Κολπική μυκητίαση
| Κολπική μυκητίαση | |
|---|---|
Εξέταση νωπού παρασκευάσματος κολπικού εκκρίματος όπου εμφανίζονται ψευδοϋφές του Candida albicans που περιβάλλονται από στρόγγυλα κολπικά επιθηλιακά κύτταρα, σε μια περίπτωση αιδοιοκολπικής καντιντίασης. | |
| Ειδικότητα | Γυναικολογία |
| Συμπτώματα | Κολπική φαγούρα, αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, λευκές και παχύρευστες κολπικές εκκρίσεις, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, ερυθρότητα στην περιοχή του κόλπου[1] |
| Αίτια | Υπερβολική ανάπτυξη του μύκητα Candida[1] |
| Παράγοντες κινδύνου | Αντιβιοικά, εγκυμοσύνη, διαβήτης, HIV/AIDS[2] |
| Διαγνωστική μέθοδος | Εξέταση των κολπικών εκκρίσεων[1] |
| Διαφορική διάγνωση | Χλαμύδια, γονόρροια, βακτηριακή κολπίτιδα[3][1] |
| Θεραπεία | Αντιμυκητιασικά φάρμακα[4] |
| Νοσηρότητα | 75% των γυναικών κάποια στιγμή[1] |
Η κολπική μυκητίαση, γνωστή και ως αιδοιοκολπική καντιντίαση και κολπική καντιντίαση, είναι η υπερβολική ανάπτυξη ζυμομυκήτων στον κόλπο, η οποία οδηγεί σε ερεθισμό.[5][1] Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι η κολπική φαγούρα, η οποία μπορεί να είναι έντονη.[1] Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν το αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, τις παχύρρευστες, λευκές κολπικές εκκρίσεις, που συνήθως δεν μυρίζουν άσχημα, τον πόνο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και την ερυθρότητα στην περιοχή του κόλπου.[1] Τα συμπτώματα συχνά επιδεινώνονται λίγο πριν την περίοδο.[2]
Οι κολπικές μυκητιάσεις οφείλονται στην υπερβολική ανάπτυξη του ζυμομύκητα Candida.[1] Αυτοί οι ζυμομύκητες βρίσκονται συνήθως στον κόλπο σε μικρούς αριθμούς.[1] Η κολπική μυκητίαση δεν κατηγοριοποιείται ως σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη, ωστόσο μπορεί να εμφανιστεί πιο συχνά σε γυναίκες που είναι συχνά σεξουαλικά ενεργές.[1][2] Στους παράγοντες κινδύνου ανήκουν η λήψη αντιβιοτικών, η εγκυμοσύνη, ο διαβήτης και ο HIV/AIDS.[2] Η κατανάλωση μιας διατροφής υψηλής σε απλά σάκχαρα μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο.[1] Τα στενά ρούχα, ο τύπος των εσωρούχων και η προσωπική υγιεινή δεν φαίνεται να αποτελούν παράγοντες.[2] Η διάγνωση γίνεται με την εξέταση δείγματος κολπικών εκκρίσεων.[1] Δεδομένου ότι τα συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων χλαμυδίων και γονόρροιας, μπορεί να συστηθεί η διενέργεια εξετάσεων.[1]
Παρά την έλλειψη στοιχείων, η χρήση βαμβακερών εσωρούχων και χαλαρών ρούχων συνιστάται συχνά ως προληπτικό μέτρο.[1][2] Επίσης συνιστάται η αποφυγή των κολπικών πλύσεων και της χρήσης προϊόντων προσωπικής υγιεινής που περιέχουν άρωμα.[1] Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιμυκητιασικών φαρμάκων.[4] Αυτά μπορεί να είναι είτε σε μορφή κρέμας, όπως η κλοτριμαζόλη, είτε χορηγούμενα από το στόμα, όπως η φλουκοναζόλη.[4] Η λήψη προβιοτικών δεν έχει διαπιστωθεί ως χρήσιμη σε περιπτώσεις ενεργών λοιμώξεων.[6]
Περίπου το 75% των γυναικών θα αντιμετωπίσει τουλάχιστον μία κολπική μυκητίαση κάποια στιγμή στη ζωή του, ενώ σχεδόν το ήμισυ των γυναικών θα αντιμετωπίσει τουλάχιστον δύο.[1][7] Περίπου το 5% θα αντιμετωπίσει περισσότερες από τρεις λοιμώξεις σε έναν χρόνο.[7] Αποτελεί τη δεύτερη πιο συχνή αιτία κολπικής φλεγμονής μετά τη βακτηριακή κολπίτιδα.[3]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 «Vaginal yeast infections fact sheet». womenshealth.gov. 23 Δεκεμβρίου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2015.
- 1 2 3 4 5 6 Sobel, JD (9 Ιουνίου 2007). «Vulvovaginal candidosis.». Lancet 369 (9577): σελ. 1.961–71. doi:. PMID 17560449.
- 1 2 Ilkit, M; Guzel, AB (Αύγουστος 2011). «The epidemiology, pathogenesis, and diagnosis of vulvovaginal candidosis: a mycological perspective». Critical Reviews in Microbiology 37 (3): σελ. 250–61. doi:. PMID 21599498.
- 1 2 3 «Sexually transmitted diseases treatment guidelines, 2006». MMWR Recomm Rep 55 (RR-11): σελ. 1–94. Αύγουστος 2006. PMID 16888612. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20-10-2014. https://web.archive.org/web/20141020212427/http://www.cdc.gov/mmwr/preview/mmwrhtml/rr5511a1.htm.
- ↑ James, William D.· Berger, Timothy G. (2006). Andrews' Diseases of the Skin: clinical Dermatology. Saunders Elsevier. σελ. 309. ISBN 0-7216-2921-0.
- ↑ Abad, CL; Safdar, N (Ιούνιος 2009). «The role of lactobacillus probiotics in the treatment or prevention of urogenital infections – a systematic review.». Journal of Chemotherapy (Φλωρεντία, Ιταλία) 21 (3): σελ. 243–52. doi:. PMID 19567343.
- 1 2 «Diagnosis of vaginitis». Am Fam Physician 62 (5): σελ. 1.095–104. Σεπτέμβριος 2000. PMID 10997533. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 06-06-2011. https://web.archive.org/web/20110606054114/http://www.aafp.org/afp/20000901/1095.html.