Κοινωνική ψυχολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κοινωνική Ψυχολογία είναι κλάδος της επιστήμης της Ψυχολογίας που εν συντομία μελετά  «την κοινωνική συμπεριφορά και την κοινωνική γνώση των ανθρώπων»[1]. Σύμφωνα με ένα κλασικό και πιο περιγραφικό ορισμό (Allport; 1935)  «Η κοινωνική ψυχολογία ασχολείται με  την επιστημονική διερεύνηση του πώς οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά των ατόμων επηρεάζονται από την πραγματική, φανταστική ή υπονοούμενη παρουσία άλλων ατόμων»[2].

Με άλλα λόγια η Κοινωνική Ψυχολογία συνιστά την επιστημονική και συστηματική μελέτη μελέτη του ατόμου μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Ως κοινωνική συμπεριφορά ονομάζουμε την συμπεριφορά που αναπτύσσουν οι άνθρωποι στα πλαίσια της αλληλεπίδρασης τους με άλλους ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων. Οι σχέσεις αυτές μπορεί να είναι άμεσες ή έμμεσες και να αναπτύσσονται μεταξύ δύο υποκειμένων ή ομάδων, το μέγεθος των οποίων ποικίλει, για παράδειγμα από μια ομάδα συνομηλίκων μέχρι το έθνος, το φύλο κ.ά.

Κοινωνική Ψυχολογία και συναφείς επιστημονικοί κλάδοι

Ένα από τα βασικά προβλήματα της ψυχολογίας που συνεπώς διατρέχει και την Κοινωνική Ψυχολογία είναι ο προσδιορισμός του όρου συμπεριφορά. Συμπεριφορά ονομάζουμε μια ενέργεια, μια πράξη, μια διαδικασία που είναι η αντίδραση σε ένα εσωτερικό ή εξωτερικό ερέθισμα που δέχεται ένας οργανισμός από το περιβάλλον του και που μπορεί να παρατηρηθεί[3] Στα πρώτα βήματα της Ψυχολογίας η μελέτη της συμπεριφοράς περιοριζόταν στην μελέτη των εξωτερικών ερεθισμάτων και των εξωτερικών αντιδράσεων, καθώς αυτές μπορούσαν να μελετηθούν συστηματικά με τρόπο αντικειμενικό. Προοδευτικά και όσο η κατανόηση για τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, εγκεφάλου και του νου προχωρούσε έγινε προσπάθεια να μελετηθούν και οι εσωτερικοί παράγοντες: συναισθήματα, σκέψεις, κίνητρα, πεποιθήσεις κ.ά. Αν και αυτοί οι παράγοντες δεν μπορούν να παρατηρηθούν και να μελετηθούν με τον ίδιο τρόπο που μελετώνται οι εξωτερικοί, επηρεάζουν  άμεσα την συμπεριφορά των ατόμων[4] .  

Μια βασική διαφορά της Κοινωνικής Ψυχολογίας από την Ψυχολογία αποτελεί το γεγονός ότι η κοινωνική περιορίζεται στην μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς εν αντιθέσει με την  Ψυχολογία που μελετά και τη συμπεριφορά των ζώων, καθώς εκτιμάται ότι η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων δεν μπορεί να προσφέρει πολλά στην ερμηνεία της κοινωνικής ανθρώπινης συμπεριφοράς (Hogg & Vaughan; 1995).

Το γεγονός ότι η κοινωνική ψυχολογία μελετά τη συμπεριφορά του ανθρώπου στις κοινωνικές του σχέσεις την καθιστούν ένα διεπιστημονικό πεδίο μελέτης. Εκτός από την ψυχολογία βρίσκεται σε άμεση επαφή και διάλογο με άλλες ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες καθώς και με επιμέρους κλάδους αυτών. Βλέπε σχήμα παρακάτ

Προσεγγίσεις της Κοινωνικής Ψυχολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έργο και αντικείμενο της κοινωνικής ψυχολογίας λοιπόν είναι η μελέτη της επιρροής των άλλων ατόμων ή των ομάδων καθώς και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος επάνω στη νόηση, στα συναισθήματα και στη συμπεριφορά του ατόμου. Μπορεί να διακρίνει κανείς τέσσερα διαφορετικά επίπεδα εστίασης στη μελέτη της κοινωνικής ψυχολογίας (κατά τον Doise στο socialpsychology.wordpress.com σελ. 3)[5]:

  • Ενδοατομικό: η προσέγγιση αυτή επικεντρώνει στο άτομο και μελετά τις ατομικές (γνωστικές, ψυχολογικές κτλ) διεργασίες , που λαμβάνουν χώρα, οι οποίες οργανώνουν την ανθρώπινη εμπειρία.·       
  • Διατομικό ή ενδοπεριστασιακό: η προσέγγιση αυτή ερευνά διεργασίες που λαμβάνουν χώρα μεταξύ ανθρώπων και στην αλληλεπίδρασή τους. Αυτός ο τύπος εξήγησης αφορά τη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εμπλέκονται τα άτομα.
  • Διομαδικό ή της κοινωνικής θέσης: η εστίαση αυτή ερευνά την επιρροή  της κοινωνικής θέσης των ατόμων ή των ομάδων και των στοιχείων που αυτή συνεπάγεται (κύρος, περιθωριοποίηση κ.τ.λ) στην νοητικές, γνωστικές, διεργασίες και συμπεριφορά των ατόμων.
  • Ιδεολογικό: η εξήγηση αφορά το ρόλο των γενικών κοινωνικών πεποιθήσεων και των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ομάδων.

Επισκόπηση Ιστορίας Κοινωνικής Ψυχολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και θεωρίες για την δράση των ανθρώπων στα πλαίσια της κοινωνίας υπήρχαν και στα αρχαία χρόνια οι απαρχές της Κοινωνικής ψυχολογίας ως επιστήμης εντοπίζονται μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα. Αυτό συμβαίνει καθώς η κοινωνικής συμπεριφορά δεν αποτελούσε καθαυτή αντικείμενο μελέτης αλλά μέσο για την υποστήριξη θεωριών της πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας. Κατά την άποψη των (Hogg & Vaughan; 1995) οι βάσεις για την εμφάνιση της κοινωνικής ψυχολογίας τέθηκαν στην Ευρώπη ως απόηχος της επιρροής που άσκησε η Χεγκελιανή φιλοσοφία στην ψυχολογία της περιόδου. Η παραδοσιακή ψυχολογία μελετούσε την συλλογική σκέψη ενώ η γενική ψυχολογία την σκέψη των μεμονωμένων ανθρώπων.

Στη συλλογική σκέψη διακρίνονται δύο ρεύματα, την ψυχολογία των λαών και τη ψυχολογία του όχλου. Το ρεύμα της VOLKERPSYCOLOGIE (ψυχολογία των λαών) προσπαθούσε μέσω της μελέτης της συλλογικής σκέψης, να εντοπίσει και να αναδείξει τα κοινά μεταξύ των γερμανικών φυλών. Εκείνη την περίοδο προσπαθεί να διαμορφωθεί μια ενιαία γερμανική ταυτότητα για τους λαούς της Γερμανίας, που θα λειτουργούσε ενισχυτικά στην προσπάθεια συγκρότησης και καθιέρωσης του έθνους- κράτους της Γερμανίας.

Από την άλλη η Ψυχολογία του όχλου μελετά το συλλογικό νου ως κοινό χαρακτηριστικό του όχλου και άλλων ομάδων. Οι ομάδες έχουν νοητικά χαρακτηριστικά όμοια με άλλων ζώων άρα πρέπει να μελετηθούν ως τέτοια και όχι ως μια υπερφυσικά δοσμένη ικανότητα. Σε αυτήν την προσέγγιση είναι ορατή η επιρροή από τις εξελικτικές θεωρίες.

Την περίοδο από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο η επίδραση του θετικισμού στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες είναι εμφανής. Αυτήν την περίοδο επικρατεί η προσέγγιση του συμπεριφορισμού στην ψυχολογία εν γένει, συνεπώς και στην κοινωνική ψυχολογία. Οι αξιώσεις για να μετατραπεί η Ψυχολογία σε πειραματική επιστήμη κατά τα πρότυπα των θετικών επιστημών, οδήγησαν στην επικράτηση του συμπεριφορισμού. Χαρακτηριστικό του συμπεριφορισμού είναι ότι αποκλείει από τη επιστημονική μελέτη, διαδικασίες και στοιχεία της συμπεριφοράς που δεν μπορούν να είναι άμεσα παρατηρήσιμα, όπως οι σκέψεις, τα νοητικά σχήματα κ.ά. άρα είναι πιο κοντά στα εργαλεία και στις μεθόδους έρευνας που χρησιμοποιούν οι θετικές επιστήμες.

