Καρλ Ότφριντ Μύλλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καρλ Ότφριντ Μύλλερ
Karl Otfried Müller Oesterley.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Karl Otfried Müller (Γερμανικά)
Γέννηση28  Αυγούστου 1797[1][2][3][4][5]
Μπζεγκ[6]
Θάνατος1  Αυγούστου 1840[1][7][2][3][4]
Αθήνα[6][8][9]
Τόπος ταφήςΚολωνός
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Πρωσίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςλατινική γλώσσα
αρχαία ελληνικά
Γερμανικά[10]
Εκπαίδευσηδιδακτορικό δίπλωμα
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο του Βρότσουαφ (1814–1816)
Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (1816–1818)
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακλασικός αρχαιολόγος
κλασικός φιλόλογος[11]
διδάσκων πανεπιστημίου
μυθογράφος
ιστορικός της κλασσικής αρχαιότητας
επιγραφολόγος
νομισματολόγος
κλασικιστής
ΕργοδότηςΠανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (από 1819)
Maria-Magdalenen-Gymnasium (1818–1819)
Οικογένεια
ΑδέλφιαEduard Müller
Julius Müller
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαcourt counsel (από 1832)
αναπληρωτής καθηγητής (1819–1823)
τακτικός καθηγητής (1823–1840)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

O Καρλ Ότφριντ Μύλλερ (γερμανικά: Karl Otfried Müller, 28 Αυγούστου 1797 – 1 Αυγούστου 1840) ή εκλατινισμένα ως Κάρολους Μύλλερ, ο Σιλέσιος (Carolus Müller Silecius),[α] ήταν Γερμανός λόγιος και κλασικιστής, ο οποίος εισήγαγε τη σύγχρονη μελέτη της ελληνικής μυθολογίας.[12]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην πόλη Μπριγκ της Σιλεσίας (σημερινό Μπζεγκ στην Πολωνία), η οποία την εποχή εκείνη αποτελούσε μέρος του Βασιλείου της Πρωσίας. Ο πατέρας του ήταν ιερέας στον πρωσικό στρατό,[13] και στο οικογενειακό περιβάλλον κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα του προτεσταντικού πιετισμού. Τα αδέρφια του ήταν ο Γιούλιους Μύλλερ (Julius Müller, θεολόγος) και ο Έντουαρντ Μύλλερ (Eduard Müller, φιλόλογος). Παρακολούθησε μαθήματα στο γυμνάσιο της πόλης, ενώ έλαβε την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση στο Μπρέσλαου (σημερινό Βρότσουαφ της Πολωνίας) και εν μέρει στο Βερολίνο, όπου του κίνησε το ενδιαφέρον η μελέτη της λογοτεχνίας, τέχνης και ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας υπό την επιρροή του κλασικιστή Άουγκουστ Μπεκ (August Bekk). Το 1817 εξέδωσε στα λατινικά τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο Aegineticorum liber[14] (Ελεύθερη Αίγινα, ή Επί της νήσου της Αιγίνης),[12] διορίστηκε καθηγητής στο Μπρέσλαου και το 1819 έγινε επίκουρος καθηγητής αρχαίας λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, με ειδικότητα στην αρχαιολογία και ιστορία της αρχαίας τέχνης. Μελέτησε βαθιά την αρχαία ελληνική τέχνη ταξιδεύοντας το καλοκαίρι του 1822 σε βιβλιοθήκες και ιδρύματα της Ολλανδίας, Αγγλίας και Γαλλίας.

Τα μνημεία του Μύλλερ (βάθος) και του Λενορμάν (έμπροσθεν) στον λόφο του Κολωνού

Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη κατά την εποχή του Διαφωτισμού, όπου η ελληνική μυθολογία θεωρούνταν παράδειγμα μιας παγκόσμιας θρησκείας στη γένεση της, ο Μύλλερ επικεντρώθηκε σε μια ουσιοκρατικού τύπου αντιμετώπιση της, η οποία στηριζόταν στη θεωρία, πως η μυθολογία αυτή ήταν το αποτέλεσμα των ανθρώπων της εποχής εκείνης και του χαρακτήρα τους,[15] ενώ σε γενικές γραμμές θεωρούσε πως ο πυρήνας του κάθε πολιτισμού παραμένει μοναδικός και αμετάβλητος, διαφωνώντας με τη θεωρία της επιρροής της αιγυπτιακής τέχνης στην ελληνική.[16]

