Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κοριός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κοριοί
Ενήλικος κοριός (Cimex lectularius) με το τυπικό επιπεδωμένο σχήμα οβάλ
ΣυνώνυμαCimicosis, bed bug bites, bedbugs, bed bug infestation
ΕιδικότηταΟικογενειακή ιατρική, Δερματολογία
ΣυμπτώματαΚανένα έως εμφανείς φυσαλίδες, κνησμός[1][2]
Συνήθης έναρξηΑπό λεπτά έως ημέρες από το τσίμπημα[2]
ΑίτιαCimex (κυρίως Cimex lectularius και Cimex hemipterus)[3]
Παράγοντες κινδύνουΤαξίδια, μεταχειρισμένα έπιπλα[4]
Διαγνωστική μέθοδοςΒασίζεται στην εύρεση κοριών και συμπτωμάτων[5]
Διαφορική διάγνωσηΑλλεργική αντίδραση, ψώρα, ερπητοειδής δερματίτιδα[2]
ΘεραπείαΘεραπεία συμπτωμάτων, εκρίζωση εντόμων[2]
Φαρμακευτική αγωγήΑντισταμινικά, κορτικοστεροειδή[2]
ΝοσηρότηταΣχετικά σύνηθες[6]
DiseasesDB31777
MedlinePlus000033
eMedicinearticle/1088931
MeSHD001511

Οι κοριοί είναι έντομα του γένους Cimex, παράσιτα που τρέφονται με αίμα, συνήθως τη νύχτα.[7] Τα τσιμπήματά τους μπορούν να οδηγήσουν σε διάφορες επιπτώσεις στην υγεία, συμπεριλαμβανομένων δερματικών εξανθημάτων, ψυχολογικών επιδράσεων και αλλεργικών συμπτωμάτων.[5] Τα τσιμπήματα των κοριών μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγές του δέρματος που κυμαίνονται από μικρές περιοχές κοκκινίλας έως προεξέχουσες φυσαλίδες.[1][2] Τα συμπτώματα μπορεί να χρειαστούν από λεπτά έως ημέρες για να εμφανιστούν και συνήθως υπάρχει κνησμός.[2] Ορισμένα άτομα μπορεί να αισθάνονται κόπωση ή να εμφανίσουν πυρετό.[2] Συνήθως επηρεάζονται ακάλυπτες περιοχές του σώματος.[2] Δεν είναι γνωστό ότι τα τσιμπήματά τους μεταδίδουν μολυσματικές ασθένειες.[5][7][8] Σπανίως, τα τσιμπήματα μπορεί να προκαλέσουν νέκρωση του δέρματος ή αγγειίτιδα.[2]

Τα τσιμπήματα των κοριών προκαλούνται κυρίως από δύο είδη εντόμων του γένους Cimex: τον Cimex lectularius (κοινός κοριός) και τον Cimex hemipterus, ο οποίος απαντάται κυρίως στις τροπικές περιοχές.[3] Το μέγεθός τους κυμαίνεται μεταξύ 1 και 7 mm.[7] Διαδίδονται σερνόμενοι μεταξύ κοντινών τοποθεσιών ή μεταφερόμενοι μέσα σε προσωπικά αντικείμενα.[2] Η προσβολή σπανίως οφείλεται σε έλλειψη υγιεινής, αλλά είναι συχνότερη σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού.[2][9] Η διάγνωση απαιτεί τόσο την εύρεση των εντόμων όσο και την εμφάνιση συμβατών συμπτωμάτων.[5] Οι κοριοί περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους σε σκοτεινά, κρυφά σημεία, όπως ραφές στρωμάτων ή ρωγμές στους τοίχους.[2]

Η αντιμετώπιση στοχεύει στα συμπτώματα.[2] Η εξάλειψη των κοριών από μια κατοικία είναι συχνά δύσκολη, εν μέρει επειδή μπορούν να επιβιώσουν έως και περίπου 300 ημέρες χωρίς να τραφούν.[6][8] Ενδέχεται να απαιτηθούν επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις σε μια κατοικία.[2] Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν θέρμανση του χώρου στους 50 °C (122 °F) για περισσότερο από 90 λεπτά, συχνό καθαρισμό με ηλεκτρική σκούπα, πλύσιμο ρούχων σε υψηλές θερμοκρασίες και χρήση διαφόρων εντομοκτόνων.[2]

Απολιθώματα που βρέθηκαν στην Αίγυπτο δείχνουν ότι οι κοριοί είναι γνωστοί ως παράσιτα του ανθρώπου εδώ και τουλάχιστον 3.500 χρόνια.[10] Παρότι είχαν σχεδόν εξαλειφθεί στις ανεπτυγμένες χώρες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι προσβολές αυξάνονται από τη δεκαετία του 1990 και οι κοριοί είναι πλέον σχετικά συνήθεις σε όλες τις περιοχές του πλανήτη.[7][3][4][6] Οι ειδικοί αποδίδουν την έξαρση των τελευταίων τριών δεκαετιών σε αρκετούς παράγοντες: αυξημένη μετανάστευση και διεθνή ταξίδια, διεύρυνση της αγοράς μεταχειρισμένων ειδών, μεγαλύτερη εστίαση στον έλεγχο άλλων παρασίτων, απαγόρευση ορισμένων εντομοκτόνων και αυξημένη ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.[4][11][12]

Σημάδια και συμπτώματα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τσιμπήματα κοριού
Τσιμπήματα κοριού

Οι κοριοί προσβάλλουν κατοικίες και τσιμπούν ανθρώπους, προκαλώντας ερεθισμό και ενίοτε και άλλα προβλήματα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μεταδίδουν μολυσματικά νοσήματα,[5][7] αν και φαίνεται ότι είναι σε θέση να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς, ενδεχόμενο που έχει διερευνηθεί.[3][5]

Τα συχνότερα δερματικά ευρήματα που σχετίζονται με τσιμπήματα κοριών είναι κνησμώδεις, επίπεδες και υπεγερμένες, ερυθρές βλάβες.[8] Κάθε βλάβη έχει διάμετρο περίπου 2–5 mm (0,08–0,2 in), αλλά μπορεί να φτάσει και τα 2 cm (0,8 in), ενώ μπορεί να υπάρχει ή όχι κεντρικό στίγμα.[8] Τα τσιμπήματα εντοπίζονται συνήθως σε εκτεθειμένες περιοχές του δέρματος που δεν καλύπτονται από σεντόνια ή κουβέρτες, όπως τα χέρια, τα πόδια, το πρόσωπο ή ο λαιμός.[8] Η ατομική αντίδραση ποικίλλει, από καμία ορατή επίδραση (σε ποσοστό περίπου 20–70%)[3][5] έως μικρές επίπεδες κηλίδες και τον σχηματισμό εμφανών φυσαλίδων με έντονο κνησμό που μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες.[5] Οι βλάβες μπορεί να επιμολυνθούν δευτερογενώς λόγω του ξυσίματος, ωστόσο οι συστηματικές επιπτώσεις είναι πολύ σπάνιες.[8] Κεντρικό σημείο αιμορραγίας μπορεί επίσης να εμφανιστεί λόγω της απελευθέρωσης αντιπηκτικών ουσιών από το σάλιο του εντόμου.[4]

