Κοινωνική απόδειξη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η κοινωνική απόδειξη, ένας όρος που επινοήθηκε από τον Ρόμπερτ Σιαλντίνι το 1984 στο βιβλίο του με τίτλο influence, είναι επίσης γνωστός και ως ενημερωτική κοινωνική επιρροή, ή πληροφοριακή κοινωνική επιρροή. Περιγράφει ένα ψυχολογικό και κοινωνικό φαινόμενο στο οποίο οι άνθρωποι αντιγράφουν και μιμούνται τις ενέργειες των άλλων στην προσπάθειά τους να συμπεριφερθούν κατάλληλα σε μια δεδομένη κατάσταση.

Η κοινωνική απόδειξη θεωρείται εξέχουσα σε αμφίβολες κοινωνικές καταστάσεις όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να προσδιορίσουν τον κατάλληλο τρόπο συμπεριφοράς και προέρχεται από την υπόθεση ότι οι γύρω άνθρωποι έχουν περισσότερες γνώσεις για την τρέχουσα κατάσταση.

Τα αποτελέσματα της κοινωνικής επιρροής μπορούν να φανούν στην τάση των ομάδων με πολλά μέλη να συμμορφώνονται με αποφάσεις, είτε είναι σωστές είτε λανθασμένες. Αυτό το φαινόμενο αναφέρεται σε κάποιες δημοσιεύσεις ως συμπεριφορά αγέλης. Αν και η κοινωνική απόδειξη αντικατοπτρίζει ένα λογικό κίνητρο να αντιληφθεί και να συνυπολογίσει το άτομο τις γνώσεις που οι άλλοι ήδη κατέχουν, η επίσημη έρευνα δείχνει ότι μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να συγκλίνουν υπερβολικά γρήγορα σε μια διαφορετική επιλογή, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ακόμη μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων ενδεχωμένως να στηρίζονται σε πολύ λίγες πληροφορίες (βλέπε καταρράκτες πληροφοριών).

Η κοινωνική απόδειξη είναι ένας τύπος κομφορμισμού και συμμόρφωσης. Όταν ένα άτομο βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου δεν είναι σίγουρο για τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφερθεί, συχνά κοιτάζει τους άλλους για ενδείξεις και στοιχεία σχετικά με τη σωστή συμπεριφορά. Όταν "συμμορφωνόμαστε επειδή πιστεύουμε ότι η ερμηνεία των άλλων για μια ασαφή κατάσταση είναι πιο ακριβής από τη δική μας και ότι αυτή η ερμηνεία θα μας βοηθήσει να επιλέξουμε τις κατάλληλες συμπεριφορές και ενέργειες",[1] τότε έχουμε το φαινόμενο της κοινωνικής απόδειξης. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κανονιστική κοινωνική επιρροή όπου ένα άτομο συμμορφώνεται για να είναι αρεστό ή αποδεκτό από τους άλλους.

Η κοινωνική απόδειξη συχνά οδηγεί όχι μόνο στην δημόσια συμμόρφωση του ατόμου (συμμόρφωση με τη συμπεριφορά των άλλων δημοσίως χωρίς απαραίτητα να υπάρχει η πεποίθηση ότι αυτή η συμπεριφορά είναι σωστή), αλλά και στην προσωπική αποδοχή (σύμπνοια με την συμπεριφορά των άλλων λόγω αληθινής πεποίθησης ότι οι άλλοι είναι σωστοί).[2] Η κοινωνική απόδειξη είναι πιο ισχυρή όταν η ανάγκη να είσαι σωστός και ακριβής είναι πιο σημαντική, και όταν οι άλλοι θεωρούνται ειδικοί, γνώστες του αντικειμένου ή/και ιδιαίτερα ευφυείς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Aronson, E., Wilson, T.D., & Akert, A.M. (2005). Social Psychology (5th ed.). Upper Saddle River, NJ: Prentice Hall.
  2. Kelman, H. C. (1 March 1958). «Compliance, identification, and internalization three processes of attitude change». Journal of Conflict Resolution 2 (1): 51–60. doi:10.1177/002200275800200106.