Κισσός (φυτό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κισσός (φυτό)
Άνθη, φύλλα και καρποί κισσού
Άνθη, φύλλα και καρποί κισσού
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Αστερίδες (Asteridae)
Τάξη: Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια: Αραλιίδες (Araliaceae)
Γένος: Κισσός (Hedera)
L.
Είδη

Δείτε κείμενο

Κισσός η έλιξ σε κορμό δέντρου

Ο κισσός είναι γένος φυτών της οικογένειας Αραλιίδες (Araliacae) και ανήκει στην τάξη των σκιαδανθών (Umbelliferae) ή σελινωδών (Apiales). Το γένος κισσός (Hedera) περιλαμβάνει 2, ή σύμφωνα με άλλες ταξινομήσεις, 5 , 6 ή 16[1] είδη, ιθαγενή της Βόρειας Αφρικής, των Καναρίων νήσων , της Ευρώπης και της Ασίας. Το γνωστότερο στην Ελλάδα είναι το καλλιεργούμενο αλλά και αυτοφυές είδος Κισσός η έλιξ (Hedera helix), κοινά κισσός.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι αειθαλής θάμνος, μακρόβιος, αναρριχώμενος ή έρπων και σπάνια δενδρύλλιο. Τα φύλλα του είναι τοποθετημένα εναλλάξ, με μακρύ μίσχο, ωοειδή, τριγωνικά, ρομβοειδή και καρδιόσχημα. Συχνά εμφανίζουν το φαινόμενο της ετεροφυλλίας. Αυτό σημαίνει ότι πάνω στο ίδιο φυτό υπάρχουν φύλλα με διαφορετικό σχήμα (ρομβοειδή και τρίλοβα ή πεντάλοβα). Ο αναρριχώμενος κισσός δημιουργεί μικρές εναέριες ρίζες (τις λεγόμενες απτικές ρίζες) , που συντελούν στη συγκράτηση του φυτού κατά την αναρρίχηση σε διάφορα υποστηρίγματα. Τα άνθη του είναι διγενή με 5 σέπαλα, 5 πέταλα, 5 στήμονες και πεντάχωρη ωοθήκη. Είναι διαταγμένα σε σφαιρικά σκιάδια, που μπορεί να είναι απλά ή να ενώνονται σε σύνθετες ταξιανθίες. Τα άνθη του δίνουν γύρη μέτριας αξίας και μέλι λευκό αρωματικό [2] που κρυσταλλώνει γρήγορα. Ο καρπός είναι ράγα, συνήθως μελανού χρώματος, με 2-5 σπέρματα.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το γνωστό είδος Hedera helix το γένος περιλαμβάνει και τα ακόλουθα είδη:

  • Hedera algeriensis (Κισσός ο αλγεριανός)
  • Hedera azorica (Κισσός ο αζορικός)
  • Hedera canariensis (Κισσός ο κανάριος). Είδος ιθαγενές των Καναρίων νήσων και της βορείου Αφρικής. Πολυετές, αναρριχώμενο, αειθαλές φυτό, αναπτύσσει ύψος μέχρι και 30 μέτρα, με πλατιά (5-20 εκ.), βαθυπράσινα , γυαλιστερά, λεία φύλλα. Τα άνθη του είναι πρασινωπά και οι ώριμοι καρποί του σφαιρικοί, μαύρου χρώματος. Χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό.
  • Hedera colchica (Κισσός ο κολχικός). Απαντά αυτοφυής στην Εγγύς και Μέση Ανατολή. Είναι φυτό αειθαλές, αναρριχώμενο με ύψος που φτάνει και τα 40 μέτρα, είδος μακρόβιο, ζει μέχρι τα 400 χρόνια. Προτιμά υγρά αλλά καλά στραγγιζόμενα, αλκαλικά εδάφη. Οι καρποί του προσφέρονται ως τροφή για πολλά είδη πτηνών.
  • Hedera cypria (Κισσός ο κύπριος). Είναι φυτό ενδημικό της Κύπρου. Όπως σχεδόν όλα τα είδη κισσού, ο κισσός ο κύπριος είναι αειθαλές, αναρριχώμενο φυτό με αργή ανάπτυξη. Μπορεί να φτάσει μέχρι και τα είκοσι μέτρα ύψος, παρουσία κάθετων επιφανειών όπου μπορεί να αναρριχηθεί. Ελλείψει κάθετης επιφάνειας μπορεί να εξαπλωθεί οριζόντια. Η αναρρίχηση επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ειδικών ριζιδίων, των απτικών ριζών, οι οποίες το στερεώνουν στο υπόστρωμα. Συναντάται συχνότερα σε υψόμετρο πάνω από 500 μέτρα, κυρίως σε βραχώδεις και σκιερές, υγρές περιοχές. Μοιάζει πολύ με το υποείδος Hedera helix subsp. poetarum που φέρει χρυσοκίτρινους καρπούς . Ο κισσός ο κύπριος έχει πάντοτε καρπούς μαύρου χρώματος.
  • Hedera hibernica (Κισσός ο ιουερνικός). Ο ιρλανδικός ή ατλαντικός κισσός. Είδος ιθαγενές της Ιρλανδίας απ΄ όπου πήρε και το όνομά του. Για τους Ρωμαίους Hibernia ήταν η χώρα που οι Έλληνες αποκαλούσαν Ιουερνία ή Ιέρνη,[3] δηλαδή η σημερινή Ιρλανδία. Το είδος αυτό απαντάται κατά μήκος των ατλαντικών ακτών της Ευρώπης από την Πορτογαλία μέχρι και τις ακτές της Βαλτικής θάλασσας. Είναι φυτό αειθαλές, αναρριχώμενο, με ύψος που μπορεί να φτάσει και τα 30 μέτρα. Φύεται κατά προτίμηση σε ηλιόλουστες ή ημισκιαζόμενες θέσεις αλλά μπορεί να αναπτυχθεί και σε σκιερά μέρη. Αντέχει σε θερμοκρασίες μέχρι -17 βαθμών Κελσίου. Όλα τα μέρη του φυτού είναι ελαφρώς δηλητηριώδη. Ο ιρλανδικός κισσός έχει εξαπλωθεί και στις ανατολικές ακτές της Β. Αμερικής με ήπιους χειμώνες και προκαλεί προβλήματα λόγω της επιθετικότητάς του και της έλλειψης άμυνας των τοπικών φυτών κατά του εισβολέα.
  • Hedera iberica (Κισσός ο ιβηρικός)
  • Hedera maroccana (Κισσός ο μαροκινός)
  • Hedera nepalensis (Κισσός ο νεπαλικός). Ο κισσός των Ιμαλαϊων. Το είδος αυτό απαντάται στο Νεπάλ, Ινδία, Κίνα, Βιετνάμ, Αφγανιστάν σε υψόμετρο από 1000 μέχρι 3000 μέτρα. Είναι ανθεκτικό σε θερμοκρασίες μέχρι και 12 βαθμών υπό το μηδέν. Μπορεί να φτάσει τα τριάντα μέτρα σε ύψος, φέρει φύλλα απλά που κυμαίνονται από 2 μέχρι 15 εκατοστά. Τα άνθη του είναι κίτρινα και οι καρποί του μελανόχρωμοι. Φύεται ως επί το πλείστον σε υγρές, σκιερές θέσεις. Όλα τα μέρη του φυτού είναι δηλητηριώδη λόγω των σαπωνινών που περιέχουν. Προκαλεί ερεθισμό του δέρματος, των ματιών καθώς επίσης και γαστρεντερικές διαταραχές.
  • Hedera pastuchowii (Κισσός του Παστουχόφ). Συναντάται στον ανατολικό Καύκασο. Αναρριχώμενο, αειθαλές φυτό, ελλείψει κάθετων επιφανειών για αναρρίχηση δύσκολα εξαπλώνεται οριζόντια σε αντίθεση με άλλα είδη κισσού. Περιλαμβάνεται στην κόκκινη λίστα απειλούμενων ειδών του Αζερμπαϊτζάν και της Ρωσίας λόγω της συνεχούς μείωσης των ατόμων του.
  • Hedera rhombea (Κισσός ο ρομβοειδής). Πολυετές, αειθαλές φυτό. Το είδος αυτό απαντάται στις ακτές της ανατολικής Ασίας, στην Ιαπωνία και την Κορέα. Φτάνει τα δέκα μέτρα σε ύψος αλλά μπορεί να καλύψει και οριζόντιες επιφάνειες. Αναρριχάται με τη βοήθεια απτικών ριζών. Τα στελέχη του είναι δηλητηριώδη. Τα φύλλα του είδους αυτού έχουν σχήμα ρόμβου απ΄ όπου και η ονομασία του, είναι βαθυπράσινα και γυαλιστερά. Φέρει κιτρινοπράσινα άνθη διαμέτρου 4-5 χιλιοστών. Οι καρποί του είναι σφαιροειδείς, μαύρου χρώματος. Χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό.
  • Hedera sinensis (Κισσός ο σινικός)
  • Hedera taurica (Κισσός ο ταυρικός)
Φύλλα και άνθη του κισσού του κολχικού