Τα συμπτώματα ενδέχεται να μην εμφανιστούν παρά μόνο ημέρες μετά το τσίμπημα.[5] Οι αντιδράσεις γίνονται συχνά εντονότερες μετά από πολλαπλά τσιμπήματα, λόγω πιθανής ευαισθητοποίησης στις πρωτεΐνες του σάλιου του εντόμου.[3] Πολυάριθμα τσιμπήματα μπορεί να οδηγήσουν σε ερυθρό εξάνθημα ή κνίδωση.[5]

Έχουν τεκμηριωθεί, αν και σπάνια, σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, μεταξύ των οποίων και αναφυλαξία.[5][13] Καθώς κάθε τσίμπημα αφαιρεί μικρή ποσότητα αίματος, χρόνια ή σοβαρή προσβολή μπορεί να οδηγήσει σε αναιμία.[5] Το ξύσιμο των τσιμπημάτων μπορεί να προκαλέσει βακτηριακή δερματική λοίμωξη.[5][14] Το ίδιο το τσίμπημα μπορεί να είναι επώδυνο, με αποτέλεσμα κακή ποιότητα ύπνου και μειωμένη απόδοση στην εργασία.[5]

Οι κοριοί μπορούν να τραφούν και με άλλα θερμόαιμα ζώα πλην του ανθρώπου, όπως τα κατοικίδια. Τα σημάδια και τα συμπτώματα είναι αντίστοιχα με εκείνα του ανθρώπου.[15] Σε πτηνοτροφικές μονάδες οι κοριοί μπορούν να προκαλέσουν αναιμία και μείωση της παραγωγής αυγών.[16]

Αντιμετώπιση των τσιμπημάτων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αντιμετώπιση των τσιμπημάτων προϋποθέτει την αποτροπή νέων τσιμπημάτων και, κατά περίπτωση, τη συμπτωματική χρήση αντισταμινικών και κορτικοστεροειδών, τοπικά ή συστηματικά.[5] Δεν υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η φαρμακευτική αγωγή βελτιώνει την έκβαση, ενώ τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν χωρίς θεραπεία εντός 1–2 εβδομάδων.[3][4]

Άλλες επιπτώσεις της προσβολής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι πιθανό η έκθεση σε κοριούς να πυροδοτήσει κρίση άσθματος μέσω αερομεταφερόμενων αλλεργιογόνων, αν και τα σχετικά δεδομένα είναι περιορισμένα.[5]

Σοβαρές και χρόνιες προσβολές μπορούν να προκαλέσουν άγχος, στρες και διαταραχές ύπνου.[5] Είναι επίσης δυνατή η ανάπτυξη ανθεκτικής παρασιτικής παραίσθησης, όταν το άτομο αναπτύσσει έμμονη ενασχόληση με τους κοριούς.[17]

Ένας ενήλικας κοριός έχει μήκος περίπου 4 έως 5 mm.

Οι προσβολές οφείλονται κυρίως σε δύο είδη του γένους Cimex: τον Cimex lectularius (κοινός κοριός) και τον Cimex hemipterus (τροπικός κοριός).[3] Τα έντομα αυτά τρέφονται αποκλειστικά με αίμα και, σε οποιοδήποτε στάδιο ανάπτυξης, μπορούν να επιβιώσουν έως και 70 ημέρες χωρίς τροφή.[8] Οι ενήλικοι κοριοί είναι ανοιχτόχρωμοι έως κοκκινωπούς καστανοί, επίπεδοι, ωοειδείς και δεν διαθέτουν οπίσθιες πτέρυγες· οι πρόσθιες πτέρυγες είναι υπολειμματικές. Το μήκος τους φτάνει τα 4–5 mm (0,16–0,20 in) και το πλάτος τους τα 1,5–2 mm (0,059–0,079 in). Τα θηλυκά του κοινού κοριού μπορούν να γεννήσουν 1–10 αυγά την ημέρα και 200–500 αυγά συνολικά, ενώ τα θηλυκά του τροπικού κοριού περίπου 50 αυγά συνολικά.[8]

Οι κοριοί διέρχονται από πέντε ανώριμα στάδια νύμφης και ένα τελικό, σεξουαλικά ώριμο στάδιο.[18] Απαιτείται τουλάχιστον ένα γεύμα αίματος για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο.[8] Σε κάθε στάδιο αποβάλλουν τον εξωσκελετό τους μέσω έκδυσης.[19] Οι νεοεκκολαπτόμενες νύμφες είναι ημιδιαφανείς και σκουραίνουν καθώς ωριμάζουν. Οι κοριοί μπορεί να συγχέονται με άλλα έντομα, όπως μικρές κατσαρίδες ή σκαθάρια των ταπήτων· όταν όμως είναι δραστήριοι, οι κινήσεις τους θυμίζουν περισσότερο μυρμήγκι, ενώ, όπως τα περισσότερα Ετερόπτερα, εκλύουν χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή όταν συνθλίβονται.

Οι κοριοί είναι υποχρεωτικοί αιματοφάγοι. Διαθέτουν στοματικά μόρια που διατρυπούν το δέρμα και εγχέουν σάλιο με αντιπηκτικές και αναλγητικές ουσίες. Το τσίμπημα συνήθως προκαλεί οίδημα χωρίς κόκκινο στίγμα, αλλά όταν πολλά έντομα τραφούν σε μικρή περιοχή, μπορεί να εμφανιστούν ερυθρές κηλίδες μετά την υποχώρηση του οιδήματος.[20]

Οι κοριοί προσελκύονται από τους ξενιστές τους κυρίως από το διοξείδιο του άνθρακα, δευτερευόντως από τη θερμότητα και επίσης από ορισμένες χημικές ουσίες.[4][21] Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι μπορούν να προσανατολίζονται προς τις ανθρώπινες οσμές ανεξάρτητα από άλλα ερεθίσματα.[22] Ο Cimex lectularius τρέφεται μόνο κάθε πέντε έως επτά ημέρες, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν αναζητά ξενιστή για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Όταν πεινά, εγκαταλείπει το καταφύγιό του και επιστρέφει σε αυτό μετά το γεύμα ή αν εκτεθεί στο φως.[23] Οι κοριοί σχηματίζουν συναθροίσεις, πιθανώς λόγω προστασίας από θηρευτές, αντοχής στην αφυδάτωση και ευκολότερης εύρεσης συντρόφου· οι συναθροίσεις ρυθμίζονται από αερομεταφερόμενες φερομόνες.[24]

