Κουκουμάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Κουκουμάς είναι παληό έθιμο της Σύμης του Δωδεκανησιακού Αρχιπελάγους που οι κάτοικοι αναβίωναν στις 2 Μαΐου, επέτειο ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Αθανασίου. Στό έθιμο αυτό έπαιρναν μέρος, ανύπαντροι νέοι και νέες. Αποβραδίς, η κυρά του σπιτιού όπου θα γιόρταζαν τον Κουκουμά, έδινε ένα αγγείο της Βενετίας, το ξυστί, σε εφτά νέες για να φέρουν από ισάριθμα σπίτια, που ένα μέλος του λεγόταν Ειρήνη, το λεγόμενο αμίλητο νερό, διότι καθ’οδόν δεν έπρεπε να μιλούν. Στην επιστροφή, έβαζαν μέσα στο ξυστί τα δαχτυλίδια τους και το σκέπαζαν με κόκκινο μαντήλι κι' ένα μεγάλο κλειδί. Το ξυστί το ανέβαζε, τότε, η κυρά στο ανώι, όπου το άφηνε ως το πρωί, για να το δουν ο ουρανός και τ’ άστρα. Έτσι, πίστευαν ότι θα παντρεύονταν γρήγορα. Το πρωί, μετά την Λειτουργία στο ναό του Αγίου Αθανασίου, μετέβαιναν στο σπίτι όπου έκαναν τον Κουκουμά παίρνοντας θέση γύρω από ένα μπακιρένιο ταψί, το σινί. Η νοικοκυρά κατέβαζε από το ανώι το ξυστί και το έβαζε στο κέντρο του σινιού. Αμέσως οι νέες αφαιρούσαν το κλειδί, το κόκκινο μαντήλι, έβγαζαν τα δαχτυλίδια τους και έβαζαν στο ξυστί φρεσκοκομμένα λουλούδια και γύρω στο σινί καμιά δεκαριά κουτάλια της σούπας. Με τις παλάμες τους χτυπούσαν ρυθμικά το σινί και τα κουτάλια έκαναν ένα ωραίο ήχο, ενώ οι λυράρηδες άρχιζαν να παίζουν μουσική και οι νέες, να τραγουδούν δίστιχα επαινώντας τους αγαπημένους τους. Μετά το γεύμα που πρόσφερε η κυρά, άρχιζαν να καταφθάνουν οι νέοι με τριαντάφυλλο στ' αυτί και χόρευαν με τις νέες τραγουδώντας άλλα δίστιχα. Στο τέλος του Κουκουμά, η κυρά έδινε σε κάθε νέα ένα κομμάτι από πίττα φτιαγμένη με το αμίλητο νερό, αλάτι και αλεύρι κοσκινισμένο από πρωτότοκη νέα, της οποίας ζούσαν οι γονείς. Λόγω του αλατιού στην πίττα που έτρωγαν, οι νέες διψούσαν και στον ύπνο τους έβλεπαν σε ποιού νέου το σπίτι θα πήγαιναν για να πιουν και να ξεδιψάσουν. Αυτός θα ήταν ο νέος που θα παντρεύονταν.