Καταθέσεις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Οι καταθέσεις ή αλλιώς λογαριασμός καταθέσεων ενός νομικού προσώπου είναι λογιστικές εγγραφές στα βιβλία μιας τράπεζας οι οποίες επιτρέπουν στον κάτοχο τους να κάνει αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων, καθώς και άλλες συναλλαγές και πληρωμές. Επίσης με τον όρο καταθέσεις εννοούμε το υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεων.

Το υπόλοιπο των καταθέσεων ενός προσώπου σε μια τράπεζα αποτελεί μια εγγραφή στους λογαριασμούς παθητικού της τράπεζας και πιο συγκεκριμένα στους λογαριασμούς υποχρεώσεων. Αποτελεί δηλαδή μια υποχρέωση (οφειλή) της τράπεζας πληρωτέα σε νόμισμα προς τον κάτοχο του λογαριασμού. Αντίστοιχα αποτελεί ένα περιουσιακό στοιχείο - ένα στοιχείο ενεργητικού - για τον δικαιούχο των καταθέσεων, αφού είναι χρήματα που τα έχει (ως καταθέσεις) και μπορεί να τα εισπράξει (ως μετρητά σε χαρτονόμισμα ή ως επιταγή), να τα χρησιμοποιήσει για πραγματοποίηση πληρωμών, κλπ.

Είδη Καταθέσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εμπορικές τράπεζες δέχονται καταθέσεις από ιδιώτες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιους οργανισμούς κ.τ.λ. Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες καταθέσεων:

  • Οι καταθέσεις όψεως και τρεχούμενοι λογαριασμοί, που διακινούνται συχνά με ατομικές επιταγές.
  • Οι καταθέσεις ταμιευτηρίου, που είναι η συνηθέστερη μορφή λογαριασμού και επιτρέπει την κατάθεση χρημάτων ή την ανάληψη, όποτε ο ενδιαφερόμενος το επιθυμεί.
  • Οι καταθέσεις προθεσμίας, που είναι μια μορφή κατάθεσης με χρονικό περιορισμό. Δηλαδή, ο καταθέτης μπορεί να αποσύρει τα χρήματα που έχει καταθέσει ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Αν τα αποσύρει νωρίτερα, χάνει ένα τμήμα του τόκου

Οι εμπορικές τράπεζες για να σωρεύουν καταθέσεις πληρώνουν στους καταθέτες μια αμοιβή, τον τόκο. Το επιτόκιο είναι το ποσό του τόκον, για κάθε 100 Ευρώ

που κατατίθενται για ένα ημερολογιακό έτος.

Τα επιτόκια διαφέρουν ανάλογα με το είδος των καταθέσεων. Τα υψηλότερα επιτόκια έχουν οι καταθέσεις προθεσμίας, ενώ τα χαμηλότερα οι καταθέσεις όψεως. Αυτό οφειλεται στο γεγονός ότι με τις καταθέσεις όψεως γίνονται πολύ συχνά συναλλαγές, που σημαίνει κόστος για την τράπεζα (απασχόληση υπαλλήλων, μηχανημάτων, κόστος επικοινωνίας κ.τ.λ.).

Διαφορές Ταμιευτηρίου και Τρεχούμενου Λογαριασμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκαν δύο διακριτοί τύποι προϊόντων είναι ότι είχαν σχεδιαστεί για να καλύπτουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες του πελάτη/δικαιούχου, ανάγκες οι οποίες λίγο-πολύ εκφράζονται και από το όνομα που δόθηκε στο κάθε προϊόν: το ταμιευτήριο προοριζόταν για να χρησιμεύει ως λογαριασμός στον οποίο ο δικαιούχος θα μπορούσε να αποταμιεύει χρήματα ενώ αντίθετα ο τρεχούμενος σχεδιάστηκε έτσι ώστε να χρησιμεύει ως εργαλείο του δικαιούχου για να πληρώνει τους λογαριασμούς του, να καλύπτει τις τρέχουσες ανάγκες του και να εκτελεί τις χρηματοοικονομικές του συναλλαγές. Στον αρχικό τους μάλιστα σχεδιασμό, τα βασικά χαρακτηριστικά των προϊόντων αυτών εξέφραζαν ακριβώς αυτή τη διαφοροποίηση: από τη μία, τα ταμιευτήρια προσέφεραν καλύτερα επιτόκια αλλά είχαν χρεώσεις κατά την εκτέλεση συναλλαγών ενώ οι τρεχούμενοι από την άλλη είχαν χαμηλότερα επιτόκια αλλά μηδενικές προμήθειες συναλλαγών.

Οι παραπάνω βασικές διαφορές τηρούνται ακόμα στις τράπεζες του εξωτερικού αλλά έχουν εκλείψει στις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα οι δύο τύποι λογαριασμών να διαθέτουν αντίστοιχα επιτόκια και μηδενικές επιβαρύνσεις για συναλλαγές.

Ουσιαστικά πλέον, οι δύο τύποι λογαριασμών διαφοροποιούνται σε δύο μονάχα σημεία: ο τρεχούμενος μπορεί να συνοδεύεται από μπλοκ επιταγών ενώ το ταμιευτήριο όχι. Επιπλέον, μόνο ο τρεχούμενος προσφέρει τη δυνατότητα υπερανάληψης (overdraft), ακόμα δηλαδή και αν ο λογαριασμός δε διαθέτει το απαιτούμενο υπόλοιπο, ο δικαιούχος μπορεί να τον χρεώσει για να εξοφλήσει οφειλές ή να κάνει ανάληψη. Εδώ βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι θα χρεώνονται τόκοι για όσο διάστημα ο λογαριασμός έχει αρνητικό υπόλοιπο