Η προσβολή σπανίως οφείλεται σε έλλειψη υγιεινής.[9] Η μεταφορά σε νέους χώρους γίνεται συνήθως μέσα στα προσωπικά αντικείμενα του ανθρώπου με τον οποίο τρέφονται.[3] Μια κατοικία μπορεί να προσβληθεί με διάφορους τρόπους:

  • Έντομα και αυγά που μεταφέρονται ακούσια από άλλες προσβεβλημένες κατοικίες πάνω στα ρούχα ή τις αποσκευές επισκεπτών.
  • Προσβεβλημένα αντικείμενα, όπως έπιπλα (ιδίως κρεβάτια και καναπέδες), ρούχα ή σακίδια.
  • Γειτνίαση με προσβεβλημένους χώρους, όταν υπάρχουν εύκολες διαδρομές μετακίνησης, π.χ. αεραγωγοί ή ψευδοροφές.
  • Άγρια ζώα, όπως νυχτερίδες ή πτηνά,[25][26] που μπορεί να φιλοξενούν κοριούς ή συγγενικά είδη.
  • Άτομα που επισκέπτονται προσβεβλημένους χώρους (κατοικίες, μέσα μεταφοράς, χώρους ψυχαγωγίας ή καταλύματα) και μεταφέρουν τα έντομα με τα ρούχα, τις αποσκευές ή το σώμα τους. Οι κοριοί εντοπίζονται ολοένα συχνότερα και στις αεροπορικές μεταφορές.[27]

Αν και οι κοριοί τρέφονται ευκαιριακά και με κατοικίδια, δεν ζουν ούτε μετακινούνται πάνω στο δέρμα των ξενιστών τους, και δεν θεωρείται ότι τα κατοικίδια συμβάλλουν στη διάδοσή τους.[28]

Η επιβεβαίωση ότι τα συμπτώματα οφείλονται σε τσιμπήματα κοριών και όχι σε άλλα αίτια απαιτεί την ανεύρεση του εντόμου στον χώρο ύπνου, καθώς τα συμπτώματα δεν είναι ειδικά.[5] Τσιμπήματα άλλων αρθροπόδων προκαλούν παρόμοια συμπτώματα, ακόμη και το γραμμικό μοτίβο τριών διαδοχικών τσιμπημάτων που είναι γνωστό ως «πρωινό, γεύμα και δείπνο».[8]

Οι κοριοί μπορεί να εμφανίζονται μεμονωμένα, αλλά τείνουν να συναθροίζονται μόλις εγκατασταθούν. Παρότι είναι αυστηρά παρασιτικοί, περνούν ελάχιστο μέρος της ζωής τους προσκολλημένοι στον ξενιστή. Μετά το γεύμα, ακολουθούν χημικό ίχνος για να επιστρέψουν σε κοντινό καταφύγιο, συνήθως εντός ή πλησίον κρεβατιών και καναπέδων, όπου ζουν σε ομάδες ενηλίκων, νυμφών και αυγών. Τέτοια σημεία μπορεί να είναι αποσκευές, εσωτερικά οχημάτων, έπιπλα, ακόμη και πρίζες ή φορητοί υπολογιστές. Μπορούν επίσης να επιβιώνουν τρεφόμενοι με γάτες και σκύλους, αν και ο άνθρωπος παραμένει ο προτιμώμενος ξενιστής του C. lectularius.[29]

Μια σοβαρή προσβολή μπορεί να γίνει αντιληπτή από τη χαρακτηριστική γλυκερή, έντονη οσμή, που έχει παρομοιαστεί με σάπια σμέουρα.[30] Εκπαιδευμένοι σκύλοι ανίχνευσης κοριών χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό εστιών, με ακρίβεια που κυμαίνεται μεταξύ 11% και 83%.[6][2]

Οι ανιχνευτές κοριών, γνωστοί και ως παγίδες ή παρεμποδιστές, αξιοποιούν το γαλακτικό οξύ ή το διοξείδιο του άνθρακα που συνδέονται με την παρουσία ανθρώπου, ή φερομόνες, ώστε να προσελκύσουν και να παγιδεύσουν τα έντομα.[31] Οι ανιχνευτές μπορούν να επιβεβαιώσουν μια προσβολή, αλλά δεν παγιδεύουν αρκετά έντομα ώστε να επιτευχθεί εξάλειψη.[8]

Διαφορική διάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες καταστάσεις που προκαλούν συμπτώματα παρόμοια με τα τσιμπήματα κοριών περιλαμβάνουν την ψώρα, τη γαμασοείδωση, αλλεργικές αντιδράσεις, τσιμπήματα κουνουπιών, δαγκώματα αραχνών, τσιμπήματα ψύλλων, την ανεμευλογιά και βακτηριακές δερματικές λοιμώξεις.[5]

Για την αποφυγή μεταφοράς κοριών στο σπίτι συνιστάται η λήψη μέτρων μετά από επίσκεψη σε πιθανώς προσβεβλημένο χώρο ή μετά από ταξίδι: έλεγχος των υποδημάτων κατά την αποχώρηση, αλλαγή ρούχων εκτός της κατοικίας και τοποθέτησή τους σε στεγνωτήριο. Κατά τη διαμονή σε νέο κατάλυμα συνιστάται ο έλεγχος του κρεβατιού πριν μεταφερθούν οι αποσκευές στον χώρο ύπνου και η τοποθέτηση της βαλίτσας σε ανυψωμένη βάση. Τα ρούχα καλό είναι να κρεμιούνται ή να παραμένουν στη βαλίτσα και όχι στο πάτωμα.[32] Πρόσθετα μέτρα περιλαμβάνουν τη σφράγιση ρωγμών και σχισμών, τον έλεγχο των επίπλων και την απολύμανση ρούχων και αποσκευών κατά την επιστροφή.[8] Τα μεταχειρισμένα έπιπλα μπορεί να φιλοξενούν κοριούς.[33]

