Κουρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις του όρου, δείτε Κουρία (αποσαφήνιση).

Η Συνέλευση, λατιν.: Curia (πληθυντικός: Curiae) στην αρχαία Ρώμη αναφερόταν σε μια από τις αρχικές ομάδες πολιτών, που τελικά αριθμούσαν 30 ομάδες και αργότερα κάθε Ρωμαίος πολίτης θεωρήθηκε ότι ανήκε σε μία. Ενώ αρχικά είχαν πιθανώς ευρύτερες εξουσίες, [1] ερχόταν να συναντηθούν μόνο για ορισμένους σκοπούς μέχρι το τέλος της Δημοκρατίας: για να επιβεβαιώσουν την εκλογή αξιωματούχων με αυτοκρατορική διακιοδοσία, να παρακολουθήσουν την εγκατάσταση ιερέων, τη σύνταξη διαθηκών και να πραγματοποιήσει ορισμένες υιοθεσίες.

Ο όρος χρησιμοποιείται ευρύτερα για να προσδιορίσει μια συνέλευση, συμβούλιο ή δικαστήριο, στο οποίο συζητούνται και αποφασίζονται δημόσια, επίσημα ή θρησκευτικά ζητήματα. Μικρότερες curiae υπήρχαν για άλλους σκοπούς. Η λέξη curia επίσης δηλώνει τους χώρους συγκέντρωσης, ειδικά της Συγκλήτου. Παρόμοιοι θεσμοί υπήρχαν και σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ιταλίας.

Στους μεσαιωνικούς χρόνους, το συμβούλιο του βασιλιά αναφερόταν συχνά ως curia. Σήμερα, η πιο διάσημη κουρία είναι η Κουρία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία βοηθά τον Ρωμαίο ποντίφικα στην ιεραρχική διακυβέρνηση της Εκκλησίας. [2]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη curia πιστεύεται ότι προέρχεται από την παλαιά λατινική coviria, που σημαίνει "μια συγκέντρωση ανδρών" (co "μαζί", vir "άνθρωπος"). [3] Με αυτή την έννοια, οποιαδήποτε συνέλευση, δημόσια ή ιδιωτική, θα μπορούσε να ονομαστεί curia. Εκτός από τις ρωμαϊκές κουρίες, ψηφοφοριακές συνελεύσεις γνωστές ως curiae υπήρχαν σε άλλες πόλεις του Λατίου και παρόμοια ιδρύματα υπήρχαν σε άλλα μέρη της Ιταλίας. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας, εγκαταστάθηκαν τοπικές curiae στις ιταλικές και επαρχιακές ισοπολίτιδες πόλεις ισοπολίτιδες πόλεις (municipia) και αποικίες (coloniae). Στους αυτοκρατορικούς χρόνους, οι τοπικοί αξιωματούχοι εκλέγοντο συχνά από δημοτικές Συγκλήτους, οι οποίες έγιναν επίσης γνωστές ως curiae. Κατ' επέκταση, η λέξη curia δεν σημαίνει απλώς μια συγκέντρωση, αλλά και το μέρος όπου συγκεντρωνόταν μια συνέλευση, όπως ένα κτίριο συνεδριάσεων. [4]

Ρωμαϊκή Κουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη ρωμαϊκή εποχή, η «κουρία» είχε δύο κύριες έννοιες. Αρχικά ίσχυε για το τμήμα της comitia curiata. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου η ονομασία άρχισε να εφαρμόζεται στο κτίριο της Συγκλήτου, το οποίο στις διάφορες οικοδομήσεις του φιλοξενούσε συνεδριάσεις της ρωμαϊκής Συγκλήτου από την εποχή των βασιλέων μέχρι τις αρχές του 7ου αι. μ.Χ.

Comitia Curiata[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πιο σημαντικές curiae στη Ρώμη ήταν οι 30 κουρίες, που μαζί αποτελούσαν την comitia curiata. Παραδοσιακά αποδίδεται στους βασιλείς, καθεμία από τις τρεις φυλές που ίδρυσε ο Ρωμύλος, οι Ράμνες, οι Τιτίτες και οι Λούκερες, χωρίστηκε σε δέκα κουρίες. Θεωρητικά, κάθε γένος (οικογένεια, φυλή) ανήκε σε μια συγκεκριμένη κουρία, ωστόσο αν αυτό τηρούνταν αυστηρά σε όλη τη ρωμαϊκή ιστορία, είναι αβέβαιο. [4] [5]