Ο Μύλλερ αντιμετώπισε δυσκολίες κατά την εργασία του στο Γκέτινγκεν, καθώς την περίοδο εκείνη υπήρχαν πολιτικές αναταραχές, ως συνέπεια της ανάληψης των καθηκόντων του νέου βασιλιά του Αννόβερου Ερνέστου Αύγουστου Α΄ το 1837, οπότε δύο χρόνια αργότερα έφυγε από τη Γερμανία, διαχειμάζοντας αρχικά στην Ιταλία και κατόπιν ταξιδεύοντας στην Ελλάδα. Εξερεύνησε τα ερείπια των αρχαίων κτισμάτων στην Αθήνα, επισκέφτηκε πολλές τοποθεσίες στην Πελοπόννησο και τελικά κατέληξε στους Δελφούς όπου και ξεκίνησε ανασκαφές.[17]

Φωτογραφία από εκδήλωση μνήμης για τον Μύλλερ, 50 έτη μετά τον θάνατό του (Αθήνα, 1890)

Προσβλήθηκε από πυρετό και πέθανε στην Αθήνα το 1840. Ο τάφος του βρίσκεται στον λόφο του Κολωνού, δίπλα σε αυτόν του Γάλλου αρχαιολόγου Σαρλ Λενορμάν.[18][19] Η επιτύμβια στήλη του μνήματος του Μύλλερ,[β] που φέρει ανθέμιο στο ύφος των αρχαίων ταφικών μνημείων, είναι έργο του Χριστιανού Χάνσεν και έχει χαραγμένη την επιγραφή: ΚΑΡΟΛΟΣ ΟΔΟΦΡΗΔΟΣ ΜΥΛΛΕΡΟΣ, ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΕΝ ΒΡΙΓΗΙ ΤΗΣ ΣΙΛΕΣΙΑΣ, ΕΤΕΙ ,ΑΨΗΖ', ΑΠΕΘΑΝΕΝ ΑΘΗΝΗΣΙΝ, ΕΤΕΙ ,ΑΩΜ', ΙΟΥΛΙΟΥ Κ.[21]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στόχος του Μύλλερ ήταν να δημιουργήσει μια λεπτομερή περιγραφή της ελληνικής ζωής στο σύνολο της[13] και επιθυμούσε να καταγράψει τα αποτελέσματα των πολυετών ερευνών του στο magnum opus του με τίτλο Geschichten hellenischer Stämme und Städte (Ιστορία των ελληνικών φυλών και πόλεων). Ωστόσο από το φιλόδοξο αυτό έργο κατόρθωσε να συγγράψει μόνο 2 τόμους,[14] τον Orchomenos und die Minyer (Ορχομενός και Μινύες, 1820) και τον Die Dorier (Οι Δωριείς, 1824),[22] ο οποίος περιέχει και την έρευνα του με τίτλο Über die Makedonier (Σχετικά με τους Μακεδόνες), στην οποία ασχολήθηκε με τους οικισμούς, καταγωγή και πρώιμη ιστορία των Μακεδόνων. Ο Μύλλερ είχε την πεποίθηση πως το πολίτευμα της δημοκρατίας ευνοεί τη μεγάλη μάζα και μισεί τις διαφοροποιήσεις.[23] Παράλληλα καθιέρωσε ένα νέο επίπεδο ως προς την χαρτογραφική ακρίβεια των τοποθεσιών της αρχαίας Ελλάδας, ενώ το 1828 συνέγραψε μια μελέτη σχετικά με τις Ετρουσκικές αρχαιότητες με τίτλο Die Etrusker (Οι Ετρούσκοι).

Η πραγματεία του με τίτλο Prolegomena zu einer wissenschaftlichen Mythologie (Προλεγόμενα στην επιστημονική μυθολογία, 1825) έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική μελέτη των μύθων, μέσω της διασταύρωσής τους με λογοτεχνικές και ιστορικές πηγές, καθώς και μελετώντας τις διαφοροποιήσεις που μπορεί να εισήχθηκαν από συγγραφείς και ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Επιπλέον ασχολήθηκε με τη μελέτη της αρχαίας τέχνης στο Handbuch der Archäologie der Kunst (Εγχειρίδιο αρχαιολογίας της τέχνης, 1830) και το Denkmäler der alten Kunst (Μνημεία της αρχαίας τέχνης, 1832), το οποίο συνέγραψε με τον ιστορικό της τέχνης Κάρλ Έστερλαϊ τον πρεσβύτερο Carl Wilhelm Friedrich Oesterley). Το έργο αυτό επεκτάθηκε αργότερα και ολοκληρώθηκε από τον φιλόλογο Φρίντριχ Βίζελερ (Friedrich Wieseler).