Η αποφυγή επαναλαμβανόμενων τσιμπημάτων απαιτεί συνήθως την εξάλειψη των κοριών από την κατοικία ή τον χώρο εργασίας, η οποία είναι αποτελεσματικότερη με μη χημικές μεθόδους.[8] Οι μη χημικές μέθοδοι περιλαμβάνουν τον καθαρισμό χαλιών και επίπλων με ηλεκτρική σκούπα, με τη σακούλα να σφραγίζεται εν συνεχεία σε πλαστικό σάκο ώστε να αποφευχθεί επαναμόλυνση.[8] Άλλες μέθοδοι περιλαμβάνουν την απομάκρυνση των υφασμάτων και το πλύσιμό τους σε ζεστό νερό (τουλάχιστον 60 °C) ή την κατάψυξή τους στους −20 °C (−4 °F).[8] Οι περισσότεροι οικιακοί καταψύκτες δεν επαρκούν, καθώς δεν επιτυγχάνουν αρκετά χαμηλές θερμοκρασίες.[8] Υφάσματα που δεν αφαιρούνται, όπως τα στρώματα, μπορούν να υποβληθούν σε ατμό τουλάχιστον 60 °C (140 °F), μέθοδο που διεισδύει σε βάθος και μπορεί να εξοντώσει τα έντομα σε λιγότερο από ένα λεπτό.[8] Ολόκληρα δωμάτια μπορούν να θερμανθούν σε τουλάχιστον 55 °C (131 °F) για αποτελεσματική εξάλειψη.[8]

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο συνδυασμός μη χημικών μεθόδων με εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικότερος από τις μη χημικές μεθόδους μόνες τους.[8]

Τα εντομοκτόνα είναι ως επί το πλείστον αναποτελεσματικά, καθώς οι περισσότεροι πληθυσμοί κοριών έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα, μεταξύ άλλων στα πυρεθροειδή, που περιέχονται σε περίπου 90% των εντομοκτόνων εμπορικού τύπου.[8] Οι εντομοκτόνοι νεφελοποιητές («βόμβες») είναι επίσης αναποτελεσματικοί, διότι δεν διεισδύουν στα καταφύγια των εντόμων.[8] Η ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα έχει αυξηθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, ενώ υπάρχουν και ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στην υγεία.[3]

Μόλις εγκατασταθούν, οι κοριοί εξαλείφονται πολύ δύσκολα,[3] ιδίως σε πολυκατοικίες, όπου μπορεί να υπάρχουν και σε άλλα διαμερίσματα πέραν εκείνου που υποβάλλεται σε επέμβαση[8] και να επανεποικίσουν τους απολυμασμένους χώρους.

Οι μηχανικές προσεγγίσεις, όπως η αναρρόφηση των εντόμων και η θερμική επεξεργασία ή η κάλυψη των στρωμάτων, είναι αποτελεσματικές.[3][6] Μία ώρα σε θερμοκρασία 45 °C (113 °F) ή άνω, ή δύο ώρες σε λιγότερο από −17 °C (1 °F), τους εξοντώνει.[6] Οι κοριοί και τα αυγά τους πεθαίνουν με την επαφή σε επιφανειακές θερμοκρασίες άνω των 180 °F (82 °C), ενώ ένας ατμοκαθαριστής μπορεί να ξεπεράσει τους 230 °F (110 °C).[20] Μελέτη διαπίστωσε 100% θνησιμότητα σε θερμοκρασίες άνω των 50 °C (122 °F) για περισσότερα από 2 λεπτά και συνέστησε τη διατήρηση θερμοκρασιών άνω των 48 °C (118 °F) για περισσότερο από 20 λεπτά, με πρακτικούς χρόνους επεξεργασίας 6 έως 8 ωρών ώστε να καλυφθούν ρωγμές και σημεία με έπιπλα.[34] Η μέθοδος αυτή είναι δαπανηρή και έχει προκαλέσει πυρκαγιές.[6][20] Η προσπάθεια εξάντλησης των εντόμων μέσω ασιτίας δεν είναι αποτελεσματική, καθώς μπορούν να επιβιώσουν χωρίς τροφή για 135 έως 300 ημέρες, ανάλογα με τη θερμοκρασία.[6][8]

Μετά την απόσυρση των περισσότερων οργανοχλωριωμένων εντομοκτόνων, διατυπώθηκε το 2012 η εκτίμηση ότι δεν υπάρχουν πραγματικά αποτελεσματικά εντομοκτόνα.[6] Ιστορικά, αποτελεσματικά είχαν βρεθεί τα πυρεθροειδή, η διχλωρβός και το μαλαθείο.[4] Το βορικό οξύ, που χρησιμοποιείται κατά των κατσαρίδων και των τερμιτών, δεν είναι αποτελεσματικό κατά των κοριών, επειδή αυτοί δεν καθαρίζουν το σώμα τους.[35]

Οι κοριοί απαντώνται σε ολόκληρο τον κόσμο.[36] Πριν από τη δεκαετία του 1950, περίπου το 30% των κατοικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κοριούς·[2] το ποσοστό αυτό μειώθηκε, εν μέρει λόγω της χρήσης DDT για την καταπολέμηση των κατσαρίδων.[37] Η εφεύρεση της ηλεκτρικής σκούπας και η απλοποίηση του σχεδιασμού των επίπλων ενδέχεται επίσης να συνέβαλαν.[37]

Ωστόσο, τα ποσοστά προσβολής στις ανεπτυγμένες χώρες έχουν αυξηθεί δραματικά από τη δεκαετία του 1980.[3][4][36] Αυτό αποδίδεται στα συχνότερα ταξίδια στο εξωτερικό, στην αυξημένη μετανάστευση, στη συχνότερη ανταλλαγή μεταχειρισμένων επίπλων, στη μεγαλύτερη εστίαση στον έλεγχο άλλων παρασίτων και στην απαγόρευση αποτελεσματικών εντομοκτόνων σε συνδυασμό με την αυξημένη ανθεκτικότητα σε όσα εξακολουθούν να επιτρέπονται.[4][38] Η μείωση των πληθυσμών κατσαρίδας λόγω της χρήσης εντομοκτόνων ενδέχεται να ευνόησε την επάνοδο των κοριών, καθώς οι κατσαρίδες τους τρώνε.[39][11][12]

Η αμερικανική National Pest Management Association κατέγραψε αύξηση 71% στις κλήσεις για κοριούς μεταξύ 2000 και 2005.[40] Στη Νέα Υόρκη τα αναφερόμενα περιστατικά αυξήθηκαν από 500 το 2004 σε 10.000 το 2009.[41] Το 2013 το Σικάγο καταγράφηκε ως η αμερικανική πόλη με τις περισσότερες προσβολές, με το δημοτικό συμβούλιο να εγκρίνει σχετικό κανονισμό για τον περιορισμό της διάδοσης. Επιπλέον, οι κοριοί φτάνουν πλέον σε περιοχές όπου δεν είχαν εγκατασταθεί ποτέ, όπως η νότια Νότια Αμερική.[42]