Κάθε κουρία είχε ένα ξεχωριστό όνομα, που λέγεται ότι προήλθε από τα ονόματα μερικών από τις γυναίκες Σαβίνες, που απήχθησαν από τους Ρωμαίους την εποχή του Ρωμύλου. Ωστόσο, μερικές από τις curiae προφανώς έλαβαν τα ονόματά τους από συγκεκριμένες περιοχές ή επώνυμους ήρωες. [5] Οι curiae πιθανότατα ιδρύθηκαν γεωγραφικά, αντιπροσωπεύοντας συγκεκριμένες γειτονιές στη Ρώμη, γι' αυτόν τον λόγο η curia μερικές φορές μεταφράζεται ως « τμήμα». [4] Μόνο μερικά από τα ονόματα των 30 curiae έχουν διατηρηθεί, συμπεριλαμβανομένων των Acculeia, Calabra, Faucia, Foriensis, Rapta, Veliensis, Tifata και Titia . [6] [5]

Ο ισχυρισμός ότι οι πληβείοι δεν ήταν μέλη των curiae, ή ότι μόνο τα εξαρτώμενα μέλη (πελάτες) των πατρικίων γίνονταν δεκτοί και δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, αντικρούεται ρητά από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα. [7] Αυτό το επιχείρημα αντικρούεται επίσης από τον Mόμσεν. [8]

Κάθε κουρία είχε τη δική της τελετουργία (sacra), στην οποία τα μέλη της, γνωστά ως curiales, λάτρευαν τους θεούς του κράτους και άλλες θεότητες ειδικές για την κουρία, με τις δικές τους λατρείες και ιεροτελεστίες. [9] Κάθε curia είχε έναν τόπο συνάντησης και έναν τόπο λατρείας, που ονομάζοντο έτσι από την curia. [4] Αρχικά, αυτό μπορεί να ήταν ένας απλός βωμός, στη συνέχεια ένα ιερό (sacellum) και τελικά ένα κτίριο συνάντησης. [5]

Στην κουρία προήδρευε ένας curio (πληθυντικός: curiones), ο οποίος ήταν πάντα τουλάχιστον 50 ετών και εκλεγόταν ισόβια. [4] Ο curiο ανελάμβανε τις θρησκευτικές υποθέσεις της κουρίας. Τον βοηθούσε ένας άλλος ιερέας, γνωστός ως flamen curialis. [5] Όταν οι 30 curiae συγκεντρώνοντο για να συγκροτήσουν την comitia curiata, τους προέδρευε ένας curio maximus, ο οποίος μέχρι το 209 π.Χ. ήταν πάντα πατρίκιος. [4] [5] Αρχικά, ο curio maximus πιθανότατα εκλεγόταν από τους curiones, αλλά σε μεταγενέστερους χρόνους από τον ίδιο τον λαό. [5] Σε κάθε curia συμμετείχε ένας ραβδούχος (lictor). Σε μια συνέλευση της comitia curiata συμμετείχαν 30 ραβδούχοι. [5] [10]

Η comitia curiata ψήφιζε για να επιβεβαιώσει την εκλογή των αξιωματούχων, ψηφίζοντας έναν νόμο που ονομάζετο lex curiata de imperio. Παρατηρείται επίσης ο διορισμός ιερέων, οι υιοθεσίες και η σύνταξη διαθηκών. Ο μέγιστος αρχιερέας (pontifex maximus) μπορεί να προήδρευε αυτών των τελετών. [4] Η συνέλευση πιθανότατα διέθετε πολύ μεγαλύτερη εξουσία πριν από την ίδρυση της comitia centuriata, η οποία σταδιακά ανελάμβανε πολλές από τις αρχικές λειτουργίες της συνέλευσης των curiae. [4]

Κτίριο της Συγκλήτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το Ρωμαϊκό βασίλειο, ο οίκος των συνεδριάσεων της Ρωμαϊκής Συγκλήτου ήταν γνωστός ως curia. Ο αρχικός τόπος συνάντησης λέγεται ότι ήταν ένας ναός, που κτίστηκε στο σημείο όπου οι Ρωμαίοι και οι Σαβίνοι κατέθεσαν τα όπλα τους κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμύλου (παραδοσιακά βασίλευσε το 753–717 π.Χ.). Ο θεσμός της Συγκλήτου αποδιδόταν πάντα στον Ρωμύλο. Αν και η πρώτη Σύγκλητος λέγεται ότι αποτελείτο από 100 μέλη, ο παλαιότερος αριθμός που μπορεί να ονομαστεί βέβαιος είναι 300, πιθανώς συνδεδεμένος με τις τρεις φυλές ή τις 30 κουρίες, που επίσης αποδίδονται στον Ρωμύλο. [4]

