Κεφαλληνιακή ελάτη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κεφαλληνιακή ελάτη
Κεφαλληνιακή ελάτη
Κεφαλληνιακή ελάτη
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Κωνοφόρα (Pinophyta)
Ομοταξία: Πευκόψιδα (Pinopsida)
Τάξη: Πευκώδη (Pinales)
Οικογένεια: Πευκοειδή (Pinaceae)
Γένος: Ελάτη (Abies)
Είδος: A. cephalonica
Διώνυμο
Abies cephalonica (Ελάτη η κεφαλληνιακή)
Loudon
Abies cephalonica
Ύψος
15-25 μ.
Ανθοφορία
Μάιος-Ιούνιος
Υψόμετρο ανάπτυξης
650-1800 μ.
Χρώμα φυλλώματος
Σκούρο πράσινο
Χρώμα κορμού
Γκρίζο-καφέ
Έδαφος
Βαθιά και υγρά εδάφη

Η Κεφαλληνιακή Ελάτη (επιστ. Abies cephalonica - Ελάτη η κεφαλληνιακή) είναι ένα από τα τρία είδη ελάτης που συναντάμε στην Ελλάδα και αποτελεί ενδημικό είδος της χώρας. Φύεται στα βουνά της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας και της δυτικής Θεσσαλίας και σποραδικά μέχρι την ανατολική Ήπειρο, τον Όλυμπο και τον Άθωνα. Ενώ επίσης συναντάται στο νησί της Κεφαλλονιάς όπου, λόγω γεωγραφικής απομόνωσης του νησιού, το είδος εκεί έχει παραμείνει αμιγές. Το όνομα Abies cephalonica δόθηκε από τον Άγγλο Βοτανικό J.W. Loudon το 1838, όταν το διέκρινε ως διαφορετικό είδος ελάτης, στην Κεφαλονιά[1]. Στους ειδικούς έγινε γνωστό από τα σπέρματα που έστειλε το 1824 στην Αγγλία ο κυβερνήτης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας Τσαρλς Τζέιμς Ναπιέρ (Charles James Napier). Τα σπέρματα καλλιεργήθηκαν και το δέντρο πήρε την ονομασία του το 1838 από τον Τζον Κλόουντιας Λάουντον (Jonh Claudius Loudon).

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κεφαλληνιακή Ελάτη συναντάται σε υψόμετρα μεταξύ 650-1.800 μ. αλλά σχηματίζει πυκνές συστάδες σε υψόμετρα μεταξύ 800-1.600 μ. Προτιμά τα βαθιά και υγρά εδάφη, αλλά μπορεί και αναπτύσσεται και σε αβαθή ξηρότερα εδάφη. Είναι δέντρο που μπορεί να αναπτυχθεί και υπό σκιάν, είναι δηλαδή σκιανθεκτικό είδος ελάτης και μπορεί να αντέξει δυσκολότερες συνθήκες, όπως η ανομβρία και αυξημένη θερμοκρασία εδάφους. Ο κορμός του είναι ίσιος και όρθιος και έχει πυραμιδοειδή κόμη που φθάνει σε ύψος των 15-25 μ. και οι νεαροί βλαστοί του είναι καστανοπράσινοι και πιο λείοι. Τα βελονοειδή φύλλα σκουροπράσινου χρώματος είναι τοποθετημένα σε σπειροειδή διάταξη πάνω στον βλαστό.

Η άνθιση του δένδρου γίνεται τους μήνες Μάιο-Ιούνιο και έχει τα αρσενικά και θηλυκά άνθη του χωριστά πάνω στο ίδιο δένδρο, όπως και όλα τα έλατα άλλωστε. Οι αρσενικές ταξιανθίες έχουν χρώμα πορφυρό και οι θηλυκές είναι κιτρινωπές, δημιουργώντας αργότερα κυλινδρικού σχήματος, όρθιους κώνους (κουκουνάρια).

Η ρητίνη του δένδρου έχει φαρμακευτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται στην πρακτική ιατρική. Έχει πολύ ανθεκτικό ξύλο και χρησιμοποιούνταν ευρέως σε οικοδομικές και ναυπηγικές κατασκευές.

Τα δάση που σχηματίζει το είδος εντάσσονται στον, εθνικής σημασίας, τύπο οικοτόπου 91Β0 «Δάση ελληνικής ελάτης (Abies cephalonica[2].

Είναι γενικά ένα όμορφο και αρκετά κομψό δέντρο και για αυτό φυτεύεται συχνά σε πάρκα και δενδροστοιχίες ως καλλωπιστικό.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκδόσεις ΔΟΜΗ-ΕΛΛΑΔΑ, ειδική προσφορά της εφημερίδας "ΤΟ ΒΗΜΑ": Τόμος 51, Νομός Κεφαλληνίας, σελ. 51, "ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΕΛΑΤΟ".


  1. «Abies cephalonica». Βοτανική. http://votaniki.gr/xlorida/eidi/ksilodi-eidi-tis-elladas/abies-cephalonica/. Ανακτήθηκε στις 2018-03-31. 
  2. «Abies cephalonica». Βοτανική. http://votaniki.gr/xlorida/eidi/ksilodi-eidi-tis-elladas/abies-cephalonica/. Ανακτήθηκε στις 2018-03-31.