Η παρακολούθηση της αύξησης των προσβολών είναι δύσκολη, καθώς το πρόβλημα δεν αναγνωρίζεται εύκολα και οι πληγέντες δεν είναι πρόθυμοι να το συζητήσουν. Τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από εταιρείες απεντόμωσης, τοπικές αρχές και ξενοδοχειακές αλυσίδες,[43] ενώ το πρόβλημα ενδέχεται να είναι σοβαρότερο από όσο υποδηλώνουν οι αναφορές.[44]

Ο κοινός κοριός (Cimex lectularius) είναι το είδος που έχει προσαρμοστεί καλύτερα στο ανθρώπινο περιβάλλον,[45] αλλά είναι γνωστό και από πτηνά, Χειρόπτερα, όρνιθες και πρόβατα.[45] Απαντάται σε εύκρατα κλίματα παγκοσμίως. Άλλα είδη περιλαμβάνουν τον C. hemipterus των τροπικών περιοχών, ο οποίος προσβάλλει επίσης πουλερικά και νυχτερίδες, και τον Leptocimex boueti, προσαρμοσμένο στους τροπικούς της Δυτικής Αφρικής και της Νότιας Αμερικής, που προσβάλλει νυχτερίδες και ανθρώπους.[45] Οι C. pilosellus και C. pipistrella προσβάλλουν κυρίως νυχτερίδες, ενώ ο Haematosiphon inodora της Βόρειας Αμερικής κυρίως πουλερικά.[46]

Τα Cimicidae, οι πρόγονοι των σύγχρονων κοριών, εμφανίστηκαν πριν από περίπου 115 εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή περισσότερα από 55 εκατομμύρια χρόνια πριν από τις νυχτερίδες, οι οποίες θεωρούνταν έως πρόσφατα οι αρχικοί ξενιστές τους. Από άγνωστους προγονικούς ξενιστές εξελίχθηκαν διάφορες γενεαλογικές γραμμές που εξειδικεύτηκαν είτε σε νυχτερίδες είτε σε πτηνά. Ο κοινός (C. lectularius) και ο τροπικός κοριός (C. hemipterus) διαχωρίστηκαν 40 εκατομμύρια χρόνια πριν από την εξέλιξη του γένους Homo. Ο άνθρωπος έγινε ξενιστής των κοριών μέσω επέκτασης, και όχι εναλλαγής, ξενιστή σε τρεις χωριστές περιπτώσεις.[47]

1870s-1890s διαφήμιση για έναν εξολοθρευτή κοριών. Διαβάζεται "Χρησιμοποιήστε το Getz εξολοθρευτές κατσαρίδων και κοριών, που πωλούνται από όλους τους φαρμακοποιούς."
1860 χάραξη των τμημάτων κοριών: A. Κοιλιά και θώρακας - Β. Κεραία αρσενικού - C. Μάτι - D. Προβοσκίδα - Ε. Πλευρική όψη προβοσκίδας - F. Κάτω τμήμα κεφαλιού - G. Κάτω χείλος - GG. Τρίχες και εξωτερικό περίβλημα της προβοσκίδας - H. Αυγοθήκη - I. Έντομο που βγαίνει από το αυγό

Οι κοριοί αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα ήδη από το 400 π.Χ. και αργότερα από τον Αριστοτέλη. Η Φυσική Ιστορία του Πλίνιου, που εκδόθηκε περί το 77 μ.Χ. στη Ρώμη, απέδιδε στους κοριούς θεραπευτική αξία για παθήσεις όπως τα δήγματα φιδιών και οι ωτίτιδες. Η πίστη στη φαρμακευτική τους χρήση επιβίωσε τουλάχιστον έως τον 18ο αιώνα, όταν ο Γκετάρ τους συνιστούσε για τη θεραπεία της υστερίας.[48]

Οι κοριοί αναφέρονται επίσης στη Γερμανία τον 11ο αιώνα, στη Γαλλία τον 13ο αιώνα και στην Αγγλία το 1583,[49] παρέμειναν όμως σπάνιοι στην Αγγλία έως το 1670. Τον 18ο αιώνα ορισμένοι πίστευαν ότι είχαν μεταφερθεί στο Λονδίνο μαζί με την ξυλεία για την ανοικοδόμηση της πόλης μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του Λονδίνου (1666). Ο Τζιοβάνι Αντόνιο Σκοπόλι κατέγραψε την παρουσία τους στην Καρνιόλα, περίπου στη σημερινή Σλοβενία, τον 18ο αιώνα.[50]

Παραδοσιακές μέθοδοι απώθησης ή εξόντωσης περιλάμβαναν τη χρήση φυτών, μυκήτων και εντόμων ή των εκχυλισμάτων τους, όπως το μαύρο πιπέρι, το Actaea racemosa, το έλαιο Eucalyptus saligna, η χένα, η αμανίτη η μυγοκτόνος, ο καπνός, το θερμαινόμενο νέφτι, η μέντα, το Lepidium ruderale, το Geranium robertianum και η κάνναβη.[20]

Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο καπνός από φωτιές τύρφης συνιστάτο ως οικιακό υποκαπνιστικό κατά των κοριών.[51]

Σκόνες χρησιμοποιούνταν επί αιώνες για την προστασία των αποθηκευμένων σιτηρών από έντομα, μεταξύ των οποίων στάχτη, ασβέστης, δολομίτης και διατομίτης.[52] Ο διατομίτης γνώρισε αναβίωση ως μη τοξικό εντομοκτόνο υπολειμματικής δράσης, αν και συχνά αποδίδει πτωχά· η πυριτική γέλη φαίνεται αποτελεσματικότερη.[53]

Φύλλα φασολιάς χρησιμοποιούνταν ιστορικά για την παγίδευση κοριών σε κατοικίες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα τριχώματα των φύλλων παγιδεύουν τα έντομα διαπερνώντας τα άκρα τους, και στη συνέχεια τα φύλλα καταστρέφονται.[54]

Πριν από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι κοριοί ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Σύμφωνα με έκθεση του υπουργείου Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, το 1933 όλα τα σπίτια σε πολλές περιοχές είχαν κάποιον βαθμό προσβολής από κοριούς.[43] Η αύξηση των πληθυσμών στις αρχές του 20ού αιώνα αποδόθηκε στη διάδοση της ηλεκτρικής θέρμανσης, η οποία επέτρεψε στους κοριούς να ευδοκιμούν όλο τον χρόνο και όχι μόνο σε ζεστό καιρό.[55]

