Κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Κοινοτικά Υποστηριζόμενη Γεωργία (ΚΥΓ) αποτελεί μία εναλλακτική μορφή οργάνωσης των  αγροτροφικών δικτύων και  αναφέρεται σε ένα σύνολο σχέσεων, που συνδέουν τη διακίνηση  αγροτικών αγαθών, από τον παραγωγό απευθείας στον καταναλωτή[1]. Συγκεκριμένα, αποτελεί ένα σύστημα βάσει του οποίου διανέμεται στον καταναλωτή, συνήθως σε εβδομαδιαία βάση, ένα καλάθι, που περιλαμβάνει προϊόντα αγροτικής εκμετάλλευσης, όπως  φρέσκα φρούτα και λαχανικά, από έναν παραγωγό ή μία ομάδα παραγωγών που βρίσκεται σε κοντινή περιοχή.

Τα συναλλασσόμενα μέρη, δηλαδή ο παραγωγός και ο καταναλωτής, συμφωνούν εξαρχής για την ποσότητα του καλαθιού,  τα είδη που θα περιλαμβάνει και σε ποια τιμή, ώστε η συναλλαγή να είναι δίκαιη και ωφέλιμη και για τα δύο μέρη.

Μέσω της ΚΥΓ, το ρίσκο της παραγωγής διαμοιράζεται μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή, ενώ επιπλέον, ο παραγωγός δύναται να εξασφαλίσει ικανό μέρος του κεφαλαίου που απαιτείται για την παραγωγή, στις περιπτώσεις όπου συμφωνείται η προπληρωμή του καλαθιού.

Από τη μεριά του ο καταναλωτής εξασφαλίζει φρέσκα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας και υψηλής διατροφικής αξίας, σε χαμηλή τιμή, εφόσον δεν υπάρχει η διαμεσολάβηση μεσαζόντων.

Στα ευρύτερα πλεονεκτήματα της ΚΥΓ περιλαμβάνονται η στήριξη των μικρών καλλιεργητών, η προώθηση πρακτικών καλλιέργειας με σεβασμό στο περιβάλλον και στη βιοποικιλότητα, ενώ  αναπτύσσονται δεσμοί μεταξύ παραγωγών και  καταναλωτών σε τοπικό επίπεδο, ενισχύοντας τις σχέσεις αλληλεγγύης σε μία κοινότητα.

Από την άλλη μεριά, τα προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν μέσω της ΚΥΓ και έχουν αναφερθεί στη διεθνή βιβλιογραφία, αφορούν  την καθιέρωση εξαιρετικά χαμηλών τιμών, που καταλήγουν στην αυτό-εκμετάλλευση των παραγωγών, την ελλιπή συμμετοχή και το μικρό ενδιαφέρον των καταναλωτών, την αδυναμία πρόσβασης ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων που βρίσκονται σε δυσμενή θέση κ.α.

Η ΚΥΓ, θεωρείται ότι έχει τις ρίζες της στην Ιαπωνία, μέσω του κινήματος Teikei, το οποίο οργανώθηκε τη δεκαετία του ’70 από μητέρες που ανησυχούσαν για την ποιότητα της τροφής που σίτιζαν τα παιδιά τους[2]. Έτσι, συμφώνησαν με καλλιεργητές να προπληρώνουν τα προϊόντα τους, υπό την προϋπόθεση αυτά να είναι βιολογικά.

Εξαιτίας της ίδιας ανησυχίας για την ποιότητα της τροφής, το κίνημα αυτό εμφανίστηκε συγχρόνως και στην Ευρώπη, κυρίως την κεντρική, αργότερα κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στις ΗΠΑ, όπου υιοθετήθηκε και ο όρος Κοινοτικά Υποστηριζόμενη Γεωργία. Στη Γαλλία εμφανίστηκε το 2000, με τη μορφή των δικτύων AMAP,  ενώ στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε μόλις το  2010-2011.

Κατά τον D. Bollier, η Κοινοτικά Υποστηριζόμενη Γεωργία αποτελεί ένα εκ των ποικίλων και πολύμορφων κοινωνικών κοινών, τα οποία αποτελούν το αποτέλεσμα της φυσικής τάσης των ανθρώπων προς τη συνεργασία[3].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανθοπούλου, Θ.. Παρταλίδου, Μ. (2015). Εναλλακτικά αγροτροφικά δίκτυα και νέες αλληλέγγυες εταιρικότητες μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Διερευνώντας την κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία, σελ. 13-23. 
  2. Καβουλάκος, Κάρολος-Ιωσήφ. Γρίτζας, Γιώργος (2015). Εναλλακτικοί Οικονομικοί και Πολιτικοί Χώροι, σελ. 35. ISBN 978-960-603-254-7. 
  3. Bollier, David (2016). ΚΟΙΝΑ Μία σύντομη εισαγωγή, σελ. 180-185. ISBN 978-618-82665-3-7.