Κλίμακες αξιολόγησης της κατάστασης υγείας: επιπέδου λειτουργικότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ταξινόμηση της Λειτουργικότητας, Αναπηρίας και Υγείας (The International Classification of Functioning, Disability and Health, ICF), για τη μέτρηση του επιπέδου λειτουργικότητας πρέπει να αξιολογηθούν τρία επίπεδα της ανθρώπινης λειτουργικότητας. Το πρώτο επίπεδο αναφέρεται σε πιθανά δομικά προβλήματα και αλλοιώσεις στη λειτουργικότητα του σώματος [1], όπως για παράδειγμα, κατάγματα οστών και πόνος [2]. Το δεύτερο επίπεδο αφορά στην αξιολόγηση πιθανών περιορισμών στη δραστηριότητα [1], όπως περιορισμοί στην κίνηση [2]. Τέλος, το τρίτο επίπεδο αφορά στην ικανότητα συμμετοχής σε δραστηριότητες, εργασιακές, φιλικές [1], ψυχαγωγικές [2].

Κλίμακες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρακάτω γίνεται αναφορά σε γενικές κλίμακες αξιολόγησης του επιπέδου λειτουργικότητας και της κατάστασης της υγείας, οι οποίες δεν επικεντρώνονται σε κάποια συγκεκριμένη ασθένεια ή ηλικιακή ομάδα.

Short-Form-36 Health Survey- Rand-36[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για γενικό δείκτη αξιολόγησης της κατάστασης της υγείας, που προορίζεται για χρήση σε πληθυσμιακές έρευνες και μελέτες αξιολόγησης της υγειονομικής πολιτικής. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με κλίμακες για συγκεκριμένες ασθένειες, για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων στην κλινική πράξη και έρευνα [3]. Επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να συγκριθεί η κατάστασης της υγείας ασθενών με διαφορετικές παθήσεις και με το γενικό πληθυσμό [4]. Η έκδοση Rand-36 διαφέρει από την SF-36 μόνο στον τρόπο βαθμολόγησης [5] και παρέχεται δωρεάν μέσω διαδικτύου [6]. Περιέχει 36 θέματα που αξιολογούν 8 διαστάσεις: σωματική λειτουργικότητα, περιορισμοί ρόλου λόγω σωματικών προβλημάτων υγείας, σωματικός πόνος, κοινωνική λειτουργικότητα, γενική ψυχική υγεία, ψυχολογική δυσφορία και ευημερία, περιορισμοί ρόλου λόγω συναισθηματικών προβλημάτων, ζωτικότητα, ενέργεια ή κόπωση και αντιλήψεις για τη γενική υγεία. Συμπληρώνεται από τον ίδιο τον ασθενή σε διάρκεια 5-10 λεπτών, ή από άλλο πρόσωπο, όπως γιατρό ή νοσηλευτή [3]. Η τυποποιημένη μορφή της αναφέρεται στις προηγούμενες 4 εβδομάδες, ενώ υπάρχει και έκδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη μια εβδομάδα (“acute form”) και χορηγείται επαναλαμβανόμενα σε εβδομαδιαία βάση. Είναι κατάλληλη για άτομα άνω των 14 ετών [4]. Επιπλέον, έχει μεταφραστεί και στην ελληνική γλώσσα [7].

Όσον αφορά τους περιορισμούς της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλο εργαλείο για ατομική χρήση με ασθενείς, λόγω του ότι παρουσιάζει χαμηλή δυνατότητα ανίχνευσης της αλλαγής και συγκεκριμένα της επιδείνωσης. Ακόμη, περιέχει ακατάλληλες ερωτήσεις για ηλικιωμένους, όπως ερωτήσεις που αναφέρονται στην εκτέλεση έντονων δραστηριοτήτων (π.χ. τρέξιμο) ή εργασίας [4].

SF-12[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελεί συντομευμένη μορφή του SF-36 και χρησιμοποιείται σε έρευνες μεγάλης κλίμακας, καθώς αποτελεί ευρείας έκτασης κλίμακα αλλά αρκετά σύντομη για πρακτική χρήση. Αξιολογεί δύο διαστάσεις, τη σωματική και την ψυχική υγεία. Συμπληρώνεται από τον ασθενή σε λιγότερο από 2 λεπτά. Περιορισμό αποτελεί το ότι δεν είναι κατάλληλη για χρήση σε ηλικιωμένους, καθώς δεν περιέχει ερωτήσεις σχετικά με τη μνήμη και τη γνωστική λειτουργία [3]. Ακόμη, η κλίμακα αυτή έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα [8].