Την ίδια περίπου περίοδο υπάρχει επιρροή και από μια άλλη προσέγγιση αυτής της μορφολογικής σχολής  gestalt. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι το όλο είναι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του. Στο πεδίο της μελέτης των φαινομένων της  αντίληψης η μορφολογική σχολή υποστήριζε ότι ο ανθρώπινος νους δίνει δομή και νόημα στις αισθήσεις, σχηματοποιώντας τες (αλληλοσυσχετίζοντας τες) σε αναλλοίωτα σχήματα. Στον αντίποδα βρίσκονταν επιστήμονες που υποστήριζαν ότι οι αισθήσεις προκαλούν παροδικούς συνειρμούς ιδεών και όχι σταθερά σχήματα. Η εφαρμογή των αρχών της μορφολογικής σχολής στην κοινωνική ψυχολογία οδηγεί στη μελέτη μια κοινωνικής ομάδας ως κάτι συνθετότερο και ανώτερο από το άθροισμα των μελών που την αποτελούν.

Την δεκαετία του ’60 έχει γίνει εμφανές ότι ο συμπεριφορισμός ως θεωρητικό πλαίσιο, αδυνατεί να εξηγήσει στοιχεία της συμπεριφοράς των ζώων και πολύ περισσότερο των ανθρώπων. Ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο προκύπτει αυτό της γνωστικής προσέγγιση στη μελέτη των ψυχολογικών φαινομένων, το οποίο θα συγκροτήσει επιμέρους κλάδο στη Ψυχολογία, την Γνωστική Ψυχολογία. Η Γνωστική Ψυχολογία είναι "η πειραματική διερεύνηση των νοητικών διεργασιών της αντίληψης, προσοχής, μνήμης, σκέψης, γλώσσας και μάθησης". Η κατανόηση των γνωστικών φαινομένων είναι σε άμεση συνάφεια με την Κοινωνική Συμπεριφορά, αφού η κοινωνική αλληλεπίδραση απαιτεί την πρόσληψη, την ερμηνεία μηνυμάτων από ένα δέκτη και στη συνέχεια την απόκριση μέσω αντίδρασης.[6]

Κατηγορία: Επιστήμη

Κατηγορία: Ψυχολογία

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Βοσνιάδου, Στέλλα (2001). Εισαγωγή στην ψυχολογία. Α. Αθήνα: Gutenberg, σελ. 40. ISBN 960-01-0894-3. 
  2. Κοκκινάκη, Φλώρα (2005). Κοινωνική Ψυχολογία: Εισαγωγή μελέτη της Κοινωνικής Συμπεριφοράς. Αθήνα: Τυπωθήτω, σελ. 18. ISBN 960-402-200-8. 
  3. «What is BEHAVIOR? definition of BEHAVIOR (Psychology Dictionary)» (στα αγγλικά). Psychology Dictionary. http://psychologydictionary.org/behavior-2/. Ανακτήθηκε στις 2017-01-16. 
  4. Hogg, Michael. Vaughan, Graham (1995). Social Psychology. Wiltshire: Redwood Books, σελ. 1. ISBN 0-13-433129-X. 
  5. «Κοινωνική Ψυχολογία: μεθοδολογία και επίπεδο ανάλυσης στην κοινωνική ψυχολογία». Κοινωνική Ψυχολογία. 2007-10-14. https://socialpsychology.wordpress.com/2007/10/14/%ce%bc%ce%b5%ce%b8%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%cf%80%ce%af%cf%80%ce%b5%ce%b4%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%bb%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7/. Ανακτήθηκε στις 2017-01-16. 
  6. Βοσνιάδου, Στέλλα (2001). Εισαγωγή στη Ψυχολογία. Α. Aθήνα: Gutenberg, σελ. 32-34. ISBN 960-01-0894-3.