Οι κοριοί αποτέλεσαν σοβαρό πρόβλημα στις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[56] Αρχικά το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με υποκαπνισμό, με δίσκους Zyklon που απελευθέρωναν υδροκυάνιο, διαδικασία μάλλον επικίνδυνη.[56] Αργότερα χρησιμοποιήθηκε το DDT με καλά αποτελέσματα, αν και έκτοτε οι κοριοί έχουν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικότητα σε αυτό.[56]

Η μείωση των πληθυσμών κοριών τον 20ό αιώνα αποδίδεται συχνά σε ισχυρά εντομοκτόνα που δεν ήταν προηγουμένως ευρέως διαθέσιμα.[57] Λιγότερο συχνά αναφέρονται η αυξημένη ενημέρωση του κοινού και τα προγράμματα ανάπλασης υποβαθμισμένων περιοχών, που συνδύαζαν εντομοκτόνα με απολύμανση με ατμό, μετεγκατάσταση των κατοίκων σε νέες κατοικίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επανελέγχους επί αρκετούς μήνες.[55]

Το 2010 αναφέρθηκαν προσβολές σε κατοικίες, καταστήματα, κινηματογράφους, γραφεία και σχολεία της Νέας Υόρκης, ιδίως στο Μπρούκλιν και το Κουίνς.[58] Στις αρχές του 2023 η Orkin κατέταξε το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Κλίβελαντ και το Λος Άντζελες ως τις πέντε αμερικανικές πόλεις με τις περισσότερες προσβολές.[59]

Στη Γαλλία, τα έντομα επανεμφανίστηκαν αν και είχαν εκλείψει από την καθημερινότητα τη δεκαετία του 1950, λόγω της κινητικότητας του πληθυσμού, της κατανάλωσης μεταχειρισμένων ειδών και της ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα,[60] καθώς και της αύξησης των ταξιδιών μετά τα lockdown της COVID-19.[61] Μεταξύ 2017 και 2022, το 11% των γαλλικών νοικοκυριών είχε προσβληθεί, σύμφωνα με έκθεση της ANSES.[60] Στα μέσα του 2023 σημειώθηκε εκτεταμένη προσβολή στο Παρίσι, αρχικά σε κινηματογράφους και στη συνέχεια σε κατοικίες, τρένα, σχολεία και νοσοκομεία.[62] Το κόστος αντιμετώπισης για τη Γαλλία εκτιμήθηκε σε 230 εκατ. ευρώ ετησίως.[63] Την ίδια περίοδο το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε αύξηση 65% των προσβολών σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τη Rentokil.[64] Τον Νοέμβριο του 2023 αναφέρθηκε αντίστοιχη έξαρση στη Νότια Κορέα.[65]

Στα τέλη Νοεμβρίου 2025 η Cinémathèque française στο Παρίσι αναγκάστηκε να κλείσει τις τέσσερις αίθουσες προβολής της για έναν μήνα λόγω προσβολής από κοριούς.[66]

Κοινωνία και πολιτισμός

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγγλική φράση «Don't let the bedbugs bite» («μην αφήσεις τους κοριούς να σε τσιμπήσουν»), που λέγεται ως ευχή για καληνύχτα, παραμένει σε χρήση.[67]

Νομικές ενέργειες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κοριοί αποτελούν αυξανόμενη αιτία δικαστικών διενέξεων.[68] Σε ορισμένες περιπτώσεις τα δικαστήρια έχουν επιδικάσει υψηλές τιμωρητικές αποζημιώσεις σε βάρος ξενοδοχείων.[69][70] Πολλοί ιδιοκτήτες κατοικιών στο Άπερ Ιστ Σάιντ της Νέας Υόρκης έχουν πληγεί, τείνουν όμως να μη δημοσιοποιούν το πρόβλημα, ώστε να μην υποβαθμιστεί η αξία των ακινήτων τους.[71] Ο τοπικός νόμος 69 της Νέας Υόρκης υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες κτιρίων με τρία ή περισσότερα διαμερίσματα να γνωστοποιούν στους ενοίκους και στους υποψήφιους ενοίκους το ιστορικό προσβολών κάθε διαμερίσματος και να αναρτούν τα σχετικά στοιχεία σε εμφανές σημείο.[72]

Οι εκκρίσεις των κοριών μπορεί να εμποδίζουν την ανάπτυξη ορισμένων βακτηρίων και μυκήτων. Τα αντιβακτηριακά συστατικά τους θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν κατά ανθρώπινων παθογόνων και να αποτελέσουν πηγή φαρμακολογικώς δραστικών μορίων για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων.[6]