Nottingham Health Profile (NHP)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μια κλίμακα που χρησιμοποιείται στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, σε επιδημιολογικές μελέτες, σε έρευνες που αξιολογούν την ανάγκη για περίθαλψη και σε κλινικές δοκιμές, για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων. Αξιολογεί τα αντιλαμβανόμενα σωματικά, κοινωνικά και συναισθηματικά προβλήματα υγείας. Πιο συγκεκριμένα, αξιολογεί την αλλαγή στην κατάσταση της υγείας με το πέρασμα του χρόνου και διερευνά τις αποκλίσεις από την φυσιολογική λειτουργικότητα, λόγω της επίδρασης της ασθένειας. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελείται από 38 θέματα που ομαδοποιούνται σε 6 τμήματα: σωματικές ικανότητες, πόνος, ύπνος, κοινωνική απομόνωση, συναισθηματικές αντιδράσεις, επίπεδο ενέργειας. Το δεύτερο μέρος περιέχει θέματα που αξιολογούν την επίδραση των προβλημάτων υγείας στην εργασία, τις δουλειές του σπιτιού, τις προσωπικές σχέσεις, τη κοινωνική ζωή, τη σεξουαλική ζωή, τα χόμπι και τις διακοπές. Το δεύτερο μέρος είναι προαιρετικό επειδή κάποιες ερωτήσεις, που αναφέρονται στην εργασία ή τη σεξουαλική ζωή, μπορεί να μην ισχύουν για όλα τα άτομα. Συμπληρώνεται από τον ασθενή σε δέκα περίπου λεπτά και οι απαντήσεις είναι της μορφής «ναι-όχι» [3]. Η κλίμακα έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, κατάλογος των οποίων είναι διαθέσιμος στο διαδίκτυο [9], ανάμεσα στις οποίες και η ελληνική [10].

Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα της είναι η απλότητα της, η ευρεία κάλυψη και το γεγονός ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συγκριθεί η επίδραση μιας ασθένειας με την επίδραση άλλων ασθενειών ή με τον γενικό πληθυσμό [4]. Όσον αφορά τους περιορισμούς, θεωρείται υπερβολικά μεγάλη ως εργαλείο ανίχνευσης δυσλειτουργίας [11] και ακατάλληλη για έρευνες και για ανθρώπους με ήπιες δυσλειτουργίες [12], καθώς παρουσιάζει το «φαινόμενο οροφής» (“ceiling effect”) [13][14]. Λόγω αυτού του φαινομένου θεωρείται περισσότερο κατάλληλη κλίμακα για πληθυσμούς που είναι πιθανό να υπάρχουν άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία (π.χ. ηλικιωμένοι). Ακόμη, η κλίμακα αυτή είναι λιγότερο ευαίσθητη στην ανίχνευση αλλαγής σε σχέση με άλλα εργαλεία [3].

Sickness Impact Profile (SIP)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλίμακα αυτή χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων της θεραπείας, σε έρευνες για την υγεία, στο σχεδιασμό προγραμμάτων και στη διαμόρφωση πολιτικής για την υγεία, καθώς και για την παρακολούθηση της προόδου των ασθενών και σημειώνει τις αλλαγές στη συμπεριφορά ενός ατόμου λόγω της ασθένειας. Περιέχει 136 θέματα και αξιολογεί τρεις διαστάσεις σε 12 κατηγορίες. Η πρώτη διάσταση είναι η σωματική λειτουργικότητα και αξιολογείται η βάδιση, η κινητικότητα και η φροντίδα του σώματος. Η δεύτερη διάσταση είναι η ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα, στην οποία αξιολογείται η επικοινωνία, η συμπεριφορά εγρήγορσης, η συναισθηματική συμπεριφορά και η κοινωνική αλληλεπίδραση. Η τρίτη διάσταση αφορά ανεξάρτητες κατηγορίες που αναφέρονται στον ύπνο και την ξεκούραση, στο φαγητό, στην εργασία, στη διαχείριση του νοικοκυριού και στην αναψυχή [3].

Επίσης, υπάρχει συντομευμένη μορφή της κλίμακας, SIP-68, η οποία αξιολογεί έξι διαστάσεις: σωματική αυτονομία, έλεγχο κινητικότητας, επικοινωνία, κοινωνική συμπεριφορά, συναισθηματική σταθερότητα και εύρος κινητικότητας [15].