Προτομή του Μύλλερ στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν

Το 1833 μετέφρασε τις Ευμενίδες του Αισχύλου συνοδεία εκτενών εισαγωγικών σχολίων, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κλασικιστή Γιόχαν Γκότφριντ Γιάκομπ Χέρμαν (Johann Gottfried Jakob Hermann) και των οπαδών του, οι οποίοι του επιτέθηκαν με ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική. Άλλες μεταφράσεις που έκανε ήταν του De lingua latina (Η λατινική γλώσσα, 1833) του Μάρκου Τερέντιου Βάρρωνα και του De significatione verborum (Η σημασία των λέξεων, 1839) του Σέξτου Πομπηίου Φέστου (Sextus Pompeius Festus).

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εργάστηκε για τη σύνταξη της ιστορίας της αρχαιοελληνικής γραμματείας, η οποία εκδόθηκε μεταθανάτια το 1841 με τον τίτλο Geschichte der griechischen Literatur bis auf das Zeitalter Alexanders (Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας έως την εποχή του Αλεξάνδρου). Το έργο αυτό μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά "εκ της Γερμανικής υπό Αριστείδου Κυπριανού", πρώτα το 1867-68[24] και κατόπιν το 1885, με βάση την "διασκευασθείσα εκ της, υπό του καθηγητού Emil Heintz, επεξεργασθείσης 4ης εκδόσεως, μετά σημειώσεων και προσθηκών υπό Εμμανουήλ Γαλάνη", ως: Κάρολος Οδοφρ. Μύλλερος, Ιστορία της ελληνικής φιλολογίας.[25][26]

