Καρκινικοί δείκτες- Ιδιαίτερη μελέτη δεικτών καρκίνου μαστού και ωοθηκών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εισαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καρκινικοί δείκτες αποτελούν ουσίες οι οποίες βοηθούν στην έγκαιρη ανίχνευση και διαφορική διάγνωση και παρακολούθηση της εξάπλωσης νεοπλασιών, καθώς και στην αξιολόγηση της θεραπείας που ακολουθείται. Έτσι δίνεται η δυνατότητα ανίχνευση υποτροπής της νόσου πριν να είναι πολύ αργά, καθώς και ο έλεγχος μεταστάσεων προτού ακόμα εμφανιστούν τα κλινικά συμπτώματα. Υπάρχουν δείκτες οι οποίοι είναι ειδικοί για συγκεκριμένες μορφές καρκίνου όπως ο καρκίνος των μαστών και των ωοθηκών.

Λέξεις κλειδιά: καρκινικοί δείκτες, νεοπλασίες, καρκίνος μαστών, καρκίνος ωοθηκών


1.Κυτταρικός διαχωρισμός. Ό ανεξέλεγκτος διαχωρισμός οδηγεί στον σχηματισμό όγκου

Τι είναι οι καρκινικοί δείκτες;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καρκινικοί ή νεοπλασματικοί ή βιοχημικοί δείκτες (Tumor markers) είναι ουσίες που παράγονται και εκκρίνονται από κακοήθη κύτταρα στο αίμα ή και σε άλλα βιολογικά υγρά ασθενών με καρκίνο. Ονομάζονται έτσι γιατί μπορούν να ανιχνεύσουν την ύπαρξη νεοπλασίας στα πρώιμα στάδια, ώστε να είναι αποτελεσματικότερη και η θεραπεία, πριν ακόμα εμφανισθούν κλινικά συμπτώματα ή διαγνωσθεί η νεοπλασία με άλλες κλινικοεργαστηριακές μεθόδους. Οι ουσίες αυτές: 1. είτε παράγονται από τα καρκινικά κύτταρα και φυσιολογικά βρίσκονται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις, πρόκειται δηλαδή για ειδικά αντιγονικά βιομόρια που παράγονται μόνο από τα ογκογόνα κύτταρα 2. είτε είναι φυσιολογικές ουσίες των ιστών που λόγω της νεοπλασίας σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος εμφανίζονται στην κυκλοφορία. Πρόκειται για τα μη ειδικά ογκογόνα βιομόρια ή ογκοσχετιζόμενα αντιγόνα (tumor associated antigen) ,όπως είναι γνωστά, τα οποία παράγονται από ογκογόνα κύτταρα, αλλά και από ορισμένα φυσιολογικά ή εμβρυονικά κύτταρα. Η διαφορά είναι ποσοτική. Οι συγκεντρώσεις αυτών των βιομορίων στο αίμα είναι μεγαλύτερες από αυτές των φυσιολογικών ατόμων και ανάλογες πάντα προς την βαρύτητα της νόσου και το μέγεθος του όγκου. Ο ορισμός που δίνεται από την Κλινική Χημεία για τους καρκινικούς δείκτες είναι ο εξής: Καρκινικός δείκτης είναι κάθε ουσία που βρίσκεται στα καρκινικά κύτταρα ή παράγεται από αυτά και εκκρίνεται στα βιολογικά υγρά, ή που παράγεται από τον υγιή οργανισμό ως απάντηση στην παρουσία του όγκου και της οποίας η ύπαρξη ή η αύξηση της συγκέντρωσής της πάνω από τα φυσιολογικά όρια σχετίζεται με την παρουσία, την ανάπτυξη, τη διάγνωση ή και την πρόγνωση ενός κακοήθους όγκου.Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ιδανικός καρκινικός δείκτης θα ήταν μία ουσία η οποία θα μπορούσε να μετρηθεί στο αίμα, την οποία θα την βρίσκαμε μόνο σε ασθενείς με συγκεκριμένο είδος καρκίνου και που η αύξηση ή η μείωση της συγκέντρωσής της στο αίμα θα σχετιζόταν άμεσα με το στάδιο της νόσου, με την αντίδραση του οργανισμού στη θεραπεία και με την μετέπειτα πρόγνωση. Δυστυχώς, τέτοιος δείκτης που να τα συγκεντρώνει όλα δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ως καρκινικοί δείκτες έχουν προταθεί και μετρώνται, διάφορες ουσίες, όπως ορμόνες, αντιγόνα, ένζυμα, πρωτεΐνες κ.λ.π