  1. 1 2 James, William D.· Berger, Timothy G. (2006). Andrews' Diseases of the Skin: clinical Dermatology. Saunders Elsevier. σελ. 446. ISBN 978-0-7216-2921-6.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 Ibrahim, O; Syed, UM; Tomecki, KJ (March 2017). «Bedbugs: Helping your patient through an infestation.». Cleveland Clinic Journal of Medicine 84 (3): 207–211. doi:10.3949/ccjm.84a.15024. PMID 28322676.
  3. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 Jerome Goddard; Richard deShazo (2009). «Bed bugs (Cimex lectularius) and clinical consequences of their bites». Journal of the American Medical Association 301 (13): 1358–1366. doi:10.1001/jama.2009.405. PMID 19336711.
  4. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 «Bedbugs». Dermatol Ther 22 (4): 347–52. 2009. doi:10.1111/j.1529-8019.2009.01246.x. PMID 19580578.
  5. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 «Bed bugs – What the GP needs to know». Aust Fam Physician 38 (11): 880–4. November 2009. PMID 19893834.
  6. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Doggett, SL; Dwyer, DE; Peñas, PF; Russell, RC (January 2012). «Bed bugs: clinical relevance and control options.». Clinical Microbiology Reviews 25 (1): 164–92. doi:10.1128/CMR.05015-11. PMID 22232375.
  7. 1 2 3 4 5 «Bed Bugs FAQs». Centers for Disease Control and Prevention. 2 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2018.
  8. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 Parola, Philippe; Izri, Arezki (4 June 2020). «Bedbugs». New England Journal of Medicine 382 (23): 2230–2237. doi:10.1056/NEJMcp1905840. PMID 32492304.
  9. 1 2 «JAMA patient page. Bed bugs». JAMA 301 (13): 1398. April 2009. doi:10.1001/jama.301.13.1398. PMID 19336718. https://archive.org/details/sim_jama_2009-04-01_301_13/page/n95.
  10. ↑ Panagiotakopulu, Eva; Buckland, Paul C. (December 1999). «Cimex lectularius L., the common bed bug from Pharaonic Egypt». Antiquity 73 (282): 908–911. doi:10.1017/S0003598X00065674. ISSN 0003-598X. https://archive.org/details/sim_antiquity_1999-12_73_282/page/908.
  11. 1 2 Jacobs, Andrew (27 Νοεμβρίου 2005). «Just Try to Sleep Tight. The Bedbugs Are Back». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2023.
  12. 1 2 Akhoundi, Mohammad; Zumelzu, Coralie; Sereno, Denis; Marteau, Anthony; Brun, Sophie; Izri, Arezki (2023-07-05). «Bed Bugs (Hemiptera, Cimicidae): A Global Challenge for Public Health and Control Management». Diagnostics 13 (13): 2281. doi:10.3390/diagnostics13132281. PMID 37443675.
  13. ↑ Bircher, Andreas J. (2005). «Systemic Immediate Allergic Reactions to Arthropod Stings and Bites». Dermatology 210 (2): 119–127. doi:10.1159/000082567. PMID 15724094.
  14. ↑ «How to Manage Pests: Pests of Homes, Structures, People, and Pets». UC IPM Online, UC Davis. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουνίου 2010.
  15. ↑ Clark, Sandy; Gilleard, John S.; McGoldrick, James (2002-09-14). «Human bedbug infestation of a domestic cat». The Veterinary Record 151 (11): 336. PMID 12356240. https://archive.org/details/sim_veterinary-record_2002-09-14_151_11/page/n37.
  16. ↑ Cater, Jason; Magee, Danny; Edwards, Kristine T. (2011-10-01). «Severe infestation of bedbugs in a poultry breeder house». Journal of the American Veterinary Medical Association 239 (7): 919. doi:10.2460/javma.239.7.919. PMID 21961628.
  17. ↑ Susan C. Jones (Ιανουαρίου 2004). «Extension Fact Sheet "Bed Bugs, Injury"» (PDF). Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2018.
  18. ↑ Xavier Bonnefoy· Helge Kampen· Kevin Sweeney. «Public Health Significance of Urban Pests» (PDF). Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. σελ. 136. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2016.
  19. ↑ Shukla· Upadhyaya (2009). Economic Zoology (4th έκδοση). Rastogi. σελ. 73. ISBN 978-81-7133-876-4.
  20. 1 2 3 4 Quarles, William (March 2007). «Bed Bugs Bounce Back». IPM Practitioner 24 (3/4): 1–8. http://www.birc.org/MarApril2007.pdf. Ανακτήθηκε στις 27 May 2010.
  21. ↑ Anderson, J. F.; Ferrandino, F. J.; McKnight, S.; Nolen, J.; Miller, J. (2009). «A carbon dioxide, heat and chemical lure trap for the bed bug, Cimex lectularius». Medical and Veterinary Entomology 23 (2): 99–105. doi:10.1111/j.1365-2915.2008.00790.x. PMID 19499616.
  22. ↑ DeVries, Zachary C; Saveer, Ahmed M; Mick, Russell; Schal, Coby (2019-02-25). «Bed Bug (Hemiptera: Cimicidae) Attraction to Human Odors». Journal of Medical Entomology 56 (2): 362–367. doi:10.1093/jme/tjy202. PMID 30423171.
  23. ↑ Reis, Matthew D.; Miller, Dini M. (2011). «Host Searching and Aggregation Activity of Recently Fed and Unfed Bed Bugs». Insects 2 (4): 186–194. doi:10.3390/insects2020186. PMID 26467621.
  24. ↑ Margie Pfiester; Philip G. Koehler; Roberto M. Pereira (2009). «Effect of Population Structure and Size on Aggregation Behavior of Cimex lectularius». Journal of Medical Entomology 46 (5): 1015–1020. doi:10.1603/033.046.0506. PMID 19769030. https://archive.org/details/sim_journal-of-medical-entomology_2009-09_46_5/page/1015.
  25. ↑ Potter, Michael F. «Bed Bugs». University of Kentucky College of Agriculture. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2010.
  26. ↑ Steelman, C.D. 2000. Biology and control of bed bugs Αρχειοθετήθηκε 2011-10-05 στο Wayback Machine., Cimex lectularius, in poultry houses. Avian Advice 2: 10,15.
  27. ↑ Haiken, Melanie. «Bed Bugs on Airplanes?! Yikes! How to Fly Bed Bug-Free». Forbes. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2020.
  28. ↑ «The Truth About Bedbugs: Debunking the Myths». PAWS SF. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Οκτωβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2013.
  29. ↑ Susan L. Woodward· Joyce A. Quinn (30 Σεπτεμβρίου 2011). Encyclopedia of Invasive Species. ABC-CLIO. σελ. 124. ISBN 978-0-313-38221-5.
  30. ↑ Anderson, AL; Leffler, K (May 2008). «Bedbug infestations in the news: a picture of an emerging public health problem in the United States». Journal of Environmental Health 70 (9): 24–7, 52–3. PMID 18517150. https://archive.org/details/sim_journal-of-environmental-health_2008-05_70_9/page/n23.
  31. ↑ US EPA (7 Μαρτίου 2013). «Do-it-yourself Bed Bug Control». Ανακτήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 2022.
  32. ↑ Kate Wong (23 Ιανουαρίου 2012). «Bed Bug Confidential: An Expert Explains How to Defend against the Dreaded Pests». Scientific American. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2018.
  33. ↑ Sherwood, Harriet (19 Αυγούστου 2018). «Bedbugs plague hits British cities». The Observer. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2018.