Οι μέλετες του Μύλλερ είχαν άμεση επίδραση στη διαμόρφωση και προώθηση της αρχαιολογίας ως επιστημονικού αντικειμένου στο νεοσύστατο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ο πρώτος καθηγητής της έδρας το 1837 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (τότε Οθώνειον), Λουδοβίκος Ρος συνέγραψε το σύγγραμμά του, Εγχειρίδιον της αρχαιολογίας των τεχνών (1841), ως διασκευή της ομότιτλης μελέτης του 1830 του Μύλλερ. Η αποδοχή του Μύλλερ από την ελληνική κοινωνία της εποχής ήταν καθολική και αφορούσε τόσο τον επιστήμονα, όσο και τον άνθρωπο: ο αιφνίδιος θάνατός του λίγους μήνες αφότου είχε πατήσει το πόδι του στη Ελλάδα, τον ανύψωσε άμεσα σε μια από τις σπουδαίες μορφές στο πάνθεον του φιλελληνισμού.[27]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. Carolus Mueller Silecius (1817). Aegineticorum liber (στα Λατινικά). Βερολίνο: Reimer. Ανακτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2016. 
  2. O αρχικός προγραμματισμός προέβλεπε μεγαλοπρεπές, μεγάλης κλίμακας ταφικό οικοδόμημα. Ο σχεδιασμός του ανατέθηκε το 1842 από το Ελληνικό κράτος στον Σάουμπερτ, αλλά μάλλον λόγοι οικονομικοί ματαίωσαν την κατασκευή του.[20]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Karl-Otfried-Muller. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 KNAW Past Members. PE00001997. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. muller-karl-otfried. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. 135758787.
  6. 6,0 6,1 www.britannica.com/EBchecked/topic/396874/Karl-Otfried-Muller.
  7. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb135758787. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  8. www.coinsweekly.com/en/Archive/8?&id=787&type=n.
  9. faculty.education.illinois.edu/westbury/paradigm/john_lei.pdf.
  10. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb135758787. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  11. Καρλ Άουγκουστ Μπάουμαϊστερ: «Müller, Otfried» 1885. σελ. 656–667.
  12. 12,0 12,1 «Karl Otfried Muller». Encyclopedia Britannica. Ανακτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2016. 
  13. 13,0 13,1 Baynes, T.S. και W.R. Smith, επιμ. (1884). "Müller, Karl Otfried". Encyclopædia Britannica 17 (9η έκδ.).
  14. 14,0 14,1 Vratskidou, Eleonora (2015). «Art history at the art school: Revisiting the institutional origins of the discipline based on the case of nineteenth-century Greece». Journal of Art Historiography 13 (Δεκέμβριος): 19. https://arthistoriography.files.wordpress.com/2015/11/vratskidou.pdf. Ανακτήθηκε στις 2016-03-04. 
  15. Josine H. Blok, «Quests for a Scientific Mythology: F. Creuzer and K. O. Muller on History and Myth», History and Theory 33.4 (Δεκέμβριος 1994):26-52 και «Proof and persuasion in Black Athena: The case of K.O. Müller», Journal of the History of Ideas 57 (1996): 705–724».
  16. «Ueber den angeblich ägyptischen Ursprung der griechischen Kunst», Kunstblatt: Beiblatt der Morgenblatt 79 (1820), ανατύπ. στο Karl Otfried Müller's Kleine deutsche Schriften (1847).
  17. «Η Ελλάδα του Μίλερ». Ριζοσπάστης: 33. 2000-02-22. http://www.rizospastis.gr/story.do?id=138278. Ανακτήθηκε στις 2016-03-03. 
  18. Baedeker, Karl (1896). Athens. Athens and Its Immediate Environs. Baedeker. σελ. 74. Ανακτήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2016. 
  19. Χρήστος Σιάφκος. «Η Αθήνα υπό σκιάν». Ελευθεροτυπία (2010-08-14). http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=192579. Ανακτήθηκε στις 2016-03-03. 
  20. Φουντουλάκη, Όλγα (2011). «Ένα μνημείο για την Μπετίνα». Αρχαιολογία & Τέχνες 117: 95-96. http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/117-13.pdf. Ανακτήθηκε στις 2016-03-04. 
  21. «Τα μνημεία των Μύλλερ και Λενορμάν στον Ίππιο Κολωνό». Ακροκέραμα. 1 Αυγούστου 2012. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2014. 
  22. (Αγγλικά) Karl Otfried Müller (1839). The History and Antiquities of the Doric Race. II (2η έκδοση). Λονδίνο: John Murray. σελίδες 446–462. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016. 
  23. (Αγγλικά) Müller (1839). The History and Antiquities of the Doric Race. II. σελ. 396. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016. 
  24. «Καρόλου Οδοφρ. Μυλλέρου, Ιστορία της ελληνικής φιλολογίας (1867-68)». Ανέμη (Ψηφ. βιβλιοθήκη). Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016. 
  25. «Καρόλου Οδοφρ. Μυλλέρου, Ιστορία της ελληνικής φιλολογίας (1885)». Ανέμη (Ψηφ. βιβλιοθήκη). Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016. 
  26. «Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας». Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016.  Ανατύπωση της δεύτερης έκδοσης της μετάφρασης του Κυπριανού.
  27. Vratskidou (2015), σελ. 18-19.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • August Baumeister (1885), "Müller, Karl Otfried", Allgemeine Deutsche Biographie (ADB) (in German) 22, Leipzig: Duncker & Humblot, pp. 656–667
  • Calder, W.M., H. Flashar and R. Schlesirt, eds. K.O. Müller Reconsidered, (Urbana) 1995.
  •  Το παρόν λήμμα ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαChisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Müller, Karl Otfried» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (11η έκδοση) Cambridge University Press 
  • Eduard Müller Kleine deutsche Schriften (1847)
  • Gottfried Christian Friedrich Lücke, Erinnerungen an Karl Otfried Müller (Göttingen, 1841)
  • Karl Ferdinand Ranke, Karl Otfried Müller, ein Lebensbild (Berlin, 1870)
  • Conrad Bursian, Geschichte der klassischen Philologie in Deutschland (1883), ii. 1007-1028
  • Karl Dilthey, Otfried Müller (Göttingen, 1898)
  • E. Curtius, Altertum und Gegenwart
  • J. W. Donaldson, “On the Life and Writings of Karl Otfried Müller” in History of the Literature of Ancient Greece, vol. i.
  • O. and Else Kern, K. O. Müller, Lebensbild in Briefen an seine Eltern (1908), a biography composed from his letters to his parents
  • J. E. Sandys, History of Classical Scholarship, iii. (1908), 213-216.
  • Gilman, D. C.; Thurston, H. T.; Colby, F. M., eds. (1905). "Müller, Karl Otfried". New International Encyclopedia (1st ed.). New York: Dodd, Mead.
  • Rines, George Edwin, ed. (1920). "Müller, Karl Otfried". Encyclopedia Americana.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]