Ποια είναι η χρησιμότητα των καρκινικών δεικτών;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυξημένες τιμές στους διάφορους καρκινικούς δείκτες εμφανίζονται, κατά κύριο λόγο, σε ορισμένα είδη καρκίνου αλλά επίσης και σε ορισμένες μη καρκινικές παθολογικές καταστάσεις όπως στην περίπτωση φλεγμονής. Έτσι μια αυξημένη τιμή δεν σημαίνει οπωσδήποτε και κακοήθεια, αλλά μας προβληματίζει να διερευνήσουμε περισσότερο τον ασθενή. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο, είναι το γεγονός , ότι οι δείκτες αυτοί βοηθούν στην παρακολούθηση ογκολογικών αρρώστων σε περιπτώσεις π.χ. χειρουργικών επεμβάσεων, χημειοθεραπείας, ακτινοβολίας, υποτροπών ή μεταστάσεων κατά τις οποίες θα έχουμε αισθητές μεταβολές. Μία αύξηση ή συνεχής αύξηση στα επίπεδα των καρκινικών δεικτών συχνά υποδηλώνει υποτροπή, μετάσταση και μικρή ανταπόκριση στη θεραπεία, ενώ μειωμένα επίπεδα υποδεικνύουν θετική ανταπόκριση στη θεραπεία και συνεπώς καλή πρόγνωση.

Έτσι, με τη μέτρηση των καρκινικών δεικτών στα βιολογικά υγρά του οργανισμού προσπαθούμε να πετύχουμε τα εξής:

• Έγκαιρη διάγνωση με την πρώιμη ανεύρεση του όγκου σε αρχικά στάδια που θα οδηγήσει στην πλήρη θεραπεία του, με τον προληπτικό ή προσυμπτωματικό έλεγχο και που σκοπό έχει να ανιχνεύσει την παρουσία του όγκου σε ασυμπτωματικά, φυσιολογικά και υγιή άτομα από τον γενικό πληθυσμό ή από ομάδες υψηλού κινδύνου πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων.

• Διαφορική διάγνωση από άλλες παθήσεις και καλοήθεις νόσους με παρόμοια συμπτώματα, με σκοπό την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

• Εκτίμηση της φύσης, της παθοφυσιολογίας και του μεγέθους του όγκου.

• Πρόγνωση της σοβαρότητας και της εξέλιξης του όγκου.

• Εκτίμηση της κλινικής σταδιοποίησης και ταξινόμηση του όγκου, δηλαδή εκτίμηση της έκτασης, της εξάπλωσης και του σταδίου.

• Πρόγνωση της σοβαρότητας και της εξέλιξης της νεοπλασίας.

• Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής που θα αντικατοπτρίζεται στη μείωση της τιμής των καρκινικών δεικτών.

• Παρακολούθηση του αποτελέσματος της θεραπείας με σκοπό την έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής της νόσου.

• Έλεγχος μεταστάσεων προτού ακόμα εμφανιστούν τα κλινικά συμπτώματα.

Κριτήρια αξιολόγηση καρκινικών δεικτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καρκινικοί δείκτες θα πρέπει να πληρούν κάποια κριτήρια όπως είναι τα εξής:

• Υψηλή κλινική ευαισθησία

• Υψηλή κλινική ειδικότητα

• Ειδικότητα για το όργανο

• Σχέση με το στάδιο ή τη μάζα του όγκου

• Σχέση με την πρόγνωση

• Αξιόπιστη δυνατότητα πρόβλεψης

Όσον αφορά την κλινική ευαισθησία των νεοπλασματικών δεικτών, πρόκειται για το ποσοστό των ασθενών με αυξημένες τιμές των δεικτών στο σύνολο των ασθενών με τον συγκεκριμένο όγκο. Καλός δείκτης είναι αυτός που έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη τιμή ειδικότητας που πλησιάζει το 100%. Όσον αφορά την κλινική ειδικότητα είναι το ποσοστό των μη ασθενών που έχουν χαμηλές τιμές δεικτών στο σύνολο των μη ασθενών που εξετάσαμε. Και στην περίπτωση αυτή καλός δείκτης είναι αυτός που έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη τιμή ειδικότητας που πλησιάζει το 100%.Νεοπλασματικοί δείκτες με κλινική ειδικότητα και κλινική ευαισθησία 100% δεν υπάρχουν. Κατά συνέπεια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνοι τους σα διαγνωστικό εργαλείο , (εκτός μερικών εξαιρέσεων π.χ. το PSA) αλλά σα βοήθεια στη διάγνωση, σε συνδυασμό με άλλες παρακλινικές εξετάσεις και κλινικές ενδείξεις.

Μια άλλη παράμετρος για την ανίχνευση των καρκινικών δεικτών είναι η καμπύλη του ROC. Η καμπύλη αυτή σχεδιάζεται θέτοντας στον άξονα των τεταγμένων (y) την ευαισθησία του εξεταζομένου δείκτη και στον άξονα των τετμημένων (x)την 1- ειδικότητα. Καλύτερος δείκτης θα είναι αυτός που κάτω από την παραπάνω καμπύλη υπάρχει το μεγαλύτερο εμβαδόν ή αυτός που η καμπύλη του ROC είναι πιο ψηλά.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βιοχημικοί δείκτες κακοήθων όγκων άρχισαν να χρησιμοποιούνται στην κλινικοεργαστηριακή πράξη από το 1963 περίπου. Ο πρώτος αιματολογικός δείκτης που εξετάστηκε ήταν η α- φετοπρωτείνη (AFP) το 1963, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον Abelev και συν. το 1963 σα δείκτης του πρωτοπαθή καρκίνου του ήπατος. Στη συνέχεια οι Gold και Freedman το 1965, χρησιμοποίησαν το καρκινοεμβρυονικό αντιγόνο (CEA) σα δείκτη καρκίνου του παχέος εντέρου, ο οποίος χρησιμοποιείται με μεγάλη επιτυχία ακόμα και σήμερα. Ακολούθησαν η χρησιμοποίηση του CA 19-9 από τους Kaprowski και συν. το 1979 σα βιοχημικός δείκτης του καρκίνου του παγκρέατος, το προστατικό αντιγόνο (PSA) από τους Wang και συν. το 1979 για τον καρκίνο του προστάτη, το CA 125 από τους Bast και συν. το 1981για τον καρκίνο των ωοθηκών, το CA -19-3 από τους Kufe και συν. το 1984 για τον καρκίνο του μαστού, το TPS από τους Bjorklund και συν. το 1987 για τον καρκίνο επίσης του μαστού. Ακολούθησαν στη συνέχεια οι εφαρμογές και άλλων βιοχημικών δεικτών όπως του CA 27-29, TAG-72, CA-50, CYFRA 21.1, BTA, CASA, MSA, NSE, TK, TATI, CT κλπ. Οι παραπάνω αιματολογικοί δείκτες χρησιμοποιούνται σήμερα μόνοι τους ο καθένας χωριστά ή σε κατάλληλο συνδυασμό 2 ή 3, για την παρακολούθηση ασθενών με συγκεκριμένο όγκο και μερικές φορές κάτω από ορισμένες προυποθέσεις για τη διάγνωση κακοήθων όγκων.

Στην Ελλάδα οι βιοχημικοί δείκτες καρκίνου πρωτοεφαρμόστηκαν δειλά δειλά το 1970. Αρχικά υπήρχε μεγάλη δυσπιστία στη χρησιμοποίησή τους και μια δυσκολία αποδοχής αυτών αλλά στη συνέχεια έγιναν αποδεκτοί σα συμπληρωματικό εργαλείο στην παρακολούθηση ογκολογικών αρρώστων και σήμερα σαν απαραίτητη αιματολογική εξέταση των παραπάνω ασθενών.Παρακάτω παρατίθενται συνοπτικά τα όργανα με τα οποία σχετίζονται οι βασικότεροι δείκτες:

CEA (Cancer Embryonic Antigen): Τράχηλος μήτρας, Ωοθήκες, Μαστός, Πνεύμονες, Παχύ έντερο, Στομάχι, Ήπαρ, Πάγκρεας, Χολή, Νεφρά, Ορχείς, Ουροδόχος κύστη

PSA & Free PSA (Prostate Specific Antigen): Προστάτης

CA 15-3: Μαστός

CA 125: Ωοθήκες, Μήτρα, Πνεύμονες

CA 19-9 :Πάγκρεας, Παχύ έντερο, Στομάχι, Χολή

CA 72-4: Στομάχι, Ωοθήκες

α-FP (a-Fetoprotein): Ήπαρ, Πάγκρεας, Ορχείς, Ωοθήκες

β-HCG (β-Human Chorionic Gonadotropin): Ορχείς, Ωοθήκες

NSE: Πνεύμονες, Νευροβλάστωμα

BTA (Bladder Tumor Antigen): Ουροδόχος κύστη

Thyroglobulin: Θυρεοειδής

Ferritin: Νεοπλασίες αίματος, Λευχαιμία, Νόσος Hodgkin’s

Καρκινικοί δείκτες που σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πιο γνωστοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για την περίπτωση του καρκίνου του μαστού είναι τα ογκοεξαρτώμενα γονίδια CA-15-3, CA 27.29, TPS, CEA, CA-125, CASA, MSA, CA 50 και CA 549, το γονίδιο c-er B-2 καθώς και ορισμένα ένζυμα όπως ο ογκοσχετιζόμενος αναστολέας θρυψίνης- ΤΑΤΙ και η Μ2-ΡΚ ισομορφή Μ2 της πυρουβικής κινάσης. Από αυτούς οι σημαντικότεροι είναι οι CA 15-3, MCA, CA 27.29, TPS, CA 549, CASA καθώς και το γονίδιο c-erb B-2. CA-15-3 Το αντιγόνο αυτό είναι ένας ειδικός βιοχημικός ογκογονικός δείκτης του μαστού και βρίσκεται σε αυξημένα στον ορό αίματος ασθενών με καρκίνο του μαστού. Κατά τον προσδιορισμό του CA-15-3 χρησιμοποιούνται για τη δέσμευσή του δύο ειδικά μονοκλωνικά αντισώματα το 115D8 και το DF3. Το πρώτο 115D8 παράγεται από αντιγόνα των μεμβρανών των κυστιδίων γάλακτος και το DF3 από αντιγόνα μεμβρανών και καρκινικών κυτταρών του μαστού. Το CA-15-3 βρίσκεται στον ορό του αίματος φυσιολογικών ατόμων σε μικρές συγκεντρώσεις 13,7+5,2 U/ml που σημαίνει στατιστικά το 99,5% και πραγματικά το 100% του φυσιολογικού πληθυσμού θα έχει <30 U/ml. Σε περίπτωση μη μεταστατικού αδενοκαρκινώματος (Mo) το ποσοστό των ασθενών με αυξημένες τιμές του CA-15-3 κυμαίνεται από 35-50%. Αντίθετα σε μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα του μαστού (Μ1) το CA-15-3 είναι αυξημένο σε μεγάλο ποσοστό αρρώστων που κυμαίνεται από 75-95%. Τα αυξημένα επίπεδα του CA-15-3 σχετίζονται με το μέγεθος του όγκου και περιέργως δεν σχετίζονται με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, εκτός από την περίπτωση των μεταστατικών όγκων. To ποσοστό ασθενών με αυξημένες τιμές ογκολογικών δεικτών μαστού μπορεί να αυξηθεί πάνω από τα προαναφερθέντα ποσοστά, αν παράλληλα με τον προσδιορισμό του CA-15-3 προσδιοριστούν ποσοτικά το CEA, το TPA (Tissue polypeptide antigen) και το CA-125 (ωοθηκών). Σε περιπτώσεις χειρουργικής αφαίρεσης του όγκου, το CA-15-3 ελαττώνεται, όπως το ίδιο συμβαίνει σε περιπτώσεις πετυχημένης ραδιοθεραπείας ή χημειοθεραπείας ενώ αντίθετα σε επιδείνωση ή μετάσταση του όγκου το CA-15-3 .Διευκρινίζεται ότι το CA-15-3 βρίσκεται αυξημένο λίγους μήνες πριν την διάγνωση της νέας μετάστασης και για αυτό χρησιμοποιείται σαν προγνωστικός δείκτης στις περιπτώσεις αυτές .Πέραν αυτών το CA-15-3 μπορεί να βρεθεί αυξημένο και σε μικρό ποσοστό ασθενών με καλοήθη νοσήματα όπως του μαστού (16%) του ήπατος(2%) κλπ.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι τα επίπεδα του CA-15-3 στον ορό αίματος ασθενών με καρκίνο του μαστού παρέχουν ένα δείκτη της κατάστασης της νόσου και δίνουν γρήγορα πληροφορίες για τυχόν μετάσταση ή υποτροπή της νόσου, καθώς επίσης και τη δυνατότητα εκτίμησης της απόδοσης της θεραπείας.

Mammo breast cancer.jpg

2.μαστός φυσιολογικός και μαστός με όγκο

IDC1.jpg

3.καρκίνωμα στον μαστό

CA 27.29

Είναι μια γλυκοπρωτείνη, η οποία χρησιμοποιείται σαν καρκινικός δείκτης για τον καρκίνο του μαστού. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι παρουσιάζει καλύτερη ευαισθησία από το CA-15-3.

MSA (Mammary Serum Antigen)

To MSA είναι δευτέρας γενιάς δείκτης του καρκίνου του μαστού. Για τον προσδιορισμό του MSA στον ορό αίματος χρησιμοποιείται ειδικό αντίσωμα το οποίο ανιχνεύει ένα υδατανθρακικό επιτόπιο το γλυκονευραμινικό οξύ του μορίου της MUC-1 βλεννίνης. Το ειδικό αυτό αντίσωμα του MSA κάνει τον δείκτη αυτό να είναι τελείως διαφορετικός από τους άλλους γνωστούς δείκτες του καρκίνου του μαστού το CA 15-3, το CA 27.29 και το CA 549. Υποστηρίζεται ότι η ευαισθησία του MSA είναι μεγαλύτερη από την ευαισθησία του CA 15-3 όσον αφορά τον καρκίνο του μαστού. Ο συνδυασμός όμως των παραπάνω δεικτών στους ασθενείς με καρκίνο του μαστού αυξάνει περαιτέρω το ποσοστό ασθενών που έχουν αυξημένο τον ένα ή τον άλλο δείκτη.

TATI (Tumor Associated Trypsin Inhibitor) Ο ΤΑΤΙ είναι πολυπεπτίδιο μοριακού βάρους 6000 da, το οποίο ανιχνεύθηκε αρχικά στα ούρα ασθενών με καρκίνο ωοθηκών. Σήμερα ο δείκτης χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της κατάστασης των ασθενών με καρκίνο του παγκρέατος, ωοθηκών, μαστού, οισοφάγου και ουροδόχου κύστεος.

Πολύ (Α) πολυμεράση (ΡΑΡ) Η ΡΑΡ συμμετέχει στη σύνθεση της ουράς του πολύ (Α) και η ενεργότητά της ρυθμίζεται στη διάρκεια του κυτταρικού κύκλου. Υποστηρίζεται ότι η ενεργότητα της (ΡΑΡ) σε κυτταρικά εγκυλίσματα όγκων του μαστού (που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ορμονικών υποδοχέων) αποτελούν ένα νέο δείκτη του πολλαπλασιαστικού δυναμικού του καρκίνου του μαστού.

Καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο ( CEA ) Είναι αυξημένο σε αδενοκαρκίνωμα του παχέως εντέρου, αλλά και σε καρκινώματα του μαστού, του στομάχου, του παγκρέατος, του ήπατος και του πνεύμονος. Μικρότερες αυξήσεις παρατηρούνται σε καλοήθεις παθήσεις όπως φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, φυματίωση, κίρρωση ήπατος και σε καπνιστές.

Οι φυσιολογικές του τιμές είναι: έως 3,4 ng / ml για μη καπνιστές έως 4,3 ng / ml για καπνιστές

Καρκινικό αντιγόνο CA 50 Αυξάνει σε καρκίνο του παχέως εντέρου, του στομάχου, του παγκρέατος, των πνευμόνων, της μήτρας, του προστάτη και του μαστού. Επίσης παρουσιάζει μικρή αύξηση σε καλοήθεις παθήσεις όπως παγκρεατίτιδα, ηπατίτιδα και χολοκυστίτιδα.

Οι φυσιολογικές του τιμές είναι:έως 30 IU/m

4.Χάρτης Παγκόσμιας κατανομής καρκίνου του μαστού: (http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Breast_cancer_world_map_-_Death_-_WHO2004.svg)

Καρκινικοί δείκτες που σχετίζονται με τον καρκίνο των ωοθηκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται πιο συχνά για την διάγνωση και την παρακολούθηση της εξέλιξης του καρκίνου των ωοθηκών είναι οι CA 125, CASA, TAG 72, ΤPS, TPA, CEA καθώς και το εξόνιο 5 του γονιδίου Ρ53. Επίσης χρησιμοποιούνται και οι παρακάτω δείκτες:CA- 15-3, TAG 72-4, TATI και η β- χοριακή γοναδοτροπίνη (HCG).

CA- 125 Tο CA- 125 είναι ένα ογκοεμβρυονικό αντιγόνο, που χημικά αποτελείται από μια γλυκοπρωτείνη μεγάλου μοριακού βάρους. Συχνά ανιχνεύεται σε μεγάλα ποσά στο αδενοκαρκίνωμα των ωοθηκών, λιγότερο συχνά του ενδομητρίου, του ενδοτραχήλου, του μαστού και του γαστρεντερικού σωλήνα ενώ φυσιολογικά παρατηρείται και στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Οι φυσιολογικές του τιμές είναι: έως 35 IU/ml (8,68+9,93 U/l). Αντίθετα, σε καρκίνο των ωοθηκών τα επίπεδα αυτού στον ορό αίματος είναι πολύ αυξημένα και μάλιστα ανάλογα με το μέγεθος του όγκου.

TAG-72 Πρόσφατα πιστοποιήθηκε ένα καινούριο αντιγόνο κακοήθων όγκων το TAG-72 το οποίο βρίσκεται στον ορό ασθενών που πάσχουν από καρκίνο του ενδομητρίου και των ωοθηκών αλλά και άλλων μορφών καρκίνου όπως του μαστού, πρωτοπαθή ή μεταστατικό καρκίνο αδενοκαρκίνωμα του κόλου, μη κυτταρικό καρκίνο των πνευμόνων κλπ. Στον ορό του αίματος ανιχνεύεται φυσιολογικά σε συγκέντρωση 2-5 U/ml.

CASA(Cancer Associated Serum Antigen) Καρκινοεξαρτώμενο αντιγόνο στον ορό ασθενών με καρκίνο των ωοθηκών Το CASA είναι ένας δείκτης δευτάρας γενεάς για την ανίχνευση του καρκίνου των ωοθηκών. Για τον προσδιορισμό του χρησιμοποιούνται δύο αντισώματα (BC2 και BC3) τα οποία ανιχνεύουν το μικρότερο αντιγονικό επιτόπιο ( APDTR)το οποίο επαναλαμβάνεται πολλές φορές στις κεντρικές πρωτείνες του μορίου των γλυκοπρωτεινικών βλεννινών. Δηλαδή το CASA ανήκει στην ομάδα των πολυμορφικών επιθηλιακών βλεννινών. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του κακοήθη μετασχηματισμού των επιθηλιακών κυττάρων διαφόρων οργάνων και κυρίως των ωοθηκών αυξάνει πάρα πολύ η σύνθεση των βλεννινών και για το λόγο αυτό τα επίπεδα των βιομορίων αυτών στον ορό αίματος, χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση του προαναφερθέντος βιολογικού φαινομένου. Ο συνδυασμός του CASA και του CA- 125 στον καρκίνο των ωοθηκών είναι πραγματικά πολύ χρήσιμος διότι αυξάνει την ευαισθησία αλλά και την ειδικότητα των παραπάνω δεικτών. Οι φυσιολογικές τιμές του είναι <4 U/ml ορού.

TATI (Tumor Associated Trypsin Inhibitor) Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο ΤΑΤΙ είναι πολυπεπτίδιο μοριακού βάρους 6000 da, το οποίο ανιχνεύθηκε αρχικά στα ούρα ασθενών με καρκίνο ωοθηκών. Σήμερα ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της κατάστασης των ασθενών με καρκίνο του μαστού κυρίως.

Χοριακή γοναδοτροπίνη (HCG) H HCG είναι μια γλυκοπρωτείνη, η οποία αποτελείται από δύο υποομάδες τις α και β. Η α υποομάδα της HCG είναι δομικά όμοια με τις α- υποομάδες των πεπτιδικών ορμονών της υπόφυσης , θυρεοτρόπο (TSH), ωχρινοποιητική (LH) και ωοθηλακιοτρόπο (FSH) και αποτελείται από 92 υπολείμματα αμινοξέων. H γλυκοπρωτείνη αυτή εμφανίζει αυξημένα επίπεδα στο αίμα ή στα ούρα εγκύων γυναικών αλλά και σε διάφορα περιστατικά μορφών καρκίνου όπως στην περίπτωση όγκων του αναπαραγωγικού συστήματος των γυναικών όπου στις περιπτώσεις αυτές προσδιορίζεται το κλάσμα της β- HCG το UGF στα ούρα ασθενών με μη τροφοβλαστικούς καρκίνους. Τα επίπεδα των UGF ούρων αυξάνουν ανάλογα με το στάδιο του καρκίνου. Συνίσταται ο ταυτόχρονος προσδιορισμός του UGF ούρων και του CA- 125 για την αύξηση της ευαισθησίας και της ειδικότητας και την αύξηση της διαγνωστικής ικανότητας στην παρακολούθηση γυναικολογικών καρκίνων και την διάκριση μεταξύ καλοήθων και κακοήθων όγκων.

Ρ 53 αντισώματα Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι το εξόνιο S του γονιδίου Ρ53 είναι πάρα πολύ καλός δείκτης του καρκίνου των ωοθηκών.

Illu cervix.jpg

5. Ανατομία γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος

Carcinosarcoma - 2 - very high mag.jpg

6.Καρκινοσάρκωμα ωοθηκών (προχωρημένης μορφής)

Squamous carcinoma of the cervix.jpg

7.Καρκίνωμα ωοθήκης και λειομύωμα (που διακρίνεται στο ανώ μέρος της φωτογραφίας)

8.Χάρτης Παγκόσμιας κατανομής καρκίνου των ωοθηκών: (http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ovary_cancer_world_map_-_Death_-_WHO2004.svg)

Συμπεράσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο καρκίνος είναι μια πολυπαραγοντική νόσος με πολλές μορφές δεν είναι εύκολο να πούμε ότι βρήκαμε ή μπορούμε ίσως στο άμεσο μέλλον να βρούμε το φάρμακο για τη θεραπεία του. Γι αυτό στην περίπτωση αυτή η ρήση του πατέρα της ιατρικής, Έλληνα, Ιπποκράτη "Κάλλιον προλαμβάνειν ή θεραπεύειν" ( Καλύτερα να προλαμβάνεις από το να θεραπεύεις) είναι ακόμα περισσότερο σημαντική.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Καραμούζης Μ., Βιοχημικοί δείκτες κακοήθων όγκων Από το 1975 έως το 2002. 9-40. 2. Holmgren Jan. Tumor Marker Antigen Propertiel and usefuless of carcinoma associated antigens CA, CA-19-9 and CA-50. Distribution: Sendentlittle vatur Stockholm 1985. 3. Grefen H. and Klapdor R. New Tumor Associated Antigens Georg. Thieme Verlag Stuttgart. New York 1984.