Ο κισσός μπορεί να αναπτυχθεί σε μεγάλο εύρος περιβαλλοντικών συνθηκών, όμως αναπτύσσεται καλύτερα σε ημισκιαζόμενες και σκιασμένες θέσεις, σε μέτρια υγρά, καλά στραγγιζόμενα, ουδέτερα ή αλκαλικά εδάφη. Οι κισσοί φυτεύονται για να αναρριχηθούν σε πέργολες, φράχτες και τοίχους [4]. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για κάλυψη εδαφών.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κισσός ήταν γνωστός στην Ελλάδα από την εποχή του Ομήρου και ονομαζόταν «Διονύσιον», επειδή ήταν αφιερωμένος στο θεό Διόνυσο. Οι αρχαίοι Έλληνες στεφάνωναν με κισσό τα αγάλματα του Διονύσου, τους ποιητές και τους πότες, επειδή τον θεωρούσαν σύμβολο της αθανασίας και αντίδοτο για τον πονοκέφαλο από τη μέθη. Σε ορισμένες τελετές έδιναν στο Διόνυσο και το επώνυμο «Κισσός», επειδή όταν ήταν μωρό του φορούσαν [5] ένα στεφάνι από κισσό.

Κισσός ο κανάριος

Εκτεταμένες αναφορές στον κισσό κάνει ο Θεόφραστος στο έργο Περί Φυτών Ιστορίαι, καθώς επίσης και ο Διοσκουρίδης, που τον θεωρεί πανάκεια για πολλές ασθένειες. Ο Θεόφραστος περιγράφει λεπτομερώς και ακριβέστατα τον κισσό. Μεταξύ άλλων τον χαρακτηρίζει φυτόν αείφυλλον, θαμνώδες, αποδενδρούμενον, αερόρριζον, οψίκαρπον, φιλόψυχρον, έμβιον, επαλληλόκαυλον… Αναφέρει επίσης ότι ο κισσός είναι πολυειδής, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Τρία δε ουν φαίνεται τα μέγιστα, ο τε λευκός και ο μέλας, και τρίτον η έλιξ… η δε έλιξ εν μεγίσταις διαφοραίς… και ο κιττός, όταν άρχηται σπερμούσθαι μετέωρον έχει και ορθόν τον βλαστόν. Πολύρριζος μεν ουν άπας κιττός, συνεστραμμένος ταις ρίζαις και παχείαις…παραφύεται πάσι τοις δένδροις και αφαυαίνει παραιρούμενος την τροφήν. Λαμβάνει δε μάλιστα πάχος ούτος και αποδενδρούται και γίνεται αυτό καθ΄ αυτό κιττού δένδρον…»[6]

Καρποί του είδους κισσός η έλιξ

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φυτολογία, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Εκδ. Αθηνών, σελ. 146.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τhe Plant list, Hedera
  2. «Κισσός ή Μπρούσκλια», Κόκκινη Μέλισσα, Μελισσοκομία Πηλίου (30 Σεπτεμβρίου 2007)
  3. Θησαυρός της Ελληνικής γλώσσης (Thesaurus graecae linguae) Henricus Stephanus, τ. 4, σελ. 534.
  4. [1]
  5. [2]
  6. Γεννάδιος, Λεξικόν φυτολογικόν, Αθήνα 1914