Κουρία του Οστίλιου, Κουρία του Κορνήλιου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού ο αρχικός ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά, αντικαταστάθηκε από ένα νέο κτίριο συνεδριάσεων από τον Tύλλο Οστίλιο, τον 3ο βασιλιά της Ρώμης (παραδοσιακά βασίλευσε το 673–642 π.Χ.). Η Κουρία του Οστίλιου (Curia Hostilia) βρισκόταν στο βόρειο άκρο του σημείου συνάθροισης (comitium), όπου συγκεντρωνόταν η comitia curiata και άλλες ρωμαϊκές συνελεύσεις, και ήταν προσανατολισμένο κατά μήκος των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα. Μετά από περισσότερα από 500 χρόνια υπηρεσίας, το κτίριο αναστηλώθηκε και διευρύνθηκε από τον δικτάτορα Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα το 80 π.Χ. Ο Σύλλας είχε διπλασιάσει τα μέλη της Συγκλήτου από 300 σε 600, απαιτώντας ένα μεγαλύτερο κτίριο, το οποίο διατήρησε τον αρχικό προσανατολισμό της Curia Hostilia, αλλά επεκτάθηκε νοτιότερα στο comitium. Το 52 π.Χ., μετά τη δολοφονία του Πόπλιου Κλόδιου Πούλχερ, οι πελάτες του πυρπόλησαν το κτίριο της Συγκλήτου, το οποίο ξανακτίστηκε από τον Φαύστο Κορνήλιο Σύλλα, γιο του δικτάτορα. Μετά από αυτή την ανακατασκευή, το κτίριο ονομάστηκε Κουρία του Κορνήλιου (Curia Cornelia). [4]

Κουρία του Ιουλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Curia Julia, όπως αναστηλώθηκε το 1935-1937.

Μια γενιά αφότου ο Σύλλας διεύρυνε τη Σύγκλητο από 300 μέλη σε 600, ο Ιούλιος Καίσαρας αύξησε τα μέλη του σε 900, καθιστώντας αναγκαία την κατασκευή ενός μεγαλύτερου κτιρίου συνεδριάσεων. Η Curia Cornelia κατεδαφίστηκε και λίγο πριν το τέλος του το 44 π.Χ., ο Καίσαρας ξεκίνησε την κατασκευή ενός νέου κτιρίου, το οποίο έγινε γνωστό ως Κουρία του Ιουλίου (Curia Julia). Αυτό το οικοδόμημα κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του comitium και εγκατέλειψε τον αρχικό προσανατολισμό των προηγούμενων curiae, έχοντας κλίση ελαφρώς βορειοδυτικά. Το κτίριο διέθετε μια μεγάλη κεντρική αίθουσα με μια εξέδρα για τους αξιωματούχους και μαρμάρινους πάγκους στη μία πλευρά. Υπήρχε και ένα γραφείο καταγραφών στη μία πλευρά. Το κτίριο ολοκληρώθηκε από τον ανιψιό του Καίσαρα, Οκταβιανό, τον μελλοντικό αυτοκράτορα Αύγουστο, το 29 π.Χ., αν και μείωσε την ίδια τη Σύγκλητο στον προηγούμενο αριθμό των 600. [4]

Το 94 μ.Χ. η Curia Julia ξανακτίστηκε σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Καίσαρα από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό, ο οποίος αποκατέστησε επίσης τον προηγούμενο προσανατολισμό της Curia Hostilia. Το κτίριο υπέστη ζημιές από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρίνου το 283 μ.Χ. και αποκαταστάθηκε ξανά υπό τον διάδοχό του, Διοκλητιανό [4] Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος αναφέρεται τελευταία φορά το 600. Το 630 ο [άπας Ονόριος Α΄ μετέτρεψε το κτίριο της Συγκλήτου σε εκκλησία του Σαντ' Αντριάνο αλ Φόρο, διατηρώντας το οικοδόμημα σε όλο του το ύψος. Το 1923 η εκκλησία και ένα παρακείμενο μοναστήρι αγοράστηκαν από την ιταλική κυβέρνηση. Το κτίριο ανακαινίστηκε περαιτέρω από το 1935 έως το 1937, αφαιρώντας διάφορες μεσαιωνικές προσθήκες, για να αποκαλύψει την αρχική ρωμαϊκή αρχιτεκτονική. [4]