Συμπληρώνεται από τον ασθενή και απαιτούνται 20-30 λεπτά για την ολοκληρωμένη έκδοση, ενώ 15-20 λεπτά για τη συντομευμένη. Οι ασθενείς επιλέγουν τα θέματα που τους αντιπροσωπεύουν, αναφερόμενοι στο σήμερα. Πλεονέκτημα για τη συγκεκριμένη κλίμακα είναι το ότι επικεντρώνεται στη συμπεριφορά [4], η οποία σε αντίθεση με τα συναισθήματα είναι παρατηρήσιμη και μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά και η μέτρηση της επηρεάζεται λιγότερο από πολιτισμικές προκαταλήψεις. Έτσι, η κλίμακα αυτή είναι εφαρμόσιμη σε πολιτισμούς με διαφορετική κουλτούρα. Ένας από τους περιορισμούς της κλίμακας είναι ότι είναι χρονοβόρα. Επιπλέον, η έμφαση στη συμπεριφορά μπορεί να περιορίσει την ευαισθησία της κλίμακας στην αλλαγή, καθώς η συμπεριφορά δεν είναι ευαίσθητη σε μικρές αλλαγές [3]. Ακόμη εστιάζει σε σοβαρά επίπεδα δυσλειτουργίας και λόγω του φαινομένου οροφής είναι λιγότερο ικανή σε σχέση με άλλα εργαλεία να αποδείξει βελτίωση στη λειτουργικότητα και να εντοπίσει ήπια επίπεδα δυσλειτουργίας [3][4]. Περισσότερα στοιχεία για την κλίμακα είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο [16].

Functional Independence Measure (FIM)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλίμακα FIM αξιολογεί την ποιότητα των καθημερινών δραστηριοτήτων σε άτομα με αναπηρία [17]. Χρησιμοποιείται για να αξιολογήσει την πρόοδο των ασθενών και τα αποτελέσματα της θεραπείας αποκατάστασης. Εφαρμόζεται σε ασθενείς όλων των ηλικιών και διαγνώσεων και έχει υιοθετηθεί ευρέως από κέντρα αποκατάστασης. Εστιάζει στη φροντίδα που απαιτείται ανάλογα με το επίπεδο της αναπηρίας του ασθενούς [3].

Περιλαμβάνει 18 θέματα που αξιολογούν τη βοήθεια που απαιτείται για ένα άτομο με αναπηρία, ώστε να εκτελέσει βασικές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα [17]. Συγκεκριμένα αξιολογείται η ανεξαρτησία στην αυτο-φροντίδα, ο έλεγχος των σφικτήρων, η κινητικότητα, η μετακίνηση, η επικοινωνία και η γνωστική λειτουργία. Ακόμη αξιολογείται η κοινωνική αλληλεπίδραση, η επίλυση προβλημάτων και η μνήμη [3]. Καθώς, οι κινητικές και οι γνωστικές διαστάσεις που αξιολογούνται, ισχύουν για ένα ευρύ φάσμα διαταραχών, παρέχουν έτσι ένα μέσο για να συγκριθούν τα μοτίβα αναπηρίας ανάμεσα σε ετερογενείς ομάδες ασθενών [18].

Η κλίμακα συμπληρώνεται μέσω παρατήρησης ή συνέντευξης του ασθενούς ή με την εξέταση του ιατρικού φακέλου και χρειάζονται 30 λεπτά για τη χορήγηση και τη βαθμολόγηση της. Η βαθμολόγηση αξιολογεί το ποσό της βοήθειας που χρειάζεται ένας ασθενής. Συγκεκριμένα, για κάθε στοιχείο διακρίνονται δύο επίπεδα ανεξάρτητης λειτουργίας: η πλήρης ανεξαρτησία και η τροποποιημένη ανεξαρτησία, όταν η δραστηριότητα γίνεται με κάποια καθυστέρηση, με κίνδυνο για την ασφάλεια ή με χρήση βοηθητικών συσκευών. Ακόμη, δύο επίπεδα εξάρτησης αναφέρονται στην παροχή βοήθειας: τροποποιημένη εξάρτηση, όταν ο βοηθός προσφέρει λιγότερη από τη μισή προσπάθεια που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η δραστηριότητα και πλήρης εξάρτηση, όταν ο βοηθός παρέχει περισσότερη από τη μισή προσπάθεια [3].

Επιπλέον, υπάρχει έκδοση της κλίμακας για παιδιά από 6 μηνών έως 7 ετών, που περιλαμβάνει 18 θέματα τα οποία καλύπτουν 6 διαστάσεις. Συμπληρώνεται μέσω παρατήρησης του παιδιού ή συνέντευξης του γονιού [19][20].