  34. ↑ Hulasare, Raj (2007–2009). Fundamental Research on the Efficacy of Heat on Bed Bugs and Heat Transfer in Mattresses (Report). PERC docket 12221.
  35. ↑ Miller, Dini (11 Αυγούστου 2008). «Bed bugs (Hemiptera: Cimicidae: Cimex spp.)». Στο: John L. Capinera, επιμ. Encyclopedia of Entomology. Springer. σελ. 414. ISBN 978-1-4020-6242-1.
  36. 1 2 «Bed bugs, leeches and hookworm larvae in the skin». Clinics in Dermatology 27 (3): 285–290. 2009. doi:10.1016/j.clindermatol.2008.10.008. PMID 19362691.
  37. 1 2 «Bedbugs: an equal opportunist and cosmopolitan creature». J Sch Nurs 25 (2): 126–132. April 2009. doi:10.1177/1059840509331438. PMID 19233933.
  38. ↑ «Insecticide Resistance in the Bed Bug: A Factor in the Pest's Sudden Resurgence?». Journal of Medical Entomology 44 (2): 175–178. 2007. ISSN 0022-2585. PMID 17427684. https://archive.org/details/sim_journal-of-medical-entomology_2007-03_44_2/page/175.
  39. ↑ Gulati, A. N. (1930). «Do Cockroaches eat Bed Bugs?». Nature 125 (3162): 858. doi:10.1038/125858a0. https://archive.org/details/sim_nature-uk_1930-06-07_125_3162/page/858.
  40. ↑ Voiland, Adam (16 July 2007). «You May not be Alone». U.S. News & World Report 143 (2): 53–54. https://archive.org/details/sim_u-s-news-weekly-special-issues_2007-07-16_143_2/page/53.
  41. ↑ Megan Gibson (19 Αυγούστου 2010). «Are Bedbugs Taking Over New York City?». Time. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2012.
  42. ↑ Faúndez E. I.; Carvajal M. A. (2014). «Bed bugs are back and also arriving is the southernmost record of Cimex lectularius in South America». Journal of Medical Entomology 51 (5): 1073–1076. doi:10.1603/me13206. PMID 25276939. https://archive.org/details/sim_journal-of-medical-entomology_2014-09_51_5/page/1073.
  43. 1 2 Boase, Clive J. (April 2004). «Bed-bugs – reclaiming our cities». Biologist 51: 1–4.
  44. ↑ Scarupa, M.D.; Economides, A. (2006). «Bedbug bites masquerading as urticaria». Journal of Allergy and Clinical Immunology 117 (6): 1508–1509. doi:10.1016/j.jaci.2006.03.034. PMID 16751024. https://archive.org/details/sim_journal-of-allergy-and-clinical-immunology_2006-06_117_6/page/1508.
  45. 1 2 3 «Bed bugs». Center for Invasive Species Research. Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Ρίβερσαϊντ.
  46. ↑ Cranshaw, W.S.· Camper, M.· Peairs, F.B. (Φεβρουαρίου 2009). «Bat Bugs and Bed Bugs». Colorado State University Extension. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2010.
  47. ↑ Roth, Steffen; Balvín, Ondřej; Siva-Jothy, Michael T; Reinhardt, Klaus (3 June 2019). «Bedbugs Evolved before Their Bat Hosts and Did Not Co-speciate with Ancient Humans». Current Biology 29 (11): 1847–1853. doi:10.1016/j.cub.2019.04.048. PMID 31104934.
  48. ↑ Smith, William (1847). A dictionary of Greek and Roman antiquities.
  49. ↑ Mullen, Gary R.· Durden, Lance A. (8 Μαΐου 2009). Medical and Veterinary Entomology (2η έκδοση). Academic Press. σελ. 80. ISBN 978-0-12-372500-4.
  50. ↑ John Southall (1730). A Treatise of Buggs. London: J Roberts. σελίδες 16–17.
  51. ↑ «Peat and peat mosses». Scientific American 3 (39): 307. 17 June 1848. doi:10.1038/scientificamerican06171848-307b.
  52. ↑ Hill, Stuart B. (May 1986). «Diatomaceous Earth: A Non Toxic Pesticide». Macdonald J. 47 (2): 14–42.
  53. ↑ Michael F. Potter; Kenneth F. Haynes; Jennifer R. Gordon (August 2014). «Silica Gel: A Better Bed Bug Desiccant». Pest Control Technology (8): 76. ISSN 0730-7608.
  54. ↑ Szyndler, M.W.; Haynes, K.F.; Potter, M.F.; Corn, R.M.; Loudon, C. (2013). «Entrapment of bed bugs by leaf trichomes inspires microfabrication of biomimetic surfaces». Journal of the Royal Society Interface 10 (83). doi:10.1098/rsif.2013.0174. PMID 23576783.
  55. 1 2 Potter, Michael F. (2011). «The History of Bed Bug Management – With Lessons from the Past». American Entomologist 57: 14–25. doi:10.1093/ae/57.1.14. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2020-07-29. https://web.archive.org/web/20200729000205/https://entsoc.org/PDF/2011/AE-Potter-spring2011.pdf. Ανακτήθηκε στις 2019-10-15.
  56. 1 2 3 Gerberg, Eugene J. (16 November 2008). «Entomologists in World War II». Proceedings of the DOD Symposium 'Evolution of Military Medical Entomology'. https://apps.dtic.mil/sti/pdfs/ADA506261.pdf. Ανακτήθηκε στις 11 November 2013.
  57. ↑ «The Politics of Bedbugs». Newsweek. 8 Σεπτεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2010.
  58. ↑ Decker, Geoffrey (24 Σεπτεμβρίου 2010). «Bedbugs Finding a Way Into New York's Schools». The New York Times.
  59. ↑ «Orkin's bed bug cities list». Orkin. 9 Ιανουαρίου 2023.
  60. 1 2 «Les punaises de lit touchent 11 % des ménages français» (στα Γαλλικά). Le Monde. 19 Ιουλίου 2023. Ανακτήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2024.
  61. ↑ «Bedbugs in France: 'They can be found wherever people go'». Le Monde. 3 Οκτωβρίου 2023.
  62. ↑ «'Punaise!' Paris Battles Bedbug Outbreak, Real or Imagined». The Wall Street Journal. 4 Οκτωβρίου 2023.
  63. ↑ «Coming soon to a cinema near you? The return of the bed bug». The Guardian. 4 Σεπτεμβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2023.
  64. ↑ «A bed bugs epidemic is sweeping the UK». The Independent. 15 Αυγούστου 2023.
  65. ↑ Shan, Lee Ying (9 Νοεμβρίου 2023). «South Korea is battling against a bedbug outbreak». CNBC. Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2023.
  66. ↑ «Paris's Cinémathèque Française closes doors over bedbug infestation». The Guardian. 28 Νοεμβρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2025.
  67. ↑ Berg, Rebecca (2010). «Bed Bugs: The Pesticide Dilemma». Journal of Environmental Health 72 (10): 32–35. PMID 20556941. https://archive.org/details/sim_journal-of-environmental-health_2010-06_72_10/page/32.
  68. ↑ Initi, John (14 January 2008). «Sleeping with the Enemy». Maclean's. 121 (1): 54–56.
  69. ↑ Kimberly Stevens (25 Δεκεμβρίου 2003). «Sleeping with the Enemy». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2010.
  70. ↑ Shavell, Steven (2007), «On the Proper Magnitude of Punitive Damages: Mathias v. Accor Economy Lodging, Inc.», Harvard Law Review 120: 1223–1227
  71. ↑ Marshall Sella (2 Μαΐου 2010). «Bedbugs in the Duvet: An infestation on the Upper East Side». New York. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2010.
  72. ↑ Bailey, Adam Leitman (16 Ιανουαρίου 2018). «The Newest New York City Real Estate Laws». HuffPost. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2020.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]