Curiae Veteres[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Παλαιές Κουρίες (Curiae Veteres) ήταν το αρχαιότερο ιερό από τις 30 curiae. Αναφέρεται τόσο από τον Βάρρo, όσο και από τον Τάκιτο, ο οποίος το αναφέρει ως ένα σημείο του ορίου του Παλατίνου (Palatine pomerium) της αρχικής, τετράπλευρης Ρώμης (Roma quadrata). [11] Είναι πιθανό ότι αυτό το ιερό βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνία του Παλατίνου λόφου. Τα λείψανά του πιθανότατα έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές, που πραγματοποίησε η Κλεμεντίνα Πανέλλα. [12] Καθώς η Δημοκρατία συνέχιζε, οι Curiae μεγάλωσαν πολύ για να συναντηθούν βολικά στις Curiae Veteres και κατασκευάστηκε ένας νέος τόπος συνάντησης, οι Νέες Κουρίες (Curiae Novae). Μερικές από τις curiae συνέχισαν να συναντώνται στο Curiae Veteres, λόγω συγκεκριμένων θρησκευτικών υποχρεώσεων. [13] [14]

Δημοτικές κουρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ένα δημοτικό συμβούλιο πόλης ήταν γνωστό ως curia, ή μερικές φορές σειρά (ordo), ή βουλή (boule). Η ύπαρξη ενός τέτοιου οργάνου διοίκησης, ήταν το σημάδι μιας ανεξάρτητης πόλης. Οι δημοτικές κουρίες ήταν συλλογικές, και τα μέλη τους, οι decuriones, ορίζοντο εφ' όρου ζωής. Ο αριθμός των μελών τους διέφερε πολύ ανάλογα με το μέγεθος της πόλης. Στη Δυτική Αυτοκρατορία, τα 100 μέληφαίνεται να ήταν ένας κοινός αριθμός, αλλά στην Ανατολή συνηθίζονταν τα 500, κατά το πρότυπο της Αθηναϊκής Βουλής. Ωστόσο, μέχρι τον 4ο αι. τα καθήκοντα της κουρίας είχαν γίνει επαχθή (δαπανηρά για τα μέλη) και ήταν δύσκολο να καλυφθούν όλες οι θέσεις: συχνά έπρεπε να προταθούν υποψήφιοι. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ απάλλαξε τους Χριστιανούς από την υπηρεσία στις κουρίες, γεγονός που οδήγησε πολλούς πλούσιους ειδωλολάτρες να ισχυρίζονται ότι είναι ιερείς, για να ξεφύγουν από αυτά τα καθήκοντα. [15]

Άλλες κουρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έννοια της κουρίας ως κυβερνώντος οργάνου, ή της αυλής (court) όπου συνεδρίαζε ένα τέτοιο σώμα, συνεχίστηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους, τόσο ως κοσμικός θεσμός όσο και στην Εκκλησία.

Μεσαιωνική Κουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους μεσαιωνικούς χρόνους, η Αυλή ενός βασιλιά ήταν συχνά γνωστή ως curia regis, αποτελούμενη από τους κύριους μεγιστάνες και συμβούλους του βασιλιά. Στην Αγγλία, η curia regis σταδιακά εξελίχθηκε σε Κοινοβούλιο. Στη Γαλλία, η curia regis ή Conseil du Roi αναπτύχθηκε τον 12ο αι., εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα δικαστικό σώμα και τέθηκε εκτός χρήσης από τον 14ο αι.

Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, το διοικητικό όργανο της Αγίας Έδρας είναι γνωστό ως Ρωμαϊκή Κουρία. Είναι μέσω αυτής της Curia που ο Ρωμαίος ποντίφικας διεξάγει τις εργασίες της Εκκλησίας στο σύνολό της. [2]

Σύγχρονη χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έμβλημα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιεί το «CURIA» (σε ρωμαϊκή γραφή) στο επίσημο έμβλημά του.

Ο όρος curia μπορεί να αναφέρεται σε ξεχωριστά εκλογικά κολέγια σε ένα σύστημα δεσμευμένων πολιτικών θέσεων (δεσμευμένες έδρες), π.χ. κατά τη διάρκεια της βρετανικής θητείας της Παλαιστίνης στις τρίτες εκλογές (1931) του Asefat HaNivharim υπήρχαν τρεις curiae, για τους Εβραίους Ασκενάζι, Εβραίους Σεφαραδίτες και για τους Εβραίους της Υεμένης. [16] [17] [18] [19]

Στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα ενδιαφερόμενο τρίτο μέρος σε μια υπόθεση μπορεί να υποβάλει μια σύνταξη ως amicus curiae. [20]

Σύμφωνα με τον Θεμελιώδη Νόμο που εγκρίθηκε το 2011, το ανώτατο δικαστήριο της Ουγγαρίας ονομάζεται Curia

Το Ομοσπονδιακό Παλάτι της Ελβετίας, η έδρα της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, φέρει την επιγραφή Curia Confœderationis Helveticæ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. See Palmer, Robert E. A. (1970). The Archaic community of the Romans. Cambridge: University Press.  for an ambitious reconstruction.
  2. 2,0 2,1 1983 Code of Canon Law, can. 360
  3. Webster's Third New International Dictionary (1966).
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 Oxford Classical Dictionary, 2nd Ed. (1970).
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 Harper's Dictionary of Classical Literature and Antiquities, Second Edition, Harry Thurston Peck, Editor (1897)
  6. Marcus Terentius Varro, De Lingua Latina libri XXV.
  7. Dionysius of Halicarnassus, Romaike Archaiologia iv. 12, 20.
  8. Christian Matthias Theodor Mommsen, Römische Forschungen.
  9. Sextus Pompeius Festus, epitome of Marcus Verrius Flaccus, De Verborum Significatu.
  10. Marcus Tullius Cicero, De Lege Agraria contra Rullum
  11. Tac. Annales 12.24
  12. C. Panella. "Curiae Veteres. Nuovi dati sulla frequentazione del santuario in età tardo-repubblicana." Scienze dell'antichità. Storia, archeologia, antropologia 25 Fasc.1, p. 41-71 (2019)
  13. CIL VI.975
  14. A.F. Ferrandes, 2013. "Il ripristino delle Curiae Veteres." In Scavare nel centro di Roma. Storia, uomini, paesaggi, edited by C. Panella, 118-23. Rome.
  15. A. H. M. Jones, The Later Roman Empire, p. 724.
  16. Fannie Fern Andrews, The Holy Land under mandate, Boston and New York, Houghton Mifflin Company – The Riverside Press Cambridge, 1931, 2 vol. (ch. XIV – Building a Jewish corporate life, vol. II, 1–32)
  17. Moshe Burstein, Self-government of the Jews in Palestine since 1900, Tel Aviv, Hapoel Hatzair, 1934
  18. ESCO Foundation for Palestine, Inc., Palestine. A study of Jewish, Arab and British policies, New Haven, Yale University Press, 1947, 2 vol. (The growth and organization of the Jewish community, vol.II, 404–414)
  19. Jacob C. Hurewitz, The struggle for Palestine, New York, Norton and Company, 1950 (ch. 3 – The political structure of the Yishuv, 38–50)
  20. «Amicus Curiae». 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bond, Sarah E. 2014. «Curial Communiqué: Memory, Propaganda, and the Roman Senate House» In Aspects of Ancient Institutions and Geography: Studies in Honor of Richard JA Talbert. Impact of Empire, 19. Επιμέλεια των Lee L. Brice και Daniëlle Slootjes. Λάιντεν: Μπριλ, 84-102.
  • Crofton-Sleigh, Lissa. 2018. «Η Κουρία στην Αινειάδα 7». Illinois Classical Studies 43.1.
  • Gorski, Gilbert J. and James E. Packer. 2015. The Roman Forum: A Reconstruction and Architectural Guide. Νέα Υόρκη: Cambridge University Press.
  • Heinzelmann, Michael. 2011. "The Imperial Building Complex of S. Maria Antiqua in Rome: An Uncomplete Senate Building of Domitian?" Anales de Arqueología Cordobesa, 21-22: 57–80.
  • Μίλαρ, Φέργκους. 1989. «Πολιτική εξουσία στη μεσαία δημοκρατική Ρώμη. Curia ή Comitium; .» The Journal of Roman Studies LXXIX, 138–150.
  • Santangeli Valenzani, Riccardo. 2006. «Η έδρα και η μνήμη της εξουσίας: Η Κουρία και το Φόρουμ του Καίσαρα». Στον Ιούλιο Καίσαρα στον δυτικό πολιτισμό. Επιμέλεια Maria Wyke. Οξφόρδη: Μπλάκγουελ, 85–94.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Curia" . Encyclopædia Britannica (11th ed.). 1911.