Ένας από τους περιορισμούς της κλίμακας είναι ότι πολλοί ασθενείς επιτυγχάνουν μέγιστες βαθμολογίες λόγω του φαινομένου της οροφής. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος ο Hall (1996) πρότεινε την κλίμακα Functional Assessment Measure (FAM), η οποία επεκτείνει το φάσμα της δυσκολίας. Περιλαμβάνει τα θέματα της FIM, αλλά προσθέτει και 12 νέα θέματα που καλύπτουν κυρίως πτυχές της γνωστικής λειτουργίας, όπως κοινοτική ενσωμάτωση, συναισθηματική κατάσταση, προσανατολισμό, προσοχή, δεξιότητες ανάγνωσης και γραφής και απασχόληση [13]. Ένας ακόμη περιορισμός αφορά στο ότι οι διαστάσεις της γνωστικής και κοινωνικής επικοινωνίας μπορεί να παρουσιάσουν χαμηλή ευαισθησία. Ακόμη όταν μια αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει, ο ασθενής βαθμολογείται ως άτομο με αναπηρία, κάτι που μερικές φορές δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική κατάστασή του [3].

Στους παρακάτω πίνακες αναφέρονται ονομαστικά γενικές κλίμακες αξιολόγησης του επιπέδου λειτουργικότητας, κλίμακες που επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες ασθένειες και κλίμακες που έχουν προσαρμοστεί στην ελληνική γλώσσα.

Πίνακας 1, Γενικές κλίμακες αξιολόγησης της λειτουργικότητας

General Health Questionnaire
Health Assessment Questionnaire (HAQ)
Duke Health Profile (DUKE)
Functional Status Questionnaire
COOP Charts for Primary Care Practices
Mc Master Health Index Questionnaire
Health Utilities Index
OARS Multidimensional Functional Assessment Questionnaire
EuroQol EQ-5D Quality of Life Scale

Πληροφορίες για τις συγκεκριμένες κλίμακες υπάρχουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο [21].

Πίνακας 2 Κλίμακες αξιολόγησης της λειτουργικότητας προσανατολισμένες σε συγκεκριμένη ασθένεια

ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ
Arthritis Impact Measurement Scales (AIMS2)
ΚΑΡΚΙΝΟΣ
Functional Living Index—Cancer
The Functional Assessment of Cancer Therapy (FACT-G)
EORTC-QLQ-C30
ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ
MacNew Questionnaire
Seattle Angina Questionnaire
Kansas City Cardiomyopathy Questionnaire
Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire
ΑΓΓΕΙΑΚΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Modified Rankin Scale (mRS)
Barthel Index
ΟΣΦΥΑΛΓΙΑ
Ronald Morris Disability Questionnaire (RMDQ)
Oswestry Disability Index (ODI)

Πληροφορίες για τις συγκεκριμένες κλίμακες υπάρχουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο [21][22][23][24]

Πίνακας 3, Κλίμακες αξιολόγησης κατάστασης υγείας και επιπέδου λειτουργικότητας προσαρμοσμένες στην ελληνική γλώσσα

SF-36
SF-12
Nottingham Health Profile
General Health Questionnaire
EuroQol EQ-5D Quality of Life Scale
Arthritis Impact Measurement Scales (AIMS2)
Functional Living Index—Cancer
The Functional Assessment of Cancer Therapy (FACT-G)
EORTC-QLQ-C30
McNew Questionnaire
Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire
Modified Rankin Scale (mRS)
Barthel Index
Ronald Morris Disability Questionnaire (RMDQ)
Oswestry Disability Index (ODI)

