Κουένκα (Ισημερινός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κουένκα
Collage Cuenca.png
Flag of Cuenca, Ecuador.svg
Σημαία
Escudo de Cuenca (Ecuador).png
Έμβλημα
Ύμνος: Azuay anthem
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Κουένκα
2°53′51″S 79°0′16″W
ΧώραΕκουαδόρ
Διοικητική υπαγωγήΑσουάι και Cuenca Canton
Ίδρυση12  Απριλίου 1557
Διοίκηση
 • δήμαρχοςPedro Palacios Ullauri (2019–2023)
Έκταση70,59 km²[1]
Υψόμετρο2.550 μέτρα
Ταχ. κωδ.EC010150
Τηλ. κωδ.593 7
Ζώνη ώραςUTC−5
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Σάντα Άνα δε λος Κουάτρο Ρίος δε Κουένκα (ισπ. Santa Ana de los Cuatro Ríos de Cuenca), αποκαλούμενη συνήθως απλώς Κουένκα και στη γλώσσα κέτσουα Τουμιπάμπα (Tumipampa), είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη του Κράτους του Ισημερινού (Εκουαδόρ). Είναι επίσης η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη της Επαρχίας Ασουάι. Βρίσκεται στα υψίπεδα της χώρας, σε μέσο υψόμετρο περίπου 2.450 μέτρα. Ο αστικός πληθυσμός της το 2010 εκτιμήθηκε σε 329.928 κατοίκους, ενώ της μείζονος μητροπολιτικής περιοχή της σε 661.685 κατοίκους.

Το κέντρο της Κουένκα είναι ενταγμένο στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO εξαιτίας των πολλών ιστορικών κτηρίων του και της ιστορικής σημασίας του ως διοικητικού κέντρου.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δημαρχείο της Κουένκα

Σύμφωνα με μελέτες και αρχαιολογικές ανακαλύψεις, τα ίχνη των πρώτων κατοίκων της περιοχής της Κουένκα ανάγονται στο έτος 8060 π.Χ. και βρίσκονται μέσα στο Σπήλαιο Τσόπσι. Οι άνθρωποι εκείνοι ήταν κυνηγοί και νομάδες, που ακολουθούσαν τα ζώα και τις εποχές του έτους. Ο πολιτισμός τους αντιπροσωπεύεται από κυνηγετικά εργαλεία-όπλα όπως βέλη και λόγχες, και φαίνεται ότι άκμασε περισσότερο γύρω στο 5585 π.Χ..

Αργότερα οι ιθαγενείς εκμεταλλεύθηκαν το σταθερό κλίμα, το εύφορο έδαφος και το αρκετό νερό της περιοχής, αναπτύσσοντας τη γεωργία. Καλλιεργούσαν πατάτες, μελόκο, λούπινο των Άνδεων («τσότσο»), κολοκυθιές και κινόα. Επιπλέον εξημέρωσαν και ζώα όπως το ινδικό χοιρίδιο (για τροφή), το λάμα και το αλπακά.

Η τεχνολογία τους προόδευσε επίσης: άρχισαν για παράδειγμα να κατασκευάζουν κεραμικά, που αποτελούν τα περισσότερα τέχνεργα που εξετάζουν οι αρχαιολόγοι προκειμένου να μελετήσουν τον πολιτισμό τους. Η περίοδος από το 5000 μέχρι το 2000 π.Χ. δεν αντιπροσωπεύεται καλά στο αρχαιολογικό αρχείο. Ξεκινώντας περί το 2000 π.Χ., οι κάτοικοι ανέπτυξαν μια πιο οργανωμένη κοινωνία, με ένδειξη καθοριζόμενων ευθυνών-καθηκόντων, όπως τη διαχείριση των υδάτων και τον έλεγχο των επιδημιών. Εμφανίσθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι που αποτελούσαν διοικητικές και θρησκευτικές αρχές. Από τότε μέχρι το 500 μ.Χ. άρχισε η περίοδος του βασιλιά Τακαλσάπα Γ΄ και των Κανιάρι, οι οποίοι απορροφήθηκαν από τους Ίνκας τον 15ο αιώνα.

Η προκολομβιανή κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουένκα ήταν αρχικώς ένας οικισμός του έθνους των Κανιάρι και ονομαζόταν Γουαποντελέγκ (Guapondeleg), δηλαδή «γη μεγάλη σαν τον ουρανό». Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι ιδρύθηκε περί 500 μ.Χ.. Λιγότερο από 50 χρόνια πριν την άφιξη των πρώτων Ευρωπαίων, οι Ίνκας, μετά από σκλήρό αγώνα, καθυπέταξαν τους Κανιάρι και κατέλαβαν τη Γουαποντελέγκ με την περιοχή της. Αν και οι Ίνκας αντικατέστησαν την αρχιτεκτονική των Κανιάρι με τη δική τους, δεν έσβησαν τα σημαντικά τους επιτεύγματα στη γεωργία και την αστρονομία: όπως το συνήθιζαν και με άλλους λαούς που κατέκτησαν, οι Ίνκας απορρόφησαν χρήσιμα επιτεύγματα στον δικό τους πολιτισμό. Μετονόμασαν την πόλη σε Τουμεμπάμπα και έγινε γνωστή ως περιφερειακή πρωτεύουσά τους.

Μετά την ήττα των Κανιάρι, πιθανώς τη δεκαετία του 1470, ο τότε Αυτοκράτορας των Ίνκας. ο Τούπακ Γιουπάνκι, διέταξε τη δημιουργία μιας μεγαλοπρεπούς πόλεως που θα ονομαζόταν «Πουμαπούνγκο», δηλαδή «η πύλη του πούμα». Η μεγαλοπρέπειά της λεγόταν ότι συναγωνιζόταν εκείνη της πρωτεύουσας των Ίνκας, του Κούσκο. Οι Ινδοί έλεγαν στους Ισπανούς χρονογράφους για χρυσούς ναούς και άλλα τέτοια θαυμαστά, αλλά όταν τελικώς οι Ισπανοί έφθασαν στη θρυλική πόλη βρήκαν μόνο ερείπια. Μετά την εγκατάλειψή της και από τους Ίνκας, η Τουμεμπάμπα είχε λιγοστούς κατοίκους μέχρι το 1560.

Η Τουμεμπάμπα (ή Τομεμπάμπα) θεωρείται μια από τις πιθανές «υποψήφιες» για τη θρυλική πόλη του χρυσού που οι Ισπανοί απεκάλεσαν Ελ Ντοράντο (πιο εκλαϊκευτικά «Ελδοράδο», ορθότερα «Ελ Ντοράδο» = «Ο Χρυσός»). Οι Ισπανοί πίστεψαν ότι το Ελ Ντοράδο είχε πυρποληθεί από τους κατοίκους του μετά την πληροφόρησή τους για τις ισπανικές κατακτήσεις. Η καταστροφή της Τουμεμπάμπα από τους κατοίκους της πριν από την άφιξη των Ισπανών υποδεικνύει ότι ίσως αυτή ήταν η πόλη που οι Ισπανοί απεκάλεσαν «Ελ Ντοράδο».

Ο ισπανικός οικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ισπανικός οικισμός της Κουένκα ιδρύθηκε στις 12 Απριλίου 1557 από τον εξερευνητή Χιλ Ραμίρεθ Ντάβαλος (Gil Ramírez Dávalos). Ο τότε αντιβασιλέας του Περού Αντρές Ουρτάδο δε Μεντόθα είχε παραγγείλει την ίδρυσή της και διέταξε η νέα πόλη να πάρει το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της πόλεως Κουένκα της Ισπανίας. Ιδρύθηκε δεκαετίες μεταγενέστερα από άλλες μεγάλες πόλεις της ευρύτερης περιοχής, όπως το Κίτο (1534), το Γουαγιακίλ (1538) και η Λόχα (1548). Ο πληθυσμός και η σημασία της Κουένκα αυξάνονταν σταθερά κατά τη διάρκεια της αποικιακής εποχής.

Η Κουένκα έφθασε στη μέγιστη ακμή της στα πρώτα έτη της ανεξαρτησίας του κράτους του Ισημερινού, καθώς έγινε η πρωτεύουσα της μιας από τις τρεις επαρχίες που το συναπετέλεσαν. Οι άλλες δύο είχαν πρωτεύουσες το Γουαγιακίλ και το Κίτο, που σήμερα είναι οι δύο μεγαλύτερες σε πληθυσμό πόλεις της χώρας.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ποτάμι Τομεμπάμπα κοντά στο κέντρο της Κουένκα

Η Κουένκα είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο περίπου 2.450 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, με μέγιστο υψόμετρο 2.550 μέτρα και ελάχιστο 2.350 μέτρα, σε υψίπεδο των Άνδεων στη νότια περιοχή της χώρας. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του κέντρου της είναι 2°53΄51΄΄ Νότιο πλάτος και 79°00΄16΄΄ Δυτικό μήκος, δηλαδή απέχει 322 χιλιόμετρα από τον ισημερινό της Γης, που έδωσε το όνομά του στη χώρα. Η Κουένκα απέχει περίπου 9 ώρες οδικώς από το Κίτο (που βρίσκεται στα βόρεια) και 4 ώρες από το Γουαγιακίλ (που βρίσκεται στα δυτικά της).

Το βασικό χαρακτηριστικό της φυσικής γεωγραφίας της Κουένκα διαφαίνεται από την πλήρη ονομασία της: είναι τα τέσσερα ποτάμια της (αλλά και μόνη η λέξη cuenca σημαίνει μια λεκάνη που σχηματίζεται από τη συμβολή ποταμών). Αυτοί οι ποταμοί είναι κατά σειρά σημασίας οι Τομεμπάμπα (από την ονομασία των Ίνκας), Γιανουνκάυ, Τάρκυ και Ματσανγκάρα. Οι πρώτοι τρεις πηγάζουν από τα βουνά στα δυτικά της πόλεως, στο Εθνικό Πάρκο Ελ Κάχας.

Ενορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουένκα ως «καντόνι» υποδιαιρείται σε 21 διαμερίσματα που ονομάζονται «ενορίες», τα εξής:

  • Μπάνιος (Baños)
  • Τσαούτσα (Chaucha)
  • Τσέκα (Checa ή Jidcay)
  • Τσικιντάδ (Chiquintad)
  • Κούμπε (Cumbe)
  • Γιακάο (Llacao)
  • Μολετούρο (Molleturo)
  • Νούλτι (Nulti)
  • Οκτάβιο Κορδέρο Παλάσιος (Octavio Cordero Palacios ή Santa Rosa)
  • Πάκτσα (Paccha)
  • Κινγέο (Quingeo)
  • Ρικάουρτε (Ricaurte)
  • Σαν Χοακίν (San Joaquín)
  • Σάντα Άνα (Santa Ana)
  • Σαγιαούσι (Sayausi)
  • Σιντκάυ (Sidcay)
  • Σινινκάυ (Sinincay)
  • Τάρκυ (Tarqui)
  • Τούρι (Turi)
  • Βάλλε (Valle)
  • Βικτόρια δελ Πορτέτε (Victoria del Portete ή Irquis)

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουένκα έχει «υποτροπικό κλίμα υψιπέδου» (Cfb) κατά την Κλιματική ταξινόμηση Κέππεν. Καθώς συμβαίνει με τις υπόλοιπες περιοχές των Άνδεων του Ισημερινού, η πόλη απολαμβάνει ένα δροσερό ήπιο κλίμα όλο το έτος, αλλά με σημαντική διαφορά ανάλογα με την ώρα του εικοσιτετραώρου. Η μέση ημερήσια θερμοκρασία είναι 14,7 °C. Διακρίνονται δύο εποχές: η εποχή των βροχών και η ξηρή εποχή. Με κάποιες διακυμάνσεις, η ξηρή εποχή διαρκεί από τον Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο. Η εποχή των βροχών, κατά την οποία πάντως τα πρωινά είναι ηλιόλουστα και οι βροχές πέφτουν τα απογεύματα, διαρκεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο. Η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι 878 χιλιοστόμετρα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομική ανάπτυξη της Κουένκα στηρίζεται τόσο στη βιομηχανία, όσο και στη γεωργία. Η πόλη είναι γνωστή για την υφαντουργία της, αλλά και την επιπλοποιία, ενώ κατασκευάζει επίσης καπέλα και υποδήματα. Τα ψάθινα καπέλα που είναι γνωστά ως «ψάθινοι παναμάδες» φτιάχνονται στην πραγματικότητα στην Κουένκα από τοπικούς τεχνίτες. Η Κουένκα επίσης εξάγει λουλούδια στις ΗΠΑ και σε χώρες της Ευρώπης, ενώ είναι γνωστή και για την παραγωγή ελαστικών αυτοκινήτων. Παρά το ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία έχουν περιορισθεί τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελούν ακόμα σημαντικό τομέα της οικονομίας. Η μελισσοκομία έχει καταστεί επίσης «ασχολία-κλειδί». Τυπικές καλλιέργειες είναι, μεταξύ άλλων, οι καλλιέργειες σιταριού, κριθαριού, σικάλεως, βρώμης και καλαμποκιού. Στα γύρω βουνά κυριαρχούν ως ασχολίες η εξόρυξη και η υλοτομία. Εξορύσσονται καολίνης, γύψος, ασβεστόλιθος, άμμος και γαιάνθρακας.

Ο τουρισμός συνεχίζει να αναπτύσσεται στην πόλη. Η Κουένκα διαθέτει πολλούς μεγάλους ναούς, που αποτελούν μέρος της πολιτιστικής της κληρονομιάς, όπως και σημαντικά εθνικά πάρκα στη γύρω περιοχή. Διαθέτει εξάλλου διεθνές αεροδρόμιο και γραμμή τραμ. Η πόλη φιλοξενεί ομώνυμο πανεπιστήμιο (La Universidad de Cuenca).

Στην αρχή του 21ου αιώνα η οικονομία επηρεάσθηκε από την αλλαγή του νομίσματος από το σούκρε στο αμερικανικό δολάριο.[3]

«Αδελφές» πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουένκα είναι «αδελφοποιημένη» με τις εξής τρεις πόλεις:


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 www.ecuadorencifras.gob.ec/inec-presenta-sus-proyecciones-poblacionales-cantonales/.
  2. Centre, UNESCO World Heritage. «Centro del Patrimonio Mundial». UNESCO World Heritage Centre (στα Ισπανικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  3. Netvoluciona. «Economía de la provincia de Cuenca». www.economiaprovincialcuenca.es. Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2016. 
  4. «Town Twinning Agreements». Municipalidad de Rosario - Buenos Aires 711. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2014.