώμα όπου προστίθεται και διατίθεται στο εμπόριο ως πρόσθετο σε καλλυντικά, πρόσθετο τροφίμων (κυρίως ως χρωστική), ακόμα και για βοτανοθεραπεία.[1] Εκτεταμένες μελέτες ωστόσο δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν κάποια ιατρική ωφέλεια από τη λήψη κουρκουμίνης. Η επίδρασή της είναι δύσκολο να μελετηθεί επειδή είναι ασταθής ένωση και επιπροσθέτως έχει μικρή βιοδιαθεσιμότητα. Ωστόσο θεωρείται απίθανο να ανοίξει κάποτε οδούς προς ανάπτυξη φαρμάκου ως αρχική ένωση.[2]
Από χημικής απόψεως η κουρκουμίνη κατατάσσεται στις πολυφαινόλες και πιο συγκεκριμένα στα διαρυλοεπτανοειδή.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η κουρκουμίνη πήρε την ονομασία της το 1815, όταν οι Ανρί Ωγκύστ Βογκέλ και Πιερ Ζοζέφ Πελετιέ ανέφεραν την πρώτη απομόνωση μιας «κίτρινης χρωστικής ύλης» από τα ριζώματα του κουρκουμά.[3] Αργότερα αυτό το υλικό ταυτοποιήθηκε ως ένα μίγμα ρητίνης και ελαίου του κουρκουμά. Το 1910 οι Milobedzka και Lampe κατέγραψαν τη χημική δομή της ουσίας ως ίδια με εκείνη του διφερουλοϋλομεθανίου.[4] Αργότερα, το 1913, η ίδια ομάδα πραγματοποίησε την πρώτη εργαστηριακή σύνθεση της ουσίας.
Παρά το ότι η ουσία χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες στην παραδοσιακή ιατρική, οι πιθανές θεραπευτικές ιδιότητές της παραμένουν απροσδιόριστες[5][6][7], όπως προαναφέρθηκε και στην εισαγωγή.
Χρήσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι συνηθέστερες χρήσεις της κουρκουμίνης είναι ως συστατικό σε συμπληρώματα διατροφής, σε καλλυντικά, ως πρόσθετο τροφίμων με τον ευρωπαϊκό αριθμό-κωδικό Ε100[8][9] (κυρίως ως χρωστική, αλλά και για το άρωμα-γεύση, όπως σε ποτά στη νότια και τη Νοτιοανατολική Ασία[1]). Παραδείγματα τροφίμων με κουρκουμίνη είναι το κάρυ, οι μουστάρδες, αρκετά βούτυρα και τυριά.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Majeed, S. (28 Δεκεμβρίου 2015). «The State of the Curcumin Market». Natural Products Insider. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2016.
- ↑ Nelson K.M., Dahlin J.L., Bisson J., Graham J., Pauli G.F., Walters M.A.: «The Essential Medicinal Chemistry of Curcumin», Journal of Medicinal Chemistry, τόμος 60 (νο.5), Μάρτιος 2017, σσ. 1620-1637. doi: 10.1021/acs.jmedchem.6b00975.
- ↑ Vogel, A.; Pelletier, J. (Ιούλιος 1815). «Examen chimique de la racine de Curcuma» (στα γαλλικά). Journal de Pharmacie et des Sciences Accessoires 1: 289-300. https://books.google.com/books?id=dqU8AAAAcAAJ&pg=PA289.
- ↑ Farooqui, Tahira· Farooqui, Akhlaq A. (2019). «Curcumin: Historical Background, Chemistry, Pharmacological Action, and Potential Therapeutic Value». Curcumin for Neurological and Psychiatric Disorders. σελίδες 23–44. doi:10.1016/B978-0-12-815461-8.00002-5. ISBN 978-0-12-815461-8.
- ↑ «The Essential Medicinal Chemistry of Curcumin». Journal of Medicinal Chemistry 60 (5): 1620–1637. March 2017. doi:. PMID 28074653.
See also: «Curcumin May (Not) Defy Science». ACS Medicinal Chemistry Letters 8 (5): 467–470. May 2017. doi:. PMID 28523093. - ↑ «Deceptive curcumin offers cautionary tale for chemists». Nature 541 (7636): 144–145. January 2017. doi:. PMID 28079090. Bibcode: 2017Natur.541..144B.
- ↑ «Turmeric». US National Center for Complementary and Integrative Health, National Institutes of Health. Απρίλιος 2020. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2023.
- ↑ European Commission. «Food Additives». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Οκτωβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2014.
- ↑ «Curcumin, E 100, σελ. 9». Specifications for food additives listed in Annexes II and III to Regulation (EC) No 1333/2008 of the European Parliament. 9 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 24 Ιουλίου 2019.