Πληροφορίες για τις συγκεκριμένες κλίμακες υπάρχουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο [21][22][23][24].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stucki, G. (2005). «International Classification of Functioning, Disability, and Health (ICF). A Promising Framework and Classification for Rehabilitation Medicine.». American Journal of Physical Medicine & Rehabilitation 84: 733-740. doi:10.1097/01.phm.0000179521.70639.83. 
  2. Stucki, G.; Cieza, A., Melvin J. (2007). «The international classification of functioning, disability and health: A unifying model for the conceptual description of the rehabilitation strategy.». Journal of Rehabilitation Medicine 39 (4): 279-285. doi:10.2340/16501977-0041. 
  3. McDowell, I. (2006). Measuring Health. A Guide to Rating Scales and Questionnaires. New York: Oxford University Press. 
  4. Busija, L., Pausenberger, E., Haines, T. P., Haymes, S., Buchbinder, R. & Osborne, R. H. (2011). «Adult measures of general health and health-related quality of life: Medical Outcomes Study Short Form 36-Item (SF-36) and Short Form 12-Item (SF-12) Health Surveys, Nottingham Health Profile (NHP), Sickness Impact Profile (SIP), Medical Outcomes Study Short Form 6D (SF-6D), Health Utilities Index Mark 3 (HUI3), Quality of Well-Being Scale (QWB), and Assessment of Quality of Life (AQOL).». Arthritis Care Res 63: 383-412. doi:10.1002/acr.20541. 
  5. Hays, R. D., Sherbourne, C. D. & Mazel, R. M. (1993). «The rand 36-item health survey 1.0.». Health Economics: 217–227. doi:10.1002/hec.4730020305. 
  6. [www.rand.org www.rand.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  7. Pappa, E., Kontodimopoulos, N., & Niakas, D. (2005). «Validating and norming of the greek SF-36 health survey.». Quality of Life Research: An International Journal of Quality of Life Aspects of Treatment, Care & Rehabilitation 14 (5): 1433-1438. doi:10.1007/s11136-004-6014-y. 
  8. Kontodimopoulos, N., Pappa, E., Niakas, D., & Tountas, Y. (2007). «Validity of SF-12 summary scores in a greek general population.». Health and Quality of Life Outcomes 5 (55): 1-9. doi:10.1186/1477-7525-5-55. 
  9. [www.galen-research.com www.galen-research.com] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  10. Βιδάλης, Α., Συγγελάκης, Μ. (2000). «Αξιολόγηση της Ποιότητας Ζωής. Nottingham Health Profile (NHP)- Ελληνική έκδοση.». ΙΠΠOKPATEIA 4 (1): 39-42. 
  11. Kind P., & Carr-Hill R. (1987). «The Nottingham Health Profile: a useful tool for epidemiologists?». Social Science & Medicine 25: 905–910. 
  12. Hunt, S. M., & McKenna, S. P. (1992). «Validating the SF-36.». British Medical Journal 305: 645–646. 
  13. Hall, K. M., Mann, N., High, W. M., Wright, J., Kreutzer, J. S., & Wood, D. (1996). «Functional measures after traumatic brain injury: Ceiling effects of FIM, FIM+FAM, DRS, and CIQ.». The Journal of Head Trauma Rehabilitation 11 (5): 27-39. doi:10.1097/00001199-199610000-00004. 
  14. Baró, E., Ferrer, M., Vázquez, O., Miralles, R., Pont, A., Esperanza, A., . . . Alonso, J. (2006). «Using the nottingham health profile (NHP) among older adult inpatients with varying cognitive function.». Quality of Life Research: An International Journal of Quality of Life Aspects of Treatment, Care & Rehabilitation 15 (4): 575-585. doi:10.1007/s11136-005-3691-0. 
  15. De Bruin, A. F., Diederiks, J. P. M., De Witte, L. P., Stevens, F. C. J., & Philipsen, H. (1994). «The development of a short generic version of the sickness impact profile.». Journal of Clinical Epidemiology 47 (4). doi:10.1016/0895-4356(94)90162-7. 
  16. [www.rehabmeasures.org www.rehabmeasures.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  17. Ottenbacher, K. J., Hsu, Y., Granger, C. V., & Fiedler, R. C. (1996). «The reliability of the functional independence measure: A quantitative review.». Archives of Physical Medicine and Rehabilitation 77 (12): 1226-1232. doi:10.1016/S0003-9993(96)90184-7. 
  18. Stineman, M. G., Jette, A., Fiedler, R., & Granger, C. (1997). «Impairment-specific dimensions within the functional independence measure.». Archives of Physical Medicine and Rehabilitation 78 (6): 636-643. doi:10.1016/S0003-9993(97)90430-5. 
  19. Sperle, P. A., Ottenbacher, K. J., Braun, S. L., Lane, S. J., & Nochajski, S. (1997). «Equivalence reliability of the functional independence measure for children (WeeFIM®) administration methods.». American Journal of Occupational Therapy 51 (1): 35-41. doi:10.5014/ajot.51.1.35. 
  20. McCabe, M. A., & Granger, C. V. (1990). «Content validity of a pediatric functional independence measure.». Applied Nursing Research 3 (3): 120-122. doi:10.1016/S0897-1897(05)80128-4. 
  21. [www.proquolid.org www.proquolid.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  22. [www.macnew.org www.macnew.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  23. [www.thoracic.org www.thoracic.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  24. [www.rmdq.org www.rmdq.org] Check |url= value (βοήθεια).  Missing or empty |title